Ο μικρός μοντερνιστής, η σαμσάρα κι η μετάνοια

Self portraitΥπήρξα μοντερνιστής. Ένας μικρούλης ΛεΚορμπυζιέ. Όταν ήμουν μικρός προτιμούσα τις καθαρές επιφάνειες, τα συμμετρικά σχήματα. Έφτιαχνα με μπόλικη ούχου μοντέλα αεροπλάνων αλλά αρνιόμουν να προσθέσω οτιδήποτε μου φαινόταν διακοσμητικό. Αναρωτιόμουν γιατί δεν υπάρχει λουλούδι που να μοιάζει με το πώς ζωγραφίζουμε τα λουλούδια, γιατί τα μόνα σπίτια που έμοιαζαν με τα σπίτια που ζωγραφίζαμε (σκεπή, καμινάδα, πόρτα, δυο παράθυρα) ήταν κάτι σπίτια στις φωτογραφίες από τη Γερμανία που μας έδειχνε η Gastarbeiter θεία μου. Αναρωτιόμουν γιατί όλοι οι κάτοικοι της Λιμνούπολης, εκτός της οικογένειας Ντακ, ήτανε μολοσσοί. Αργότερα, έψαχνα να βρω το κανονικό στρουμφάκι, αυτό που δεν ήταν στριμμένο, προκομμένο, κοκέτικο, πλακατζίδικο, διαβαστερό, αλλά σκέτο: με σκουφί και σορτσάκι και τέλος, χωρίς αξεσουάρ.

Και πάντοτε, μα πάντοτε από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε, ντρεπόμουν για το παρελθόν μου. Ακόμα κι όταν είχα ελάχιστο παρελθόν. Θυμάμαι να είμαι έξι ή εφτά χρονών και να ντρέπομαι πραγματικά για το πώς έκανα όταν ήμουνα παιδί μικρομέγαλο και λαλίστατο, θυμάμαι να είμαι στο Λύκειο και να ντρέπομαι που ήμουνα μυθομανής όταν ήμουν παιδί — συνήθεια που έκοψα μαχαίρι στην Α’ Γυμνασίου. Η Α’ Γυμνασίου ήταν ορόσημο και αλλιώς: με παρότρυνση της ανεπανάληπτης Μιράντας Καλούδη, της σημαντικότερης ίσως δασκάλας που είχα ποτέ, της φιλολόγου που μου έμαθε ότι οφείλουμε ‘νάφειν και μεμνάσθαι απιστείν’ (not in those very words), ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο το οποίο συνέχισα μέχρι να φύγω για την Αγγλία. Οι εγγραφές του προηγούμενου μήνα, του προηγούμενου χρόνου, τριών ετών πριν μέσα στο ημερολόγιο γίνονταν ανελλιπώς πηγή αισχύνης και οδύνης: η ρηχότητα, η φλυαρία, η αφέλεια, η καθαρή χαζαμάρα τους με έκαναν να αναστατώνομαι, να ανατριχιάζω. Πού και πού έγραφα μάλιστα στο ημερολόγιό μου πόσο ενοχλητικό ήταν να διαβάζω παλιότερες εγγραφές, αποκήρυσσα με επιμέλεια και διάθεση αυτοκριτικής το πώς ήμουν, ανακουφισμένος με το πώς έγινα, ελπίζοντας ότι δε θα βρεθώ στη θέση να ντρέπομαι στο μέλλον για το πώς ήμουν εκείνη τη στιγμή που ήμουν ανακουφισμένος. Βεβαίως, οι ελπίδες διαψεύδονταν, η σαμσάρα συνεχιζόταν: αργά ή γρήγορα θα ντρεπόμουν για τον εαυτό μου του ίδιου παρελθόντος στο οποίο αποτασσόμουν ένα παλιότερο παρελθόν.

Φεύγοντας για την Αγγλία τα ημερολόγια τη γλύτωσαν (αντίθετα με τα ποιήματα, που κάηκαν στη μπανιέρα). Το επιχείρημα υπέρ της διατήρησής τους ήτανε μια επαναλαμβανόμενη συμβουλή του παππού, που κάτι έλεγε για τα εμβλήματα του τσαρισμού που ο Λένιν είχε «διατάξει» (μου έκανε εντύπωση ότι ο αρχηγός μιας λαϊκής επανάστασης έδινε διαταγές) να προστατευθούν. Έπρεπε να διασώσω την ιστορία μου, όσο επώδυνη κι επονείδιστη και υπερμπανάλ και σαχλή κι αν ήταν. Τα ημερολόγια μπήκανε σε μια κούτα, σφραγίστηκαν και θάφτηκαν στην αποθήκη που, κατά Ιντιάνα Τζόουνς, κοιμάται μέχρι τη δευτέρα και ένδοξο Παρουσία η Κιβωτός της Διαθήκης (για να μην ξεχνάμε και πώς μεγαλώσαμε, ε;).

Η άφιξη στην Αγγλία, ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το ‘κυριολεκτικά’ μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: «Don’t be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself.»

Όμως εξακολουθούσα να ντρέπομαι για το παρελθόν μου, δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ μαζί του. Συνέχισα να μην μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου και για τις ντροπές και τις ευκαιρίες που δεν άρπαξα αλλά και για το πώς κατά καιρούς σπαταλιόμουν για μήνες ατέλειωτους, για τους φανατισμούς της εφηβείας, για τις φρικτές κουβέντες που είπα, για τη θηριώδη μου αφέλεια κάποιες στιγμές, για αμήχανα καραγκιοζιλίκια και ξεσπάσματα (ιδίως υπό την επήρεια), για διάφορες μικρές (και μεγαλύτερες) ατιμίες, για την ντοστογιεφσκική γελοιότητα που έβγαζα ώρες-ώρες.

Μπορεί λοιπόν η περίοδος του κύκλου της σαμσάρας να μεγάλωνε αλλά δεν έσπαγε. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Ήθελα να είμαι κάποιος άλλος και δεν το παραδεχόμουν κιόλας.

Και μετά ήρθανε δύο Φίλοι. Που δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο ένας είπε ότι πρέπει να σπάσω τον κύκλο της νεύρωσης (αυτό που λέω σαμσάρα). Ο άλλος είπε ότι πρέπει να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Κάτι έγινε τότε. Κάτι τεκτονικά βαθύ μετακινήθηκε, μια καινούργια οπτική γωνία (που τόσο αγαπούσαν οι μοντερνιστές) ανοίχτηκε. Μια μικρή πεισμωμένη φλογίτσα άνθισε σε φωτιά και φώτισε. Ο κύκλος έσπασε, ο μπερντές σκίστηκε από άνωθεν έως κάτω και το παρελθόν αναδείχτηκε μέσα μου. Η βιολογία μου είναι αυτή που είναι, η ελεύθερη βούληση επίσης — τώρα έβλεπα πια και την ιστορία μου. Ήταν ένα θέαμα λυτρωτικά πρωτόγνωρο.

Μετάνοια, έλεγε ο κύριος Βιολάκης ο θεολόγος στο Γυμνάσιο (ή στο Λύκειο), δεν είναι η μεταμέλεια. Δεν είναι βεβαίως η ενοχή: ενοχή είναι το μουγκρητό του πληγωμένου εγωισμού, η αλαζονική (και βαθιά νευρωτική, θα προσέθετα) διερώτηση πώς γίνεται να το έκανα εγώ αυτό, πώς γίνεται να είμαι τέτοιος εγώ. Μετάνοια, έλεγε, είναι να αλλάξεις μυαλά (μεταφράστε το αυτό σε ψυχαναλυτικούς όρους — εγώ δεν ξέρω). Στην περίπτωσή μου η μετάνοια δεν ήρθε με τη ναρκισσιστικά κυκλική ενδοσκόπηση δεκαετιών, δεν ήρθε με την αυτοεξέταση. Ήρθε με μια κουβέντα (δύο, αλλά μία ουσιαστικά) από δύο ανθρώπους που ήμουν έτοιμος να ακούσω.

Γι’ αυτό σας λέω: το ένα Κεφάλαιο, το πιο ευάλωτο, το πιο δύστροπο, το πιο ευφρόσυνο, είναι οι άνθρωποι. Τα πράγματα είναι απλώς χρυσός/σκατά (που θα έλεγε και ο Εβραίος Μεσσίας Φρόυντ). 😉

Σπίτια, αγιασμός, κεντήματα

στις γυναίκες 

Λίγοι από όσους με θεωρούν οξυδερκή έχουν αντιληφθεί ότι η όποια οξυδέρκειά μου δε διαθέτει σπουδαία περιφερειακή όραση. Δηλαδή, βλέπω καλά εκεί όπου κοιτάζω αλλά δεν πιάνω και πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν γύρω μου.

Αυτό αλλάζει κάπως όταν μπαίνω στα σπίτια των ανθρώπων. Αμέσως ανοίγει το εύρος του οπτικού μου πεδίου και σαρώνω τον χώρο — εντελώς άθελά μου: καταχωρίζω τη χαρακτηριστική μυρωδιά κάθε σπιτιού, δημιουργώ μια εντύπωση συγκεχυμένη των χρωμάτων που επικρατούν, παρατηρώ τα έπιπλα, την παρουσία βιβλίων και δίσκων και κάδρων, την ισορροπία τάξης-καθαριότητας και καταγράφω μπιμπελό και διακοσμητικά (θα επανέρθω σε αυτά). Στο τέλος δε θυμάμαι πολλά εκτός από μια γενική αίσθηση και κάποιες λεπτομέρειες που μου μένουν — για χρόνια συνήθως.

Η πρώτη φορά που ανακάλυψα την αξιοσημείωτη για τα μέτρα μου παρατηρητικότητα σχετικά με τους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι ζωές των άλλων ήτανε στα 12 ή στα 13 μου. Ο παπάς της ενορίας μας, ένας πολύτεκνος αποστεωμένος και καλογερίστικα αλαφροΐσκιωτος γέροντας (αν και δε θα ήταν τότε πάνω από 55 με 60) ζήτησε δειλά από τους δικούς μου να τον βοηθήσω στον αγιασμό πριν τα Φώτα: θα γυρνούσαμε τη γειτονιά και θα μπαίναμε στα σπίτια και θα ραντίζαμε τα δωμάτια των ανθρώπων με αγιασμό. Θυμάμαι ότι είχα αναρωτηθεί τότε πόσος κόσμος θα ήθελε να μπει ένας παπάς με αγιασμό στο σπίτι του και πώς θα καλύπταμε την τεράστια αστική ενορία. Αναρωτήθηκα επίσης γιατί δεν έκαναν αυτή τη δουλειά τα παπαδάκια.

Η τελευταία ερώτηση απαντήθηκε πρώτη: ποδαρόδρομος. Πολύς ποδαρόδρομος. Και ναι, δε θα καλύπταμε ολόκληρη την ενορία, το ξεκαθάρισε ο πάτερ, αλλά όντως πάρα πολύς κόσμος ήθελε να του ραντίσουνε το σπίτι με αγιασμό. Υπήρχε κόσμος που μας σταμάταγε στον δρόμο και ζήταγε να πάμε να τον αγιάσουμε — εντάξει, γριούλες κυρίως.

Μπαίναμε σε πολυκατοικίες, παίρναμε το ασανσέρ και χτυπάγαμε κουδούνια στη σειρά. Ως εδώ, αυτό θύμιζε εφηβικές ζαβολιές (πάτα κουδούνια και βαλ’ το στα πόδια) που έτσι κι αλλιώς κάναμε. Όμως ο κόσμος μάς άνοιγε και μας καλωσόριζε. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο διαμέρισμα άρχισα να παρατηρώ πορσελάνινα μπιμπελό, κεντήματα σε κορνίζες, πίνακες από το κορνιζάδικο της γειτονιάς σε βαριά ξύλινα κάδρα, πόσες επιφάνειες ήτανε καλυμμένες με σεμεδάκια ή φλοκάτες, κάποια «μοντέρνα» έπιπλα, χώρους σα μαυσωλεία με έπιπλα βαριά και κουρτίνες αυλαίες θεάτρου, μυρωδιές φαγητού, κλεισούρας, μπαγιατίλας, γκλέιντ, τσιγάρου. Μπήκαμε και σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, μινιμαλιστικό πριν την εποχή του μινιμαλισμού με έπιπλα από σουηδικό ξύλο.

Αυτό που δε θα ξεχάσω ήταν ένα κόκκινο διαμέρισμα. Ερωτικό σκίρτημα. Κόκκινες παχειές φλοκάτες, κόκκινα λαμπατέρ, φούξια κουρτίνες, απαλή μυρωδιά από κάτι που ήταν άρωμα αλλά όχι γκλέιντ και που μου θύμιζε το πώς μύριζε το σπίτι της αμερικάνας ξαδέρφης μου. Και το κορίτσι που έμενε εκεί. Μόνο του, με μόνο το μικρό της όνομα στο κουδούνι. Που μας ζήτησε να ραντίσουμε όλα τα δωμάτια με αγιασμό. Και το διαμερισμά της ήτανε διαμπερές και πίσω από τις φούξια κουρτίνες έμπαινε λοξό το φως του Γενάρη, η κρεβατοκάμαρά της είχε ένα μεγάλο κρεβάτι από άσπρο ξύλο και την απαραίτητη υπερμεγέθη βεντάλια στον τοίχο πάνω από το κεφαλάρι. Παντού μέσα στο διαμέρισμα τα παντοφλέ ταλαιπωρημένα παπούτσια του πάτερ και τα καφέ τα δικά μου (δεν μπορούσα να δέσω κορδόνια παπουτσιών τότε) βούλιαζαν στις φλοκάτες. Μόνον η κουζίνα, με τον μαρμάρινο νεροχύτη και τα μαζικής παραγωγής ντουλάπια των αθηναϊκών διαμερισμάτων, έμοιαζε να είναι γνώριμη. Μύριζε καφέ. Και δεν υπήρχανε πουθενά στο διαμέρισμα κεντήματα κορνιζαρισμένα στους τοίχους.

Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι γυναίκες και κορίτσια να κεντάνε. Όχι από χόμπυ, παρά γιατί αυτό κάνουν — λέει — οι γυναίκες και τα κορίτσια τον ελεύθερο χρόνο τους. Ατέλειωτες ώρες. Τις παρακολουθούσα πιτσιρικάς όλο απορία. Οι πιο επιδέξιες κεντούσαν μετρητά, με το μάτι, δημιουργώντας τα σχέδια μετρώντας με το βελόνι και κεντώντας πάνω σε ένα λευκό ύφασμα χωρίς στάμπα, χωρίς πατρόν, χωρίς ίχνη. Όλες οι υπόλοιπες κεντούσαν το αντίστοιχο του colour by numbers: πάνω σε ένα ύφασμα τραχύ λίγο σαν φτιαγμένο από λινάτσα, λίγο σαν από λεπτές ίνες κάνναβης, ήταν σταμπωμένη κάποια εικόνα και οι κεντήστρες γέμιζαν τις επιφάνειες με κεντημένο χρώμα, ακολουθώντας τον οδηγό με τα χρώματα των κλωστών DMC (ντεμισέ) ή Πεταλούδας.

Ατέλειωτες ώρες δουλειάς για να παραγάγουν ένα κακοχυμένο σχέδιο: μια κεφαλή ελαφιού αλλήθωρου, ένα δασικό τοπίο αβάσταχτης βορειοευρωπαϊκής κοινοτοπίας, κάποια αναπαραγωγή πίνακα σαν με πολύ χοντρό πίξελ, μια γυμνή γυναικεία σιλουέτα από χρυσή ή ασημένια κλωστή σε μαύρο φόντο για τις πιο μοντέρνες. Χρόνια μετά, συγκινούμαι όταν βλέπω αυτά τα κορνιζαρισμένα κεντήματα που αποστέργουμε πια, κάτι κεντημένα ίχνη κακογουστιάς που θα διακοσμούσαν τοίχους, θα εικονογραφούσαν προκοπή και νοικοκυροσύνη — αλλά στην πραγματικότητα απλώς κρατούσαν τα κορίτσια και τις γυναίκες στη θέση τους: μέσα στο σπίτι. Κοιτάζω αυτά τα κεντήματα και βλέπω ώρες ατέλειωτες από τη ζωή γυναικών που ξέρω ή που δεν ξέρω, που δεν είναι πια εν ζωή οι περισσότερες.

Πολλές φορές αυτά τα κεντήματα αντιμετωπίζονται έτσι κι αλλιώς, διαισθητικά, σαν κειμήλια, σαν κομμάτια κόπου και ζωής αγαπημένων γυναικών. Με τη δυσβάσταχτη κακογουστιά τους, την προχειρότητα με την οποία σταμπώθηκαν οι εικόνες για να ιχνηλατηθούν από γυναικεία χέρια και χεράκια, παίρνουνε τη θέση τους δίπλα σε κακοχυμένα σουβενίρ που κάποιο αγαπημένο πρόσωπο έφερε από μακριά ή και από τα ξένα, δίπλα σε φτηνά μπιμπελό μαζικής παραγωγής, δίπλα σε κάποιο πήλινο που ο μισομεθυσμένος-νταγκλαρισμένος γιος αγόρασε από κάποιο κυκλαδονήσι και που γράφει επάνω «ενθύμιο» ή «για να με θυμάσαι», δίπλα σε ένα σταυρουδάκι «διαβασμένο» παραγωγής κάποιας βιοτεχνίας στους Αγίους Τόπους και που είναι κειμήλιο ιερότατο. Δίπλα σε μια χάρτινη εικονίτσα από την Τήνο και το Άγιον Όρος. Κι αυτά τα φρικτά κακόγουστα κεντήματα, τα μνημεία της τυραννίας που το τέρας, το ανελέητο κι ακατάβλητο τέρας, της πατριαρχίας ασκεί πάνω στις ζωές εκατομμυρίων γυναικών, φτάνουνε να παραδειγματίσουν την απλή μα δύσκολη αλήθεια: ότι οι άνθρωποι δίνουνε νόημα στα πράγματα και μόνο και ότι όλα τα άλλα είναι Μαλακία και Καπιταλισμός.

Μικρός οδηγός για να μη χάνεστε στα σοσιαλμήντια

Γραμμένος από δεινόσαυρο, σε 16 σημεία. Πάμε:

Ι.
 Στα σοσιαλμήντια μπαίνεις:
1. γιατί την έχεις δει γραφιάς-ποιητής-συγγραφέας-δοκιμιογράφος-φωτογράφος…
2. γιατί θες να γνωρίσεις κόσμο
3. γιατί είσαι ψυχ
4. για οποιονδήποτε από τους ως άνω 3!+1=7 συνδυασμούς

ΙΙ.
Ο ψευδώνυμος σοσιαλμηντιακός χρήστης
1. Αν επιμένει ότι είναι άντρας, είναι γυναίκα.
2. Αν επιμένει ότι είναι γυναίκα, είναι γκέι άντρας.
3. Αν επιμένει ότι είναι γκέι άντρας, είναι γκέι άντρας.
4. Αν δεν επιμένει, καλή τύχη.

ΙΙΙ.
Φυλές:
1. Οι σοβαροί άνθρωποι έχουνε tumblr. Ή οι πορνογράφοι.
2. Οι πολυλογάδες έχουνε μπλογκ. Κι οι αιβέσθυτοι.
3. Οι εξυπνάκηδες κι οι πεφτάκηδες έχουν twitter.
4. Όλοι έχουνε facebook.
5. Τα υπόλοιπα είναι του Οξαποδώ και της CIA.

ΙV.
Στα σοσιαλμήντια, όλοι είναι τρολ. Εκτός από τον talos. Μάθετε να ζείτε με τα τρολ ή παίχτε το καμπόσος, ώστε να μάθετε να ζείτε με τα τρολ.

V.
Στα σοσιαλμήντια, η μεγαλοσύνη δε μετριέται με τα λάικ και τα ριτουή επειδή στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει μεγαλοσύνη. Μόνο μεγάλες ανατομίες, συνήθως όμως virtual κι αυτές. 

VI.
Οι lurker είναι φίλοι σου. Οι φίλοι σου είναι lurker.

VΙI.
Όσοι γράφουν, έχουνε το facebook και το twitter σαν τα παλιά φιλολογικά σαλόνια όπου ποιητές και άλλοι διάβαζαν δουλειά τους για να τεστάρουν το ιδανικό κοινό τους. Άρα, ακόμα και αν σας φλομώνουνε στα λάικ, δεν είστε Μπόρχες.

VIΙI.
Στα σοσιαλμήντια, nobody can hear you scream.

IX.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει ειλικρίνεια, μπορεί ωστόσο να υπάρξει φιλαλήθεια.

Χ.
Αν είστε πάρα πολύ δημοφιλής στα σοσιαλμήντια
1. είτε λέτε αυτό που όλοι θέλουν να ακούσουν
2. είτε τη σπάτε σε πάρα πολύ κόσμο.

XI.
Αν είστε σχετικά δημοφιλής,
1. είτε κάνετε κάτι καλά,
2. είτε βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ.
Αν βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ, φροντίστε να το βγάλετε και στην πραγματική ζωή. Αν έχετε.

XII.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Υπάρχουν όμως πολλά κουτάβια, γατάκια, άρρωστα παιδιά, κορίτσια με καυτά σορτς, ημίγυμνα αγόρια και βίντεο που εικονογραφούν λέξη-λέξη στίχους τραγουδιών.

ΧΙII.
Όταν σας διαβάζει η μάνα σας και συμφωνεί και χαίρεται με όλα όσα γράφετε, κάτι κάνετε λάθος.

ΧΙV.
Μην απελπίζεστε: και μέσα στην κοπριά, τα διαμάντια είναι διαμάντια. Εκτός κι αν δεν είναι διαμάντια.

ΧV.
Τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο της κοινωνικής ζωής. Απλώς είναι ενίοτε πιο ενδιαφέροντα ή και συναρπαστικά από οποιαδήποτε κοινωνική ζωή. Κάτι σαν ντραγκς, δηλαδή.

XVI.
Τέλος: τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο του σεξ. Μάλλον αδύναμο.

Για την ερωτική ελευθερία

Δεν είμαι ιστορικός αλλά υποθέτω ότι όντως είναι βάσιμη η αντίληψη πως, εξαιτίας του Διαφωτισμού και της κληρονομιάς του, ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας επεκτεινόταν σταδιακά από τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας μέχρι και πρόσφατα. Δε θέλω να μπω σε αναλυτική συζήτηση για το κατά πόσο τον τελευταίο καιρό ο χώρος της ελευθερίας απεναντίας συρρικνώνεται ή κατά πόσο, αντί να εδραιώνεται, η ελευθερία πλέον εκφυλίζεται σε φενάκη, καθώς οι δημοκρατικοί θεσμοί αποστεώνονται σε ένα πλέγμα προσχηματικών μηχανισμών, οργάνων και διαδικασιών.

Θέλω να μιλήσω για τον χώρο της ερωτικής ελευθερίας. Αφενός της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης και αφετέρου της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Να προσεγγίσουμε το θέμα αποφατικά, να διερευνήσουμε πρώτα πρώτα τι δεν είναι ερωτική ελευθερία. Οπωσδήποτε δεν είναι κυνισμός, ανευθυνότητα ή (για να θυμηθούμε κι έναν όρο εκθεσάδικο) ασυδοσία. Μέχρι εδώ κοινοτοπίες είναι αυτά, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ισχύουν όταν μιλάμε για οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας. Επίσης, πριν προχωρήσω, θέλω να κάνω την εξίσου κοινότοπη διευκρίνιση ότι άλλο η ίδια η ελευθερία και άλλο οι χρήσεις της. Συνεπώς, η ελευθερία του λόγου είναι, ή θα έπρεπε να είναι, απαραβίαστη και απόλυτη, ασχέτως αν κάποιος τη χρησιμοποιεί για να διαδίδει αστρολογικές προβλέψεις, χυδαιότητες ή και προπαγάνδα.

Εξετάζοντας το θέμα της ερωτικής ελευθερίας σε κοινωνίες στις οποίες υπάρχει ονομαστική ισότητα των φύλων και οριακή ανοχή σε μειονοτικές σεξουαλικές ταυτότητες, θα επιμείνω στην αναλογία με την ελευθερία του λόγου.

Οπωσδήποτε ο καθένας μας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητούμε αυτό που σκεφτόμαστε με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ’ έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα όμως έγκειται στο εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία αυτά που σκεφτόμαστε. Εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου εν προκειμένω.

Αντίστοιχα λοιπόν, ο καθένας μας είναι ελεύθερος να επιθυμεί ό,τι θέλει, όποιον θέλει και όπως θέλει· αυτό μέχρι και η ρωμαιοκαθολική κατήχηση το αναγνωρίζει, αξιώνοντας λ.χ. από τους ομοφυλόφιλους μόνο να επιθυμούν, χωρίς ερωτοπραξία δηλαδή. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητάμε τις επιθυμίες και τις συνευρέσεις μας με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ’ έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα εδώ είναι εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία τα ερωτικά: εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης.

Επιπλέον, είμαστε ελεύθεροι να συνευρισκόμαστε ερωτικά με ανθρώπους ενός στενού κύκλου, ο οποίος είθισται να αποτελείται από ακριβώς έναν άνθρωπο. Λέω ‘είθισται’ επειδή η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, αντιμετωπίζεται για τους μεν άγαμους άντρες (κάθε προσανατολισμού) επιδοκιμαστικά, με ανοχή ή, το πολύ, με επιφανειακή αποδοκιμασία ενώ κατά κανόνα αποδοκιμάζεται για τους έγγαμους. Για τις γυναίκες βεβαίως η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, είναι γενικά κολάσιμη και αιτία στιγματισμού ή και καταδίκης: χαρακτηρίζεται συνοπτικά ως πουτανιά. Επομένως, το ουσιώδες πολιτικό ζήτημα εδώ είναι η αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας: το ζήτημα της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Μιλάω λοιπόν για αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας και όχι απλώς για ‘αυτοδιάθεση του σώματός μας’. Η αυτοδιάθεση του σώματός μας, αν και κάθε άλλο παρά κεκτημένο, αποτελεί και στοιχειώδη και θεμελιώδη προϋπόθεση της αυτοδιάθεσης της επιθυμίας. Ταυτόχρονα, η ερωτική επιθυμία είναι υπόθεση που πάει πολύ πιο πέρα από την απλή αυτοδιάθεση του σώματός μας. Ωστόσο, πολλά θέματα που θεωρούνται ζητήματα (σεξουαλικής) ηθικής είναι απόρροια του κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την αυτοδιάθεση του σώματος για όλους ανεξαιρέτως, είτε μιλάμε για το τι και πώς τρώμε, είτε για τη χρήση ναρκωτικών όπως το αλκοόλ και άλλα, για την εθελούσια εκπόρνευση, για το πώς ντυνόμαστε, για τα ερωτικά…

Υπάρχουν οπωσδήποτε ιστορικά, κοινωνικά αλλά και βιολογικά προσκόμματα στην ερωτική ελευθερία και στις δύο εκδοχές της (της έκφρασης και της πρακτικής). Φρονώ ότι δεν είναι παράγοντες ισχυρότεροι ή διαφορετικής φύσης από εκείνους που αντιστρατεύονται κάθε άλλης μορφής ελευθερία: σκεφτείτε λ.χ. το επιχείρημα των δουλοκτητών ότι, σε μια πρωτοβιομηχανική κοινωνία, η χειραφέτηση των δούλων θα ζημίωνε την αγροτική παραγωγή μεγάλης κλίμακας· σκεφτείτε τις αντιστάσεις και τις (βίαιες ενίοτε) αντιδράσεις απέναντι στη θρησκευτική ελευθερία, κ.ο.κ.

Πιο αναλυτικά, τη διάδοση και εδραίωση ουσιαστικής ερωτικής ελευθερίας τη δυσχεραίνουν αιώνες σεξισμού, οι οποίοι δικαιολογούν ή συγκαλύπτουν την αντρική πολυγαμία καταπιέζοντας ταυτόχρονα (με κάθε δυνατό τρόπο, θα έλεγε κανείς) πρώτα και κύρια τη γυναικεία φύση – αλλά και κάθε μειονοτική εκδήλωση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχουν επίσης τα πολύ συγκεκριμένα και προφανή ζητήματα σεξουαλικής τιμής, κληρονομιάς και γνησιότητας των τέκνων. Υπάρχει και η πανίσχυρη φυσική ροπή της ζήλειας («σαν την αγάπη είσαι τόσο δυνατή»). Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. Στην εποχή μας μάλιστα, το ιδανικό των ανθρώπινων σχέσεων (ιδίως όπως προβάλλεται από τη βιομηχανία του θεάματος και παρά την καθημερινή εμπειρία) είναι ολιστικό: σε μια ουσιαστική σχέση υποτίθεται ότι ο ένας είναι τα πάντα για τον άλλο. Ωστόσο αγάπη, έρωτας και πόθος είναι τρία διαφορετικά πράγματα: δεν ταυτίζονται, απαντούν σε διάφορους συνδυασμούς και δε συνυπάρχουν απαραίτητα. Ταυτόχρονα, δεν ποθούμε απλή «πλησμονή και κένωση», δεν καυλώνουμε για αφηρημένες κατηγορίες, μεγέθη, υφές, χρώματα, μεμονωμένες φόρμες. Δεν ποθούμε καν σώματα. Ποθούμε ανθρώπους, ακόμα κι όταν εξαρχής τους ποθούμε για μια κι έξω και το ξέρουμε.

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. Βεβαίως μας διδάσκουν από νωρίς ότι σε κάθε ερωτική συνεύρεση, έστω και ευκαιριακή, ενυπάρχει η δυνατότητα μιας ‘ολιστικής’ σχέσης – κάτι που ακόμα και όσοι έχουμε πολύ περιορισμένη περί τα ερωτικά πείρα γνωρίζουμε ότι αποτελεί πλάνη. Ωστόσο η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Υπάρχει και άλλη μία οπτική γωνία, ας πούμε λίγο πιο ανθρώπινη: από όλες τις αφορμές για τις οποίες το κάνουν οι άνθρωποι, ποια είναι πιο ευγενής και πιο πολύτιμη από τον πόθο, την καύλα, τη λύσσα για τον άλλο; Κάποιο αντάλλαγμα, λ.χ. χρηματικό; η εξασφάλιση εύνοιας ή εξουσίας; το λεγόμενο συζυγικό καθήκον; το φιλάνθρωπο αλλά συγκαταβατικό χατίρι; Ενδεχομένως να είναι η επιθυμία της τεκνογονίας. Αλλά το αναπαραγωγικό σεξ είναι εξαίρεση για το είδος μας, όπως και για άλλα ανώτερα θηλαστικά. Επιστρέφοντας στην ηθική: αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να το κάνουμε, είναι ο πόθος, η επιθυμία, η καύλα. Ο έρωτας για τον έρωτα, όχι για πετύχουμε ή να γίνουμε κάτι άλλο.

Εάν λοιπόν είμαστε συνεπείς στην πεποίθησή μας ότι η ερωτική ελευθερία είναι αγαθό, τότε πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Παράλληλα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το ηθικό θέμα της ατιμίας χαρακτηρίζει όχι γυναίκες και άντρες που εξασκούν την ερωτική ελευθερία, παρά γυναίκες και άντρες που ανεύθυνα, αγέρωχα ή κυνικά (δια)χειρίζονται τον πόθο και την ηδονή για να πετύχουν αλλότριους σκοπούς: εξασφάλιση, αποκατάσταση, υλικά αγαθά, κύρος, κ.α. – ακόμα και καθαρά ναρκισσιστική αυτεπιβεβαίωση.

Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση – πέρα από τους στοιχειώδεις περιορισμούς της ευγένειας και της διακριτικότητας – είναι ασύγγνωστος: η αποσιώπηση, η ιατρικοποίηση (π.χ. το τραγελαφικό ‘vagina’ των αμερικανών, που ξεκινάει από την περιποιημένη ή αποψιλωμένη ήβη τους και καταλήγει στις ωοθήκες) καθώς και οι αναίτιοι ευφημισμοί αποτελούν καταστρατήγηση της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, ανεξαρτήτως από το αν είναι και πρακτικές κοινωνικά επιβλαβείς ή και ζημιογόνες.

Επιστρέφοντας στην ελευθερία της ερωτικής πρακτικής, θεωρώ αδιανόητο να προβάλλονται ως πρότυπα αρετής γυναίκες που π.χ. μαράθηκαν πρόωρα από την αγαμία, που επέβαλαν στον εαυτό τους αναφροδισία για να μην παραφρονήσουν από στέρηση ή παραμελημένες νοικοκυρές που καρτερούν υπομονετικά σώσματα συζυγικής σχεδόν διέγερσης – όλα στο όνομα της μονογαμίας, της σεμνότητας ή της συζυγικής πίστης. Παρομοίως, μου φαίνεται στρεβλό και το εξής: η βιομηχανία του θεάματος συστηματικά προβάλλει τη διάλυση του γάμου ως (τη μία) ηθική λύση όταν ένας από τους δύο συζύγους μοιχεύσει. Βεβαίως πρόκειται για μια απόφαση που πολλοί από εμάς θα πάρουμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Βεβαίως ακόμη περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι επί της αρχής να αποταχθούμε την ερωτική ελευθερία στο όνομα της σεμνότητας, του έρωτα ή της αγάπης. Όμως δεν είναι δυνατόν η απόφαση της κοινής συμβίωσης, της συντροφικότητας και της συζυγίας – και της αγάπης ενίοτε – να βρίσκεται υπό την αίρεση της επιθυμίας.

Αν υπάρχει κάποιου είδους ‘ιερότητα’ στη μακροχρόνια δέσμευση, στη συζυγία, στον γάμο, αυτή έγκειται στην ελεύθερη και πρόθυμη απόφαση να μοιραστείς κάποια χρόνια από τη ζωή σου με έναν άνθρωπο· ενδεχομένως γιατί τον αγαπάς, αλλά όχι απαραιτήτως. Αυτή η απόφαση (πρέπει να) εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα συμβιώσουμε ή θα συζευχθούμε έναν ελεύθερο άνθρωπο με τον οποίο θα επικοινωνούμε έστω και στοιχειωδώς. Αυτό είναι το ηθικό ζήτημα και μόνο.

Ναι, σαφέστατα, η παρουσία ενός τρίτου ή περισσότερων τρίτων θα οδηγήσει κάποιους από εμάς να λύσουμε αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο είναι βάρβαρο και τελικά βαθιά ανήθικο να θεωρούμε ότι είναι a priori ηθικό να λύνονται αυτοδικαίως οι σχέσεις λόγω ‘απιστίας’. Και πάλι παραλληλίζοντας: πολλοί θα εγκαταλείψουν την εργασία τους επειδή δεν μπορούν να συνυπάρξουν με τους συναδέρφους τους. Αυτό είναι ανθρώπινο αλλά όχι αυτομάτως ηθικό.

Τελικά, στα ζητήματα ερωτικής ελευθερίας φαίνεται ότι η (‘υψηλή’ λεγόμενη) λογοτεχνία και ο (λεγόμενος ‘καλός’) κινηματογράφος έχουνε πληρέστερη και λεπτοφυέστερη αντίληψη του προβλήματος από ό,τι η ποπ κουλτούρα ή τα προϊόντα της βιομηχανίας του θεάματος. Αν μη τι άλλο, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που με επιτυχία διαχωρίζουν τα θέματα της καρδιάς (μόνωση, δειλία, μοναξιά, αιδημοσύνη, ζήλεια, νοσταλγία, καημός, παραφορά, λαχτάρα για έρωτα και ζωή, γερατειά) από τα θέματα ουσιαστικής ηθικής (σε αντιδιαστολή με την κατά Καβάφη ‘τρεχάμενη ηθική’). Γιατί ναι μεν η ελευθερία είναι εξ ορισμού ηθική, αν όχι ένα από τα θεμέλια της ηθικής, αλλά δεν παύουμε να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι. Από αυτήν την άποψη, η Στέλλα του Κακογιάννη ή το Brief Encounter (για να μη μιλήσω καν για βιβλία) μας λένε περισσότερες και βαθύτερες αλήθειες από όλα τα δράματα σχέσεων κι όλες τις αισθηματικές κομεντί και όλους τους συμβούλους σχέσεων μαζί.

Η φωτογραφία είναι της Lina Scheynius.

[Δεν έχω τίτλο]

Λόγια, πάλι λόγια. Βαρέθηκα.

Υπάρχει μια σειρά από θέματα, λοιπόν. Δεν μπορώ να τα συνθέσω σε κάτι ολοκληρωμένο, πολύ περισσότερο σε κάτι που θα οδηγεί κάπου. Επιπλέον έχουμε πήξει από γνώμες, πόνο, δημηγορίες, διακηρύξεις, αίμα, απόψεις, προβλέψεις, καταγγελίες, οργή, διαγνώσεις, χειροκροτήματα, θυμό, επικλήσεις, αναλύσεις, μίσος, διαγγέλματα, ισοσκελισμούς, απειλές, αγριότητα, υποσχέσεις, χυδαιότητες, κατάρες, καλέσματα, κηρύγματα, ετυμηγορίες, προτροπές, ιερεμιάδες, χλευασμούς, ξυπνάδες. Ποιος έχει ανάγκη από ακόμα μια κουβέντα.

Γραφ’ τα κι ας είναι.

α.

Θα το επαναλαμβάνω μέχρι να με διαβάζω μόνος εγώ: η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία δεν καλλιεργούνται στο ελληνικό σχολείο για εθνικούς λόγους. Πρόκειται για στρατηγική του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: αν ενθαρρύνεις την αμφιβολία και την περιέργεια στα παιδιά, αν τα προτρέπεις να ψάξουν και να εξετάσουν και να ασκήσουν κριτική, κινδυνεύεις να κλονίσεις την πίστη τους στην εθνική ιδεολογία της ομοιογένειας-συνέχειας-ανωτερότητας-ιδιαιτερότητας του ελληνισμού. Ωστόσο, από τη στιγμή που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη χώρα συνέπεια αυτής της στρατηγικής είναι ότι αποκτήσαμε πολίτες (και ψηφοφόρους) οι οποίοι είναι ευάλωτοι στην προπαγάνδα και ανίκανοι να σκεφτούν καθαρά και συγκροτημένα, περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά και συγκροτημένα σημαίνει ότι κατανοούμε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις

  1. στη βάση σαρωτικών γενικεύσεων, άρα αδυνατούμε να σκεφτούμε πολιτικά, κάτι που απαιτεί να κάνεις λεπτές αλλά ουσιώδεις διακρίσεις ή
  2. ως αντιθετικά δίπολα, άρα γινόμαστε ευάλωτοι σε εκβιαστικά διλήμματα.

Ένα παράδειγμα που θέλω να φέρω δεν είναι από το πρόσφατο περιστατικό με τον υπόδικο ναζί Κασιδιάρη και τις πραγματικά ανησυχητικές αντιδράσεις μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, αν και θα ταίριαζαν γάντι· είναι με αφορμή  αυτό:

Η αστυνομία μπαίνει σε θέατρο και συλλαμβάνει τους ηθοποιούς του έργου Corpus Christi για προσβολή των θείων, επειδή το έργο παρουσιάζει τον Κύριο και τους μαθητές Του ως ένα τρελό γκέι παρεάκι. Αντιπαρέρχομαι

  1. τον σουρεαλισμό του περιστατικού και την αιτιολόγηση της εφόδου μιας αστυνομίας ξεφτιλισμένης, ακριβής στα πίτουρα και φτηνής στο στάρι,
  2. την ποταπότητα μιας δικαιοσύνης αποπληκτικά τυπολατρικής και
  3. τη χυδαιότητα μιας κοινωνίας που χειροκροτεί (όπως χειροκροτεί την αυτοδικία του παλληκαριού που μετανόησε για τον φόνο του διαρρήκτη) — είπαμε, αρκεί πια με τις καταγγελίες — και μένω στη δήλωση του σκηνοθέτη:

«Να αποφεύγουμε να καταδικάζουμε κάτι εάν δεν έχουμε προσωπική γνώμη γιατί κάτι τέτοιο είναι ρατσισμός.»

Ο ρατσισμός ως σαρωτική γενίκευση, συν μια γενικότερη σύγχυση. Από έναν άνθρωπο που έχει ανεβάσει τουλάχιστον μία παράσταση στη ζωή του, άρα μάλλον ξέρει γράμματα. Δε φταίει όμως αυτός. Ελληνικό σχολείο έβγαλε, ελληνικά έντυπα διαβάζει, ελληνικά ΜΜΕ καταναλώνει, με Έλληνες μιλάει…

Φίλοι, την έχουμε πατήσει άγρια ως λαός: το μόνο που θα μας σώσει είναι πολιτική σκέψη και πολιτική δράση. Αλλά πώς να γεννηθεί πολιτική σκέψη; Η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία θα μπορούσαν τελικά να είχανε σώσει την πατρίδα.

β.

Το μίσος είναι διαρκές και άσβεστο στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από τον καιρό του Εθνικού Διχασμού. Μιλάω για το μίσος ως πολιτική συμπεριφορά, ως μια αναλυτική κατηγορία την οποία χρησιμοποιούμε (συγκαλυμμένα συνήθως) όταν μιλάμε για τα κοινά στην Ελλάδα. Αυτό που λέω μπορεί να διαβαστεί και σε συνάρτηση, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με αυτό που λέει ο Καρασαρίνης εδώ: θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι ο λόγος για τη βία αλλά η προϋπόθεση του μίσους που ενυπάρχει στον ελληνικό πολιτικό λόγο. O mao θα το ονόμαζε αδυναμία να κοιτάξουμε μπροστά, διαρκή επιστροφή στο παρελθόν όπως το αντιλαμβανόμαστε: στο 1453, στο 1922, στο 1944, στο 1974 κτλ. Δεν είναι όμως μόνον η προγονοπληξία και η ομφαλοσκόπηση, είναι και το μίσος που χρωματίζει αυτή τη διαρκή ενασχόληση με τα φαντάσματα του συλλογικού παρελθόντος: η γενικευμένη απέχθεια, η απρόσωπη αποστροφή, η οργή που καταριέται κι εύχεται θάνατο και συμφορά, η ανάγκη για αίμα, κρεμάλα, απόσπασμα, φωτιά.

Μέχρι το 2008 το μίσος είχε σαφείς αποδέκτες: τον Τούρκο, τον Βούλγαρο, τον (αντι)βενιζελικό, το κουμμούνι / τον αριστερό, τον μοναρχοφασίστα / δεξιό. Υποτίθεται ότι το μίσος καταλάγιασε τη δεκαετία του ’80 (ή έμεινε με μόνον αποδέκτη τον Τούρκο) και το 1991 απέκτησε καινούργιο αποδέκτη: τον Αλβανό / ξένο. Τον Δεκέμβριο του 2008 καταλύθηκαν και αυτά τα στεγανά, το μίσος πλέον διαχυθηκε και διαπότισε ολόκληρη την κοινωνία. Ο καθένας πια μπορεί να μισεί οποιονδήποτε άλλο και για οποιονδήποτε λόγο. Επαναλαμβάνω: μιλάω για το μίσος ως γνώμονα και κίνητρο κοινωνικής συμπεριφοράς και πολιτικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, μια εγκληματική ναζιστική οργάνωση που επανιδρύεται ως κόμμα μίσους έχει πολλή δουλειά να κάνει και θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε στις επόμενες Βουλές. Ιδίως τώρα που τα κόμματα-σουπερμάρκετ επιτέλους μάς άφησαν χρόνους.

γ.

Το ΚΚΕ φέρει ευθύνη για πάρα πολλά: για όλα όσα ξέρουμε καλά, για την ποδηγέτηση του άνθους της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας επί δεκαετίες, για την νεκροφάνεια στην οποία έχει περιπέσει από το 2010. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, πταίσμα σε σύγκριση με άλλα: απενοχοποίησε την έννοια ‘φασίστας’.

Έχουμε στενούς οικογενειακούς φίλους που είναι στελέχη του ΚΚΕ, ας πω ‘επιφανή στελέχη’ αν και είναι τίμιοι και διαβασμένοι αγωνιστές και άνθρωποι. Τέλος πάντων, πέρασα την εφηβεία μου — όπως κι άλλοι στη γενιά μου — να τους ακούω να ονομάζουν «φασίστα» οποιονδήποτε διαφωνούσε με το Κόμμα και δεν ήταν μαρξιστής (ως γνωστόν, για τους εκτός Κόμματος μαρξιστές υπάρχουν άλλοι όροι, κάποιοι καλιαρντοί κιόλας). Στο τέλος κατέληγες να μην μπορείς (όταν ήμουν φοιτητής) να πεις τον πραγματικό φασίστα «φασίστα», αφού στο μυαλό σου ‘φασίστας’ είναι απλώς ο μη-ΚΚΕ, άρα ο όρος ‘φασίστας’ κατέληγε τελείως ξεχειλωμένος και ενίοτε έως και τιμητικός. Σιγά σιγά καταλαβαίναμε κι εμείς ότι όταν κανείς κατήγγελλε κάποιον για φασίστα ήταν ή κνίτης ή κάπως υπερβολικός τέλος πάντων.

Έτσι καταλήξαμε καλλιεπείς ευφημισμοί όπως ‘ακροδεξιός’ να αποδίδονται όχι σε ακραίους εθνικιστές και οπαδούς του ολοκληρωτισμού, αλλά σε πραγματικούς φασίστες. Φτάσαμε άνθρωποι που είναι απλώς αντικομμουνιστές να αυτοαποκαλούνται ‘φασίστες’, θεωρώντας ότι είναι περίπου τιμητικός τίτλος. Κι εδώ δε μιλάμε για λέξεις, οι λέξεις είναι ασήμαντες. Μιλάμε για έννοιες και για το ξεχείλωμά τους, μιλάμε για σημαντική συμβολή στον εννοιακό και διανοητικό πολτό μέσα στον οποίο κολυμπάμε, από τη μια ανερμάτιστοι και από την άλλη ανίκανοι να επιπλεύσουμε πάνω του. Μιλάμε για το «όλοι το ίδιο είμαστε» που τόσο παραστατικά και ανησυχαστικά εικονογραφεί αυτό το έργο.

Νεώτερες αθηναϊκές ιστορίες (σύντομες)

«Να πας στη χώρα σου»

Την πρώτη φορά που άκουσα το «να πας στη χώρα σου» ήμουν έξω από ένα στρατόπεδο στην Αγγλία. Μου το είπε ένας μεθυσμένος στρατιώτης που μας ακολουθούσε μέσα στο σκοτάδι: στην Αγγλία ο δημόσιος φωτισμός είναι περίπου σοσιαλιστική σπατάλη και, εσχάτως, ενεργειακή αμαρτία. Για καλή μας τύχη, έστριψε στην πύλη και μπήκε στο στρατόπεδο. Συνόδευα τρείς συμπατριώτισσές μου, εκ των οποίων οι δύο ήταν κοριτσάκια που μόλις είχανε φτάσει από τον μακρινό νότο της πατρίδας μου — ούτε πώς χρησιμοποιούνται οι πιστωτικές κάρτες δεν ήξεραν. Υπενθυμίζω ότι τότε οι τράπεζες έδιναν πιστωτικές κάρτες σε όλους: έπρεπε να ξοδεύουμε και να αγοράζουμε και να δανειζόμαστε τότε, δεν το είχαν τότε για κακό. Άλλες εποχές.

Τη δεύτερη φορά το άκουσα πέντε χρόνια μετά, στο μαγικό νησί που, όπως αραιά και πού μου υπενθυμίζουν, με φιλοξενεί. Βεβαίως, δεν είμαι βέβαιος ότι κατανοώ τι σημαίνει φιλοξενία μετά φόρου (και καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων). Πάντως μου το είπαν ότι, αν δε μου αρέσει εδώ, μπορώ κάλλιστα να γυρίσω στη χώρα μου. Βεβαίως τότε δεν ήμουν ετοιμόλογος. Ούτε τώρα είμαι όσο θα έπρεπε. Θα μπορούσα να είχα πει σε αυτόν που με προέτρεπε να γυρίσω στη χώρα μου ότι, αν εγκαταλείψω εγώ και οι αλλοδαποί ομότεχνοί μου τη χώρα του, η χώρα του θα βρεθεί σε αμήχανη θέση.

Την τρίτη φορά το άκουσα στην οδό Βουλής, μεταξύ του Ίκαρου και του Άριστου (το οποίο έχει ψευτίσει τόσο την τυρόπιτά του, ώστε κάνει του Μαμ να φαντάζει αμβροσία). Ανάμεσα στον Ίκαρο και στο Άριστον ήταν καθισμένος ένας μάλλον νοτιοασιάτης καλοντυμένος, σε ηλικία φοιτητή, που έτεινε κάπως διστακτικά το χέρι, ίσως σε πρόβα επαιτείας. Μπροστά μου πήγαινε ένας κύριος που φορούσε ένα κίτρινο πόλο. Μύριζε όπως μύριζαν οι δημόσιες συγκοινωνίες όταν ήμουν παιδί: απλυσιά ημερών που έχει ποτίσει καλά και το ίδιο ρούχο που φοριέται ξανά και ξανά — το κίτρινο πόλο στην περίπτωσή μας. Είχε το προκοίλι όχι του πότη και γλεντζέ αλλά του μια ζωή κακοταϊσμένου. Ήταν κοντός και λιπαρός. Γύρισε στον νεαρό που καθόταν μεταξύ Ίκαρου και Άριστου και του είπε: «να πας στη χώρα σου».

Τον ακολούθησα μέχρι την Κολοκοτρώνη, στρίψαμε κι οι δυο δεξιά. Πήγαινα σε ένα από τα αγαπημένα μου μπαρ, το 42, κι ας έχω καθήσει εκεί μία και μοναδκή φορά στη ζωή μου. Μετά σκέφτηκα ότι είναι νωρίς για αλκοόλ και έκανα μεταβολή για το

Μπαρτέσσερα

όπου κάποτε με πότισαν μπόμπες και κατόπιν ξέρναγα για ώρες, προς μεγάλη θυμηδία του αγαπητού ζεύγους Γ+Γ, οι οποίοι προσπαθούσανε να με νταντέψουν χωρίς όμως να με πατρονάρουν (κι εγώ ξέρναγα συστηματικώς). Κάθησα και παρήγγειλα καφέ.

Το φως ήταν αυτό το φως που όσοι δεν έχετε ζήσει μακριά από την Αθήνα δεν το εκτιμάτε. Το έπινα με περισσότερη όρεξη από τον φρέντο — άλλωστε εγώ τζιν ήθελα αλλά έκανα κράτει. Άκουγα συζητήσεις, αποσπάσματα συζητήσεων, γύρω μου: ότι οι δώδεκα πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος βρίσκονται και μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, κάτι που εξηγεί γιατί η αστρολογία βγαίνει· ότι η Χ είναι εμπαθής και κακόβουλη και μας τα έχει κάνει μπαλόνια, τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν ένας άντρας που δεν άφηνε τη γυναίκα που συνόδευε να μιλησει καθόλου και θα ήθελα να του πω ότι αν δε θέλει να ακούει τη γυναίκα που συνοδεύει (κι ας είναι απλή συνάδερφος και όχι ραντεβουδέ κατάσταση), καλύτερα να βγει με μια γυναίκα που θα θέλει να ακούει να του μιλάει, παρά να της μιλάει εκείνος — κι όχι μόνο για λόγους πρακτικούς. Τα περιστέρια έκαναν αυτό που κάνουν τα περιστέρια: το αρπακτικό, αλλά με χάρη και μπαμπεσιά (έχετε δει πώς τσιμπάνε το τρίμμα τη σφολιάτα;). Απέναντί μου ένας τύπος έπινε καφέ χωρίς να έχει ανάγκη να αναπαύσει το βλέμμα του σε κάποια οθόνη, περίμενε όμως. Τελικά χτύπησε το τηλέφωνο, απάντησε, πλήρωσε, έφυγε. Το φως ήταν ανυπόφορο, μαυλιστικό, και, το κυριότερο, σιγά σιγά χανόταν. Πλήρωσα και βγήκα έξω. Ξεκίνησα να περπατώ ώσπου έφτασα σε ένα μαγαζί με

Συστήματα παρακολούθησης

στου οποίου τη βιτρίνα κάθε είδος προς πώληση είχε επεξηγηματικό καρτελάκι. Έτσι κατάλαβα πώς γυρίζονται όλες αυτές οι λεγόμενες ερασιτεχνικές πορνοταινιούλες: κάμερα σε αρκουδάκι (για να παρακολουθείτε την νταντά που προσέχει το παιδί σας), κάμερα ματάκι πόρτας, κτλ. Συσκευές για ωτακουστές. Συναγερμοί. Με τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι, έστριψα δεξιά και περιπλανήθηκα στα στενά. Περπάτησα ώρες και τράβηξα πολλές φωτογραφίες. Οι περισσότερες, βεβαίως, αδιάφορες. Επειδή δεν μπορώ να τραβάω αγνώστους. Παρά μόνο με τρελό ζουμ. Φωτογραφίες όμως που δεν τις βαραίνει η ανθρώπινη παρουσία και η ανθρώπινη μορφή τι είναι; Καρποστάλ για κουλτουριάρηδες. Συνέχισα ωστόσο να περπατάω, το φως συνεχισε να σβήνει αργά. Εκεί στο πάρκο μεταξύ Ευαγγελισμού, Χίλτον και Σαρόγλειου (τι αστείο κτίριο), κουράστηκα και αποφάσισα να πάρω

Ταξί
 
για να πάω σπίτι. Ο συμπαθής οδηγός με ρώτησε τι ψήφισα. Του απάντησα, γνωρίζοντας ότι μαλλον δε θα του γίνω συμπαθής. Δεν απάντησε. Τσούλησε το τογιότα του με νεκρά καμμιά εικοσαριά μέτρα και μετά μου λέει: «Εγώ, φίλε μου, προβλέπω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα βγει αυτοδύναμος». Ενστικτωδώς γύρισα το κεφάλι δεξιά και είδα το σπίτι του Μητσοτάκη. Κάτι πρέπει να απάντησα. Συνεχίζει: «Εκείνη τη βραδιά, που θα γίνει αυτό, θα με θυμηθείς και θα πεις: εμένα μου το είπε ένας ταξιτζής». Μετα μου είπε ότι αυτός ψήφισε ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά ότι στις 17 θα το ρίξει ΣΥΡΙΖΑ, ότι το ΚΚΕ μάς πρόδωσε, ότι στους δέκα που ρωτάει οι τέσσερις ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ. «Είδες λοιπόν;» Ήθελα να του εξηγήσω ότι η Νέα Σμύρνη, όπου έκανε τη δειγματοληψία του, δεν είναι αντιπροσωπευτική της επικράτειας. Ήθελα να του πω και άλλα. Όμως έπαθα αυτό που παθαίνω όταν πρέπει να συζητήσω πραγματικά θέματα με πραγματικούς ανθρώπους: προτίμησα να ακούσω. Άλλωστε, στη δουλειά μου έχω την ευκαιρία να ακούω τον εαυτό μου όσο θέλω, και περισσότερο.

*

Βγαίνοντας από το σπίτι της μάνας μου συνειδητοποίησα ότι ήμουνα βαριά ντυμένος. Αν πήγαινα σπίτι μου με τα πόδια θα έφτανα κάθιδρος, άρα και μίζερος και τσαντισμένος. Άδειοι οι δρόμοι. Στέκομαι στο σταυροδρόμι και γυρίζω απότομα πίσω: δύο τετράγωνα μακριά ένα

Ταξί.

Σηκώνω το χέρι, παραμερίζω, ανάβει αλάρμ. Πλησιάζει, σταματάει, μπαίνω μέσα, ξεκινάει. Και ο ταξιτζής με χαιρετάει

«Γεια σου, [Σραόσα]».

Αναγνωρίζω σχεδόν αμέσως το γέλιο. Ο συμμαθητής μου ο Ταρίφας. Με ρωτάει πού πάω, του λέω. Ανταλλάσσουμε νέα της τελευταίας οκταετίας. Με ρωτάει τι θα ψηφίσω. Του λέω. Ο Ταρίφας είναι του χώρου, δεν ψηφίζει. Όμως αυτή τη φορά θα ψηφίσει και θα το ρίξει ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μιλάμε μετά για δακρυγόνα. Το ’91 είχαμε κατεβεί μαζί από την κατάληψη του Λυκείου στην πορεία και στην Πατησίων φάγαμε μπόλικα δακρυγόνα, αλλά «καραμέλες ήταν εκείνα σε σύγκριση με αυτά τα ισραηλινά». Μου λέει για τον γείτονα των νηπιακών μου χρόνων που ξαναβρήκα ως κνίτη στο Λύκειο και μετά ξανάχασα: γράφει στο Πριν. Ανταλλάσσουμε αριθμούς τηλεφώνου αυτή τη φορά. Μετά μιλάμε για αμάξια, φανατικοί με τα τογιότα και οι δύο.

Μιλάμε μετά για το σχολείο. Για μια φιλόλογο στην Α’ Λυκείου που τον είχε αφήσει (μια απαίσια ήταν): αυτός της είχε μπει στα ίσια γιατί εκείνη δεν ήθελε να διδάξει την άθεη ιστορία του άθεου Σταυριανού, ο Ταρίφας διαμαρτυρήθηκε και κόπηκε στο μάθημα. Εγώ τότε το έπαιζα μικρός επιστήμων και της έμπαινα διπλωματικώς και με πείσμα: έκανα μεγάλη έρευνα στο σχολείο για τις αξίες και τον τρόπο ζωής των εφήβων (ξέρετε, με ερωτήσεις για σεξ, μπάφους, θεούς, κόμματα, μουσική και άλλα μπανάλ ταμπουδάκια της εποχής), εκείνη εξαγριώθηκε και με κάλεσε με τον κηδεμόνα μου στο γραφείο του Λύκου, όπου την ρεζίλεψα παριστάνοντας τον εκκολαπτόμενο. Όμως ξαφνικά, εκεί κολλημένος στο φανάρι, συνειδητοποίησα το προφανές: ο Ταρίφας, που τότε δεν ήταν ακόμα ταρίφας, που είχε και δίκιο και το θάρρος της γνώμης του, αλλά δεν τον κάλυπτε το βερνίκι του καλού μαθητή, πλήρωσε την άποψή του. Εγώ όχι.

Όταν ξανακατέβω θα τον πάρω κανα τηλέφωνο να πάμε για καμμιά μπύρα.

Εναντίον της αγάπης

 
Esquisse ampelophilosophique. Για τον Νίκο Δασκαλόπουλο (10.VI.2017)

Στους κύκλους των ευαίσθητων ανθρώπων είθισται να μιλάς για αγάπη, σχεδόν επιβάλλεται: σε κάνει να φαντάζεις βαθύς και ψαγμένος, άνθρωπος που ξέρει να δίνει και να δίνεται. Άλλωστε, όταν επικαλείσαι την αγάπη δημιουργείς την εντύπωση ότι διαθέτεις υψηλή «συναισθηματική νοημοσύνη» ενώ η επίκληση της αγάπης προσδίδει αύρα μιας ελαφράς πνευματικότητας σε όσα λες, σε όσα κάνεις και — κυρίως — σε όσα αισθάνεσαι και σε όσα ονειρευεσαι. Αυτοί μάλιστα που πέρασαν από τα αρχονταρίκια των (νε)ορθοδόξων χρησιμοποιούν την αγάπη ως μείζονα αναλυτική κατηγορία: η αγάπη νοηματοδοτεί, ζωοποιεί, σώζει. Είναι το μαγικό για όσους δεν πιστεύουνε σε μαγικά, είναι, λέει, η χάρη που μετουσιώνει το νερό για νίψιμο σε κρασί πρώτης ποιότητος, αν θυμάστε το θαύμα της Κανά. Άλλοι επιλέγουν να αναγάγουν την αγάπη στο Μεγάλο Ιδανικό της ζωής, άρα σε κάτι άπιαστο και ενδεχομένως ανύπαρκτο. Υπάρχουν βεβαίως κι εκείνοι που χρησιμοποιούν την επίκληση της αγάπης ως συναισθηματικό εκβιασμό, συνήθως γονείς και εραστές, όμως κι αυτό ανθρώπινο είναι και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον κτλ.

Ας κοιτάξουμε όμως και αλλιώς το θέμα. Λίγο πιο ψύχραιμα. Η αγάπη είναι συνήθως μια θεωρία, ένα ερμηνευτικό μοντέλο, ένας τρόπος να εξηγήσουμε έναν ισχυρό σύνδεσμο με έναν άλλο άνθρωπο. Υπάρχουνε βεβαίως κι άλλες θεωρίες, υπάρχουν κι άλλα ερμηνευτικά μοντέλα: συναντίληψη, συμπάθεια, συνεννόηση, σύμπνοια, εκτίμηση, φιλία, πόθος, ταίριασμα, έρωτας, συντροφικότητα, στοργή, αφοσίωση… Εδώ κιόλας προκύπτει μια πλάνη: ότι τάχα τα παραπάνω αποτελούν ασθενείς εκδοχές της αγάπης. Επιπλέον, τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και επειδή ο συνδυασμός δύο και τριών από τα παραπάνω μπορεί να μοιάζει με αγάπη.

Η αγάπη είναι η ερμηνεία που (στον δικό μας τουλάχιστον πολιτισμό) προτιμούμε να δίνουμε σε ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό μεταξύ δυο ανθρώπων. Φταίει και ο Απόστολος Παύλος: αυτό που υμνεί είναι τόσο σαρωτικό και απόλυτο και καθόλου μα καθόλου λυρικό ή τρυφερό, παρά εκτυφλωτικό και πανίσχυρο. Όμως, το ότι ζούμε τόσο δήθεν και τόση απάτη γύρω μας δε συνεπάγεται πως ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό αισθανόμαστε είναι αγάπη. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία στην οποία πρέπει να καταφεύγουμε, όταν όλες οι άλλες (και οι συνδυασμοί τους) αποτυγχάνουν να εξηγήσουν τον χαλασμό ή τη βαθειά γαλήνη εντός. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία, όταν όλες οι υπόλοιπες αποδειχτούν ανεπαρκείς, ποτέ η πρώτη.

Μέχρι τότε πρέπει να δουλεύουμε το ξυράφι του Όκκαμ και στον τομέα του τι νιώθουμε: να μην υποθέτουμε το πιο πολύπλοκο (την αγάπη) όταν όσα αισθανόμαστε ερμηνεύονται και με άλλους τρόπους. Αλλιώς τελικά ακκιζόμαστε και κολακεύουμε τους ωραίους εαυτούς μας, καθώς εξιδανικεύουμε και καμαρώνουμε ναρκισσιστικά την ωραία και μεγάλη θεωρία μας. Κι όταν αυτό που έχουμε με τον άλλο (το παιδί, τον γονιό, τον φίλο, τον εραστή, τον σύντροφο κοκ) λαβωθεί, ξεθυμάνει ή εκπέσει, τότε φαίνεται η πλάνη μας και τότε η ζημιά είναι σοβαρότερη από μια απλή διάψευση: αφού αυτό που ονομάσαμε αγάπη έσβησε, άρα αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει, λέμε.

Είναι βαρειά κουβέντα το «σ’ αγαπώ». Όχι γιατί είναι ανέφικτη η αγάπη (απλώς είναι δύσκολη και σπάνια, σαν κάτι δέντρα που θέλουν διαρκή φροντίδα). Κι αν πρέπει να πω κάτι, θα πω κάτι αντίστοιχο με αυτό που ένας φίλος ποιητής λέει για τον έρωτα: «μας αποκαλύφθηκε ότι ο ερωτας δεν είναι αυτό που νοιώθει κανείς, αλλά αυτό που κάνει». Αντίστοιχα, αγάπη δεν είναι αυτό που νιώθει κανείς αλλά αυτό που (τον) ζει. Κι αν έχουμε ανάγκη να λέμε «σ’ αγαπώ» στα σοβαρά είναι είτε γιατί δεν μπορούμε αλλιώς, είτε γιατί έχουμε επίγνωση της βεβαιότητας του θανάτου (αφού ο χρόνος βεβαιώνει ή αναιρεί).

Σταματάω εδώ γιατί μίλησα πολύ για αγάπη.

Η φωτογραφία ‘Bathroom’ είναι του Tim MacPherson.

Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος

Δεν έχει σημασία τι κυβέρνηση θα προκύψει από τις εκλογές και πόσο θα διαρκέσει. Όχι ακόμα. Όχι απόψε. Απόψε είναι σαν αυτές τις λαμπρές νύχτες έρωτα, που τελειώνουν λίγο πριν χαράξει, τις νύχτες που βεβαίως σου περνάει για μια στιγμή κάποια σκέψη τι θα γίνει την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα, τον επόμενο — ίσως — χρόνο, εκείνες τις νύχτες που ακόμα δεν ξέρεις τίποτα κι είσαι βαθιά μεθυσμένος και γλυκά μαγεμένος, που αισθάνεσαι άνθρωπος και χορτάτος και σε όλα θες να γελάσεις και η ψυχή σου έχει ανοίξει κι έχει καταπιεί ολόκληρη την πόλη, ενώ ένα ζευγάρι μάτια λάμπει στο σκοτάδι, χωρίς να είναι ακριβώς γατίσια. Αλλά δε σε νοιάζει τελικά τι θα γίνει, αυτό που μόλις έζησες σε καθορίζει πια και το ξέρεις και σε έχει αλλάξει για πάντα

Κάποιες νύχτες, όπως απόψε, δικαιούμαστε να χαιρόμαστε για την πολιτική. Η χαρά είναι κι αυτή μια πολιτική στάση. Κι είναι τολμηρή στάση και γιατί δείχνει ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ως ένα παιχνίδι σκάκι, όπως πολλές φορές εκτυλίσσεται το Πολιτικό στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, αλλά ως διάλογο και αγώνα που μας αφορά, ως γύμνασμα αλληλεγγύης για όσους έχουνε φωνή πιο αδύναμη από τη δική μας. Να χαρούμε. Έγραφα πριν 6 χρόνια:

η ελληνική αριστερά παιδιόθεν χαρακτηρίζεται από ένα έντονο σφίξιμο κι ερύθημα, από σφοδρή αδυναμία να χαρεί, «να τελειώσει και να το φχαριστηθεί» […]. Δεν μπορεί να χαρεί, δεν μπορεί· πάει και τελείωσε: έβλεπε σινεμά στις μάντρες του ’60 και στηλίτευε την απουσία κοινωνικής κριτικής και επαναστατικών μηνυμάτων, ερωτευόταν τη δεκαετία του ’70 […] και τη χάλαγε η μπουρζουάδικη ροπή των περισσότερων σεξουαλικών πρακτικών, εξεγειρόταν το Πολυτεχνείο και τη φαγούριζε η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, έπεσε η Χούντα και θρηνολογούσε την παλινόρθωση του αστικού κράτους, πήγαινε στις ντίσκο και τις έβρισκε απολιτικές. Και πάει λέγοντας.

Όλοι οι βικτωριανισμοί ίδιοι είναι, και στην καταπίεση και στην υποκρισία τους — μόνον η αφορμή της ενοχής αλλάζει.

Ήρθε λοιπόν η ώρα να χαρεί και να αγαλλιασθεί η ελληνική αριστερά. Όχι να χαζέψει και να μετεωριστεί (αφού η επόμενη μέρα θα έρθει και θα χρειαστεί περίσσευμα ευθύνης και σοβαρότητας), αλλά να χαρεί, να πανηγυρίσει. Απόψε έστω.

Γιατί να χαρεί; Ξέροντας ότι πολλοί αριστεροί δεν είναι ακριβώς του συναισθήματος και της παραφοράς, ότι δε θέλουνε να αποπροσανατολίζονται, ιδού: τεκμηρίωση και επιχειρήματα για τη χαρά σας (αφού έτσι μάλλον το θέλετε):

Το κάζο του δικομματισμού

Και μόνον αυτό θα αρκούσε. Ιδίως μετά από τόση μα τόση προπαγάνδα και τρομοκρατίαΕπίσης:

α. Η όμορφη συντριβή του αλαζονικού ΠΑΣΟΚ. Αντιγράφω από Γιώργο Γιαννόπουλο στο φέισμπουκ:

Στην πρώτη περίοδο [το ΠΑΣΟΚ] έπεσε με το σκάνδαλο Κοσκωτά, αφού είχε περάσει από τα μούσια στo νεόπλουτο λαϊφστάυλ. Αλλά επιβίωσε. Στη δεύτερη έπεσε με το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, αφού πρώτα έγινε το κατ’ εξοχήν κόμμα της διαπλοκής, των τραπεζών και της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος με τους γνωστούς άκηδες, τσουκάτους, μαντέληδες κλπ. Έπεσε πιο χαμηλά, αλλά επιβίωσε για να διαπράξει την πρόσφατη χυδαία εκλογική απάτη & το νεοφιλελεύθερο πραξικόπημα και να επιχειρήσει να εξουδετερώσει τους πολίτες με ένα οργουελιανό μηχανισμό χειραγώγησης και την πιο άγρια και απροκάλυπτη καταστολή απ’ την εποχή της χούντας. Ας είναι το κύκνειο άσμα του και ας αναπαυθεί εν ειρήνη.

β. Η ταπεινωτική καθίζηση της ΝΔ (που ξεκίνησε να καταστρέφει τη χώρα υπό τον Κωστάκη Νιντέντο) και του Αντώνη Σαμαρά προσωπικά, του τελευταίου (ελπίζω) πολιτικού παλαιάς και κακής κοπής: ψεύτη, καιροσκόπου, διοριστή και βολεψάρχοντα. Ενός πολιτικού με έργο απαράμιλλων εθνικιστικών προδιαγραφών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παλιά ιστορία, δεν είναι Καμμένος ή Κουβέλης ή δεν ξέρω τι, νεοπαγείς συσπειρώσεις διαμαρτυρίας. Είναι ένα κόμμα που υπήρχε και πριν την Κρίση. Είναι ένα (ακόμη) πολυσυλλεκτικό πράμα, πολύ αριστερό για τα ελληνικά πολιτικά αντανακλαστικά (δείτε, λ.χ. πώς απεναντίας σέβονται όλοι το πατριαρχικά και αυταρχικά και όμορφα και τακτοποιημένα αποκολοκυνθωμένο και αρτηριοσκληρυμένο ΚΚΕ). Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πιο λοιδωρημένο, κατασυκοφαντημένο και στοχοποιημένο ελληνικό κόμμα μετά το 1974, με ζήλο και μανία που θυμίζει ζωηρά αντικομμουνισμό του ’50. Επίσης, έχει ως ηγέτη έναν συμπαθή αλλά μάλλον επιπόλαιο τύπο με δημόσιο προφίλ εξυπνάκια, ο οποίος όμως πρόσφατα ωρίμασε κι άρχισε να κατανοεί τις άγριες περιστάσεις.

Η ταπείνωση του ΚΚΕ 

 Τι να πει κανείς, μακάρι να τρίξουν λίγο οι αλυσίδες των δεσμωτών του Περισσού, που προσμένουν αντάμα να αλλάξει κάπως με κάποιο θάμα η γραμμή του κόμματος. Για όσους θυμούνται τον Χαρίλαο τον κατσαπλιά, η Αλέκα είναι με διαφορά σταλινικότερη. Ο σταλινισμός όμως, εκτός από απεχθής, είναι πια μεγάλη πολυτέλεια στον τόπο μας και στον κόσμο μας, όπου οι νεοφιλελεύθεροι ιεροκήρυκες του πιο μοβόρου, αδηφάγου κι απάνθρωπου καπιταλισμού μετά το 1929 παίρνουνε σβάρνα, στο όνομα των Αγορών και του Κέρδους, όσα λίγα έχει κερδίσει ο μη προνομιούχος κόσμος τα τελευταία 150-200 χρόνια.

Μέλη ναζιστικής συμμορίας στη Βουλή των Ελλήνων

Όχι, δε λέω να χαρείτε με αυτό. Σκεφτείτε όμως το εξής: πάντοτε ξέραμε ότι 1 στους 10 Έλληνες είναι χουντοβασιλικός (στην καλύτερη περίπτωση), ταγματασφαλίτης, ρατσιστής, χίτης, εθνίκαρος. Οι βασανιστές, οι παρακρατικοί, οι χαφιέδες, οι κάθε λογής αντισημίτες δεν ήτανε προϊόντα εισαγωγής, Έλληνες ήταν. Όπως είχε επισημάνει παλιά μέχρι και ο Νίκος Δήμου (και χλευάστηκε), όλοι αυτοί κρύβονταν από το 1974 (κυρίως) στη ΝΔ. Ακόμα και μετά το 1990, οπότε και ελέω Σαμαρά επανανομιμοποιήθηκε ο ρατσισμός-εθνικισμός λόγω Μακεδονικού και Αλβανών, κάθε φορά που κατέβαιναν φασιστικά μορφώματα όπως η ΕΠΕΝ δεν είχανε ρεύμα: προτιμάς να ψηφίσεις έγκλειστο Παττακό ή να σου διορίσουνε την κόρη και να σου νομιμοποιήσουν το αυθαίρετο; Πάντως υπενθυμίζω ότι η Χρυσή Αυγή (και πριν από αυτή η ΕΝΕΚ / ΕΝΕΠ) δεν είναι καινούργια φρούτα: πρόκειται για παλιές γνωστές εγκληματικές συμμορίες ναζιστών (για να μην παίζουμε με ευφημισμούς όπως «ακροδεξιός»).

Με το ΛΑΟΣ άλλαξαν τα πράγματα: ο πονηρός διαφημιστής αρχηγός της και τα αδίστακτα ΜΜΕ έκαναν το συγκαλυμμένο φυλετικό μίσος και την τελειωμένη πατριωτίλα τρέντι. Κάτι που ταίριαζε και με τις ανάγκες της εποχής: μέχρι τον Ερντογάν, όποτε υπήρχαν εσωτερικά προβλήματα, έπαιζε κι από μια κρίση στο Αιγαίο. Μετά από αυτόν τον κύριο, ε, το μέτωπο έγινε εσωτερικό: οι μετανάστες φταίνε κάθε φορά που κάτι πάει στραβά. Άρα το συγκαλυμμένο φυλετικό μίσος και η τελειωμένη πατριωτίλα μπορούσαν να καλλιεργηθούν, όσο ο καιροσκοπικός χαρακτήρας του τσίρκου ΛΑΟΣ το επέτρεπε. Σε αυτό το εύφορο έδαφος καλλιεργήθηκε η νυν χειραφέτηση του ναζισμού. Η εποχή όμως πια θέλει λεβεντιές, έτσι το συγκαλυμμένο φυλετικό μίσος και η τελειωμένη πατριωτίλα αντικαθίστανται πλέον από το ωμό φυλετικό μίσος και την σαπισμένη πατριωτίλα. Να η εικόνα σας, συνέλληνες, καμαρώστε τώρα στη Βουλή αυτό που πάντα μα πάντα υπήρχε ανάμεσά σας.

Από αυτή την άποψη (εξαιρώντας το μπόνους των 50 εδρών), η Βουλή που θα προκύψει θα είναι μάλλον βαθιά αντιπροσωπευτική.

Να λοιπόν, θα ξημερώσει μα η χαρά δε χάνεται αλλά θα τη φυλάμε μέσα μας. Όπως και σε άλλα πράγματα, η επόμενη μέρα ξεκινάει με ερωτήσεις για το μέλλον, εκεί γύρω στο πρωινό ξύπνημα.

Ο διασυρμός των υποτελών

Ακολουθεί παράφορο και απρόσεκτο ποστ. Ναι, εντάξει, βεβαίως: η δουλειά μας, ο χώρος όπου ο καθένας μας προσφέρει (όσοι δεν έχουν μείνει άνεργοι), προτεραιότητες, ναι, το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να κάθεσαι μπροστά στο πληκτρολογιό σου και να στηλιτεύεις τη χυδαιότητα και τη βάρβαρη απανθρωπιά και καταπίεση. Ναι, σχετικισμός, βεβαίως, η κατανόηση του πώς δουλεύει ο κόσμος, ο προεκλογικός χαρακτήρας (και μόνο;) της αθλιότητας που από παντού τρυπώνει με όσμωση και τριχοειδώς κτλ.

Όμως, δείτε αυτό. Δείτε το. Το ξέρετε. Δείτε το.

Έχω φρικάρει με τον διασυρμό και την απάνθρωπη προστυχιά (μην κολλάτε μόνο στο ιατρικό απόρρητο). Δε θα κάνω εύκολες ερωτήσεις παρά μόνον αυτή:

Μόνον εγώ βλέπω σημάδια κακοποίησης (σωματικής και άλλης) σε αυτά τα πρόσωπα; Έχω φρικάρει. Έχω φρικάρει. Έχω φρικάρει. Παρουσιάζονται μία πορτραίτο, μία ολόσωμη κακοποιημένοι ίσως και σίγουρα φτωχοί άνθρωποι . Αλλά όχι ρε, δεν είναι άνθρωποι, και μάλιστα απολύτως φτωχοί και καταπιεσμένοι. Είναι υγειονομικές βόμβες, γι’ αυτό τις επιδεικνύουν, όπως επιδείκνυαν τον καιρό της 17Ν και του ΕΛΑ κάτι πενιχρά λάφυρα: κατεσχεμένα περίστροφα, πυροκροτητές, καλάσνικοφ, μία ρουκέτα κτλ. Αυτές οι πουτανάρες σκοτώνουνε τους άντρες σας κι εσάς. Αυτές οι φτωχοπουτάνες των 10 και των 20 ευρώ πάνε με Αλβανούς και Πακιστανούς. Τι να λέμε.

Ένας φίλος μου σχολίασε στο φατσομπούκι ως εξής:

«Αυτό είναι διασυρμός κάποιων γυναικών που βγάζουν το ψωμί τους τίμια. Θα υπάρχει ανάλογος διασυρμός για τους μαλάκες που πλήρωναν πιο πολλά λεφτά για να μην πάρουν προφυλάξεις; Μάλλον όχι γιατί αυτοί είναι νοικοκυραίοι και θα τους χαλάσουμε τα σπίτια […]».

Πιο ψύχραιμα: οι αρχές, έχοντας παραδώσει την πορνεία με μεσοβέζικους, πουριτανικούς και αδιάφορους για τα ανθρώπινα δικαιώματα νόμους στον υπόκοσμο του δουλεμπορίου, στιγματίζουν και διαπομπεύουνε τα (καταφανώς) θύματα. Την επόμενη φορά προτείνω να φασκελώνουν τελετουργικώς κατά την κηδεία τους τα θύματα εργατικών δυστυχημάτων: πού στο διάολο είχανε τον νου τους εν ώρα δουλειάς; στην μπάλα; στο πήδημα; στα παιδιά τους; στο φαΐ που θα πρέπει να τους αφήσουν για αύριο; Τι είδους ανευθυνότητα είναι αυτή που δυσφημίζει έτσι βαριά τον εργοδότη τους;

Κι επειδή στα σοσιαλμήντια μιλάμε, και πολύ σωστά, για το τράφικινγκ και για το ότι αυτές οι γυναίκες είναι θύματα τράφικινγκ:

Πρώτον, ας λέμε τα πράματα με το όνομά τους, οι άνθρωποι δεν είναι κόκα για να τους διακινείς. Ας αφήσουμε λοιπόν το «τράφικινγκ» κι ας μιλήσουμε για δουλεμπόριο.

Δεύτερον, πρωτίστως δεν αγανακτούμε γιατί διέσυραν τις καημένες τις πόρνες αλλά γιατί διέσυραν συνανθρώπους μας.

Τρίτον, δούλος και θύμα του συστήματος (που σε μισεί και σε μαχαιρώνει αλλά σε χρειάζεται) δε γίνεσαι μόνο γιατί παίρνεσαι από λεγεώνες κάθε μέρα αλλά και γιατί σε έχουν να ζεις σε παράγκες μαζεύοντας φράουλες και πεθαίνοντας από θερμοπληξία ή πνευμονία, να καθαρίζεις ανασφάλιστος τουαλέτες, να τυλίγεις σουβλάκια τον Ιούλιο επί 12ωρο κτλ. κτλ.

Τέταρτον, δεχομαι (και καθόλου ρητορικώς) ότι κάποιες από τις διασυρμένες κοπέλες ίσως δεν είναι θύματα δουλεμπορίου, ότι δεν ήρθαν να δουλέψουν ως πόρνες με βία και κακοποίηση ή με απειλές ή ζεμένες για την πρέζα και από την πρέζα ή με ψευδείς υποσχέσεις κτλ κτλ κτλ αλλά ελεύθερα, επιλέγοντας αυτή τη δουλειά εκεί αντί για κάποια άλλη αλλού. Ακόμα κι έτσι, ο ειδεχθής, ανθρωποφαγικός, ωμά ταξικός (δεν νομίζω καμμιά από τις διαπομπευμένες κοπέλες να χρεώνει €500 την ώρα διακριτικά στον χώρο μου, κι υπάρχουνε προφανείς λόγοι), βαθύτατα υποκριτικός και δόλιος χαρακτήρας του εξευτελισμού τους παραμένει στο ακέραιο.

Και κάτι τελευταίο, μια και πιαστήκαμε με όρους και ευφημισμούς. Μέσα στο φαλιμέντο κάθε αξιοπρέπειας και μέσα στο ζουγκλέ θρίαμβο-πομπή-όργιο του πουριτανισμού (πάντα έκραζα τον πουριτανισμό ως βάρβαρη ιδεολογία, ως ολοκληρωτικό σύστημα καταπίεσης των επιθυμιιών και ποινικοποίησης του σώματος — να η ανεπιθύμητη δικαίωση): αυτός ο βλακώδης ευφημισμός, ιερόδουλος, είναι πατερναλιστικός και βαθιά υποκριτικός, όπως τόσα πράγματα στην ελληνική κοινωνία. Πόρνες είναι οι γυναίκες.

Απ’ έξω

Πλησιάζει η δεύτερη επέτειος από την υπαγωγή μας στην Τρόικα. Ο εξωτερικός έλεγχος έγινε αρχικά αντιληπτός ως ο μοχλός που θα αποκυλούσε τον ογκόλιθο της κακοδιοίκησης, της διαφθοράς, αυτού που από την εποχή Σημίτη αποκαλούμε ‘διαπλοκή’ κτλ. Κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό. Γιατί δεν κατέστη δυνατό, στον βαθμό που ήταν κάτι τέτοιο εφικτό, είναι ζήτημα το οποίο έχει συζητηθεί εκτενέστατα, λεπτομερέστατα και με περισσό πάθος.

Γενικά, εδώ και δύο χρόνια χορτάσαμε λόγια και ρητορικές. Στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της παρούσας κατάστασης πάντως θα συγκαταλέγεται οπωσδήποτε και η πλήρης χειραφέτηση των μέσων ενημέρωσης: από αρνιά τη δεκαετία του ’70, κομματικοί παρατρεχάμενοι τη δεκαετία του ’80, πελάτες και συνέταιροι των κομμάτων τη δεκαετία του ’90 και μετά, σε στιβαρούς ρυθμιστές και κραταιούς διαμορφωτές ρητορικών, απόψεων και πολιτικών πραγματικοτήτων. Τα ελληνικά μέσα δεν παρασκευάζουν απλώς συναίνεση πια (κατά το τσομσκιανό), παρά κατασκευάζουν πραγματικότητες και ερμηνεύουν με παρρησία και πλήρη αφοβία τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Η στρεψοδικία και μονομέρεια της Fox δεν είναι πια εξωτικό στίγμα της αμερικανικής κοινωνίας.

Εν πάση περιπτώσει, κανονικά δεν έχω τίποτε να προσθέσω, εκτός από την προοπτική ενός Έλληνα του εξωτερικού, ο οποίος συνθέτει άποψη μιλώντας με πραγματικούς ανθρώπους αλλά και παρακολουθώντας τα μέσα σε μικρές δόσεις. Όσα θα πω παίρνουν, όπως πάντα, νερό ή, για τους λογιότερους, το χρειάζονται το αλατάκι τους.

Ακούγονται πολλά λοιπόν: ότι η ελληνική κοινή γνώμη πολώθηκε ή διχάστηκε· ότι η πρωτοφανής φονική βία μέσα από την οποία επαναχειραφετήθηκε η «ευνουχισμένη» αστυνομία κι αποκαταστάθηκε στοργικά στον βίαια κατασταλτικό της ρόλο μούδιασε και πάγωσε τους αγανακτισμένους και εξεγερμένους· ότι η κοινωνία καταρρέει ενώ παράλληλα ωριμάζει από τη μια η αυτο-οργάνωση κι από την άλλη ένας μάλλον εστέτ φιλανθρωπισμός·  ότι η πολιτική απαξιώνεται και ότι τα παλιά κόμματα πεθαίνουν· ότι ο φασισμός αναγεννάται από την τέφρα του ενώ η αριστερά, παρά την αβουλία και την ασυνάρτητη, αναιμική, αυτάρεσκη και πολυδιασπασμένη προσέγγισή της, φορτώνεται όλες τις αμαρτίες του δημόσιου βίου από τον καιρό της Βάρκιζας. Ίσως. Παράλληλα, ή και απεναντίας, εγώ βλέπω (και) κάποια άλλα πράγματα.

Πρώτον, οι φτωχοί αυτού του τόπου, οι «υποτελείς τάξεις» που λέει κι ο λενινιστής φίλος, απλώς εξαθλιώνονται περαιτέρω. Γίνονται και τυπικά φτωχοί. Είναι σφάλμα να ξεχνάμε ότι υποφέρουν κι εξαθλιώνονται ήδη από τουλάχιστον το 2004, για να δώσω ένα συμβατικό ορόσημο. Η ανεργία είναι πολύ υψηλή εδώ και χρόνια, η ζωή ήταν δυσανάλογα ακριβή στην Ελλάδα και πριν να αρχίσει το πετσόκομμα μισθών και συντάξεων. Αυτοί ποτέ δεν είχανε φωνή, κάνουν απλώς γραφικά περάσματα απόγνωσης από τους λαζόπουλους και τους αυτιάδες του κόσμου τούτου. Πριν ζούσανε με μακαρόνια και με ψώνια «που έφερνε σπίτι» η γιαγιά κι ο παππούς· τώρα ψάχνουνε στα σκουπίδια. Επίσης τώρα που η δημόσια υγεία αποσυναρμολογείται, αρρωσταίνουν περισσότερο και πεθαίνουνε πιο εύκολα. Ως εργαζόμενοι, παλιά, θα πήγαιναν από εργατικά ατυχήματα και τα συναφή, τώρα σβήνουν αλλιώς, επειδή δεν έχουνε λεφτά για φάρμακα και γιατρούς κτλ.

Δεύτερον, τα (πρώην) μεσαία εισοδήματα βάλλονται ομαδόν αλλά σε γενικές γραμμές δεν έχουνε φτάσει ακόμα στα χάλια των προ Τρόικας φτωχών. Ακόμα, λέω. Επειδή τα μεσαία εισοδήματα είναι στην πλειοψηφία τους νοικοκυραίοι, δηλαδή πολιτικά υποκείμενα με αστρονομικά υψηλή αδράνεια, στις τάξεις τους πρυτανεύει η επιθυμία και η ψευδαίσθηση, η φρεναπάτη μάλλον, ότι τίποτα δεν αλλάζει. Και με τις δύο ερμηνείες: και ότι «δεν αλλάζει ποτέ τίποτα σ’ αυτόν τον τόπο» κτλ. κτλ. αλλά και ότι δε θα αλλάξει τίποτα σπουδαίο στον τρόπο ζωής τους. Γι’ αυτό και θα αναδείξουν τη ΝΔ σε πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές και γι’ αυτό το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει να υπάρχει.

Τρίτον, τα μεσαία έως υψηλά εισοδήματα δεν έχουνε κανένα πρόβλημα επιβίωσης. Άλλωστε δε βασιζόντουσαν ποτέ ούτε στη δημόσια παιδεία, ούτε στη δημόσια υγεία, ούτε στις δημόσιες συγκοινωνίες. Απλώς πλέον καταναλώνουν λιγότερο, αποταμιεύουν λιγότερο, δεν επενδύουν πια. Επίσης έχουνε βροντερή φωνή, φωνή καθεστωτική και ψευδεπίγραφα ορθολογιστική: ανάμεσά τους βρίσκονται οι λόγιοι των 4000 ευρώ μηνιαίως (όπως έλεγαν και στο τουίτερ) που κουνάνε το δάχτυλο στην ανάξια, διεφθαρμένη και τουρκοβαλκανική πλέμπα που πετάει αποτσίγαρα στον δρόμο και τα έκανε όλα σαν τα μούτρα της. Την πλέμπα που καλείται με 400 ευρώ μηνιαίως να ζήσει από 2 έως 5 άτομα.

Τέταρτον, το πολίτευμα στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε μια περιορισμένης ευθύνης δημοκρατία, σε μια κοινοβουλευτική αυταρχία κατά τα πρότυπα της δεκαετίας του ’50, στην οποία οι πολιτικοί που θα επιβιώσουν και οι σχηματισμοί στους οποίους θα συμμετέχουν θα πλασάρονται ως το μετριοπαθές αντίβαρο στις φασιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις. Ήδη οι φασίστες και οι νεοναζί έχουν αναλάβει ρόλους τραμπούκων που αντιμάχονται τους αριστερούς και αναρχικούς «κουκουλοφόρους»: οι μεν, ασκεπείς κι ακουκούλωτοι, θα σφάζουνε μετανάστες και θα χαρακώνουν αλλοδαπές (κατά προτίμηση γηραιότερες και βαλκάνιες) πόρνες με την ανοχή της αστυνομίας ίσως, οι δε θα σπάζουνε βιτρίνες τραπεζικών ναών και θα καίνε τα σινεμά μας (και, μια μέρα, την Εθνική Βιβλιοθήκη, όπως λεει η αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Κάπως έτσι έχουν ήδη κάνει τη διανομή τα μέσα ενημέρωσης . Άλλωστε, παλαιόθεν η λεγόμενη «αστική τάξη» έβαζε τους ακροδεξιούς να λειτουργούν ως αντίπαλον δέος των αριστερών και των αναρχικών αλλά και ως μορμολύκειο μιας κατάστασης πραγμάτων χωρίς την κηδεμονία της. Δυστυχώς, βεβαίως, πολλές φορές η κατάσταση ξεφεύγει από τα χέρια των «αστών». Να υποσημειώσω επί τη ευκαιρία πόσο ωραία ταιριάζει το ΚΚΕ σε αυτό το σκηνικό, όπως λέει επιγραμματικά κι εδώ: μην κάνετε τίποτα γιατί «είναι καταδικασμένο να αποτύχει» (εκτός απ’το να ψηφίσετε ΚΚΕ).

Πέμπτον: δεν υπάρχει θέμα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Ή θα καταργηθεί το ευρώ ή θα παραμείνουν όλες οι χώρες εντός της ευρωζώνης. Βάλτε κάποιο υψηλό στέλεχος που δουλεύει σε τράπεζα (αυτοί ξέρουν καλύτερα από τους «οικονομολόγους») να σας εξηγήσει γιατί μια υποτιθέμενη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα χτύπαγε άσχημα τις μεγάλες χώρες της ευρωζώνης. Μα, θα πείτε, με το επιχείρημα της παραμονής στο ευρώ… ε, αυτό μας πάει πίσω στον ρόλο των μέσων.

Τι θα γίνει λοιπόν; Θα δούμε. Θα δούμε αφού τα μεσαία στρώματα νιώσουν πραγματικά το τέλος του σχολείου, αφού δούνε πανεπιστήμια να κλείνουν, αφού το Υγεία και το Ιατρικό δε θα είναι «για καλύτερα» αλλά η μόνη ελπίδα επιβίωσης, που θα περνάει από κάποιον από τους αυξανόμενους και πληθυνόμενους παντοίους αργυραμοιβούς, αφού υιοθετήσουν τη δίαιτα ζυμαρικών που κάνουν οι όντως φτωχοί εδώ και χρόνια· όταν οι αυτόχειρες καταστηματάρχες και οι οπλοφόροι απολυμένοι πολλαπλασιαστούν. Προς το παρόν, ακόμα, βρισκόμαστε στη σφαίρα της ρητορείας, της χρηστομάθειας, των σεξουαλικών μεταφορών, της κινδυνολογίας. Προς το παρόν, για πολλούς τελείωσε η διαβίωση και ‘μόνο’, σειρά όμως έχουν η επιβίωση καθώς και οι πολιτικές και ατομικές ελευθερίες μας.

Αλίμονό μας.