Η ελευθερία ως προϋπόθεση

Make my boy realize that, at the side of the everlasting «why», there is a «yes». And a «yes» and a «yes»! — ‘A Room with a View’

Εντάξει, όταν υποσχέθηκα ότι θα γράψω για το σεξ, το εννοούσα φιλολογικώς, ας πούμε. Άλλωστε υπάρχουν αρμοδιότεροι, πιο πεπειραμένοι και πιο ταλαντούχοι από μένα, άντρες και γυναίκες, για να γράψουνε για το θέμα.

Θα γράψω λοιπόν με αφορμή το ότι προχτές τελείωσα επιτέλους τον ανθολογημένο Μεγάλο Ανατολικό. Πραγματικά μυθιστόρημα-ποταμός. Δε θα ξαναμιλήσω για όσα έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση: την ουτοπική πολιτική ιδεολογία του μυθιστορήματος, τον διδακτικό-προγραμματικό του χαρακτήρα, την επαναληπτικότητά του, το ότι θα μπορούσε να γίνει για την ελληνική ερωτογραφία ένας Σολωμός, ένα έργο με το οποίο θα μπορούσε να ανοίξει διάλογο κάθε Έλληνας και Ελληνίδα ερωτογράφος (κλέφτε τον, παιδιά, κλέφτε τον ανελέητα κι ανερυθρίαστα!), αντί να μιμούνται γοτθιές και γαλλικές τσόντες ή να αφηγούνται μεταλυκειακές φαντασιώσεις.

Ο Μεγάλος Ανατολικός είναι μια μεγάλη κιβωτός στην οποία ο Εμπειρίκος φόρτωσε όλα του τα ινδάλματα, πολλά διαβάσματά του, πολλούς καημούς του, όλες του τις ιδέες ως ψυχαναλυτής, ως ποιητής κι ως άνθρωπος, τον ίδιο τον εαυτό του, τις φαντασιώσεις του και — σημαντικό αυτό — όλη του την ποίηση. Το βιβλίο περιέχει πανέμορφα κομμάτια, κομμάτια για σχολικά βιβλία: που μπορούνε να σε εκπαιδεύσουνε στο τι είναι λογοτεχνία και γιατί ασχολούμαστε με αυτή την ιδιότροπη απόλαυση. Λόγου χάρη, το κεφ. 96 περιέχει μια ονειρεμένη και ονειρική περιήγηση της Άνδρου των παιδικών χρόνων του Εμπειρίκου. Έχεις κομμάτια που κάνουνε κομψό παστίς των γαλλικών μυθιστορημάτων που μεταφράζονταν σωρηδόν στην καθαρεύουσα, διαμορφώνοντας τη γλώσσα και την αφήγησή μας — κι όχι μόνο σε λογοτεχνικό επίπεδο. Έχεις μακροσκελή παραθέματα και φευγαλέους υπαινιγμούς. Έχεις επίμονα μοτίβα (τον παφλασμό των κυμάτων λ.χ.) και στιγμιαίες μαρμαρυγές. Πραγματικό έργο ζωής ο Μέγας Ανατολικός, από αυτήν την άποψη.

Υπάρχει πολύ σπέρμα σε από το βιβλίο αλλά και πολλές λεπτές διακρίσεις, σχεδόν σοφές. Υπάρχει πολλή ελευθεριότητα αλλά και τρυφερότητα και πόνος, και βάσανο. Βρίσκεις άφθονη μεγαλοστομία και τολστοϊανά οράματα μα και ποίηση συγκλονιστική.

Ποίηση όχι μόνον υψηλή: του ωκεανού, του Πανός, του έρωτα, των μηχανών και του κύτους του πλοίου, της Ουτοπίας. Υπάρχει άφθονη γλωσσική τσαχπινιά στον Μεγάλο Ανατολικό, σχεδόν όσες και λαγνουργίες. Ανάκραση δημοτικής και καθαρευούσης, ποιητικά και με ίμερο. Το κεφάλαιο 54 από την αρχή έως το τέλος (όπου κι ένα «εις την άκραν της σφυζούσης αφαντάστως πούτσης του»), το τσαχπίνικο «συμπαθής ψωλοτρομπάρισσα» στο 39, κάτι «χονδρομπουρνέλλα» στο 45, η πληροφορία στο 40 ότι η «γαμική διαδρομή» λέγεται και «γαμιά» (κατά το «χεριά» κτλ.), μνημειώδεις διατυπώσεις όπως η «τέτοια λόγια ερωτικά, της τρυφερότητος και της καύλας» στο 68. Εύστοχα σύνθετα σαν το «γαμοπαρμένος» στο κεφάλαιο 41· κάτι σαν το «καρδιοσπαράχτρα θλίψη» στο 53, κι αχ αν την έχει πει καλύτερα κανείς τους τη θλίψη ποτέ.

Ο Μέγας Ανατολικός θα έπρεπε να είναι η αρχή, θα έπρεπε να γίνει η αρχή. Η αρχή για «να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα». Η αρχή για να αρχίσουμε να γδέρνουμε το σκληρό βερνίκι της καταπίεσης, έστω στα ερωτικά μας, έστω και λίγο, που κάνουν τον Άρη Μαραγκόπουλο να παραπονιέται δικαιολογημένα στον πρόλογο ενός μυθιστορήματός του (δε θυμάμαι ποιου) ότι δεν μπορείς να γράψεις για τον έρωτα όταν απευθύνεσαι σε ελληνικό λογοτεχνικό κοινό. Ακόμα χειρότερα: το σκληρό βερνίκι της καταπίεσης, εξαιτίας του οποίου στο φουτουριστικά αριθμημένο 2012, όπως γράφει εδώ,

«Την αυτοδιάθεση του κορμιού σου την [βαφτίζουν] πουτανιά», παρότι «τίποτα άλλο στον έρωτα που τόσο προφασίζονται δεν είναι ηθικό πέρα απο τα γυμνά σώματα που αδυνατούν να κρύψουν την αλήθεια… […] Οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες ή τα χρόνια που περνάμε με τους ανθρώπους που επιλέγουμε να ξαπλώσουμε δίπλα τους είναι το δώρο που κάνουμε ο ένας στον άλλον.»

Όχι,  δεν πιστεύω καθόλου στις πρακτικές χρήσεις και στη χρησιμότητα της λογοτεχνίας, στους πλεχανοφικούς και σταλινικούς (του αποδίδονται έργα γλωσσολογίας και θεωρίας λογοτεχνίας) συσχετισμούς κοινωνίας και τέχνης του λόγου. Αλλά ο Εμπειρίκος ξεκάθαρα γράφει, συν τοις άλλοις, και ένα ογκώδες μανιφέστο. Εν πολλοίς ξεπερασμένο: συμβαίνει αυτό με τα μανιφέστα. Αλλά, όπως και με άλλα μανιφέστα, ο Μέγας Ανατολικός είναι φορέας μεγάλων αληθειών και μεγαλύτερων αναγκών, της εξής μίας: της ανάγκης για ολόπλευρη κι ολόψυχη ελευθερία.

Το Χάος της αγάπης Β’

Φαντάζομαι μια κινηματογραφική σκηνή από αυτές που δε γυρίζονται πια, γιατί μας εφαγε η ειρωνεία κι ο μεταμοντερνισμός κομμάτι-κομμάτι σαν μπισκοτάκι. Ο Μάλαμας τραγουδάει το «Σ’ τα είπα όλα» (σιωπή, ΔΜ) και δυο εραστές κοιτιούνται με νόημα. Το ανάλογο νόημα.

Πήγα χτες σε μια μουσική σκηνή, καιρό είχα να πάω. Με κάλεσε ένας φίλος, από τους πιο οξυδερκείς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη Μεγαλόνησο (λέμε «οξυδερκής», δε λέμε «έξυπνος» — είναι βρώμικη λέξη. Έξυπνος είναι ο Θέμος, ο Μπένυ, ο Μεγαλοδημοσιογράφος. Ο έξυπνος λέει εξυπνάδες, σοφιστής πουλημένος). Άκουγα τη ‘Ρωγμή του χρόνου’ και θυμήθηκα ένα στίχο από το Λύκειο, Αντιγόνη:

ἀλλοὐδὲν αὐτῷ τῶν ἐμῶν μεἴργειν μέτα

Οι εμοί. Η Αντιγόνη εννοεί την οικογένεια, τον πεθαμένο Πολυνείκη. Οι εμοί εμοί; Οι φίλοι. Οι δικοί μου. Οι αγάπες.

Την τελευταία λέξη για την αγάπη την έχει πει ο Απόστολος Παύλος στο κεφάλαιο 13 της Α’ προς Κορινθίους, στον γνωστό «ύμνο της αγάπης». Όσο κι αν προσπαθούν οι θεολόγοι να τον κουρέψουν και οι οπαδοί του πρακτικού βίου να τον θαμπώσουν, εκεί τα λέει όλα. Φίλα με τώρα.

Όλοι κάπου θα ξοδέψουμε τις ζωές μας. Το στοίχημα του Πασκάλ δεν είναι παρά ένα στοίχημα. Αν είναι να τις ξοδέψουμε, ας τις ξοδέψουμε στην αγάπη. Αυτό σκεφτόμουν έφηβος. Αυτό σκέφτομαι τώρα. Μυαλό δεν έβαλα.

Σέβομαι και τιμώ όλος δέος και ευγνωμοσύνη τον έρωτα, το πάθος που (όπως είπε κάποτε μια αγάπη) καταναλώνει σκοτάδια και παράγει θερμότητα, κάποτε και φως. Τον έρωτα τον σέβομαι και τον τιμώ με το σώμα και με το πνεύμα και ολόψυχα. Αλλά αναγνωρίζω, κάθε μέρα της ζωής μου, την υπεροχή της αγάπης. Ιδίως τώρα πια, την εποχή μετά τον καταναλωτισμό, την εποχή που το δήθεν λίγοι πια είναι πρόθυμοι να χάψουν και να ανεχτούν. Κι είναι αλλόκοτο αλλά όμορφο πώς μία αγάπη μπορεί να φωτίσει πλαγίως άλλες αγάπες, κι όλες τους μαζί ετερόκλητες και ποικίλες σχέσεις κι αλισβερίσια και συναντήσεις και συνδέσμους.

Η ζωή δεν είναι απλή. Τα μεγάλα λόγια είναι ωραία κι εμψυχώνουν, αλλά η ζωή είναι πέρα και πάνω από αυτά. Δεν είμαστε εμείς και οι απόψεις μας, οι αλήθειες που σεπτά και όλο ευλάβεια λιτανεύουμε, υπεράνω της ζωής. Η ζωή ξέρει να μας ρίχνει σκαμπιλάκια, συνήθως όταν πιστέψουμε ότι, ξέρω γω, πορευόμαστε μέσα της με τιμή και κατά συνείδηση, όταν θα πούμε «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης». Η ζωή θα μας καλέσει για εξηγήσεις πάνω που θα νομίσουμε ότι είμαστε τακτοποιημένοι στις υποχρεώσεις μας απέναντί της. Και τελικά θα μας υπαγορεύσει τους όρους της ρητά και χωρίς πολλά περιθώρια για δικές μας ερμηνείες.

Καθένας από εμάς έχει 2-3 πράγματα εύκολα, διαφορετικά ο καθένας, και δυσκολευόμαστε σε όλα τα άλλα. Όταν σμίγουμε μπορούμε να δώσουμε από αυτά που είναι για εμάς εύκολα. Ή μπορεί να καθιζήσουμε παρέα, και να αφήσουμε αυτό που δυσκολεύει εμάς να κάνει και του άλλου τη ζωή δύσκολη. Αυτό είναι θέμα επιλογής.

Για το σεξ και για το Βερολίνο θα γράψω άλλη φορά. Το υπόσχομαι. Πάω τώρα για ύπνο.

Μετανάστευση στην Κύπρο

Εδώ και πολλούς μήνες με ρωτούν πολλοί φίλοι και γνωστοί αν είναι καλή ιδέα να μεταναστεύσει κανείς στην Κύπρο.

Η απάντηση εξαρτάται από το ποιος ρωτάει. Ωστόσο θέλω να κάνω κάποιες πολύ πρακτικές και πεζές επισημάνσεις που ίσως φανούνε χρήσιμες σε όσους το σκέφτονται (κι ίσως δε θέλουν ή δεν μπορούν να το συζητήσουνε μαζί μου).

Είναι μακράν
Όχι ιδιαιτερως: μόλις 100 λεπτά από την Αθήνα και 2 ώρες από τη Θεσσαλονίκη με ναύλα €140 με €280 πήγαιν’-έλα. Αλλά μόνον αεροπορικώς. Νησί. Χωρίς ακτοπλοϊκές συνδέσεις. Η Βυρηττός είναι 22 λεπτά και το Τελ Αβίβ 38.

Του κυρ Βοριά
 Το καλοκαίρι (Μάιο-Οκτώβριο) η ζέστη φτάνει τους 47 υπό σκιά — συνήθως εκεί μεταξύ 37 και 41 — με μέχρι και 85% υγρασία. Το χειμώνα οι θερμοκρασίες δεν είναι πολύ χαμηλές αλλά μεταξύ Νοεμβρίου και Απριλίου η θέρμανση είναι απαραίτητη, και λόγω ανέμων και υγρασίας, ό,τι κι αν σας πουν οι ντόπιοι.

Τα λεφτά είναι πολλά
Πολλοί ακούνε για τις κυπριακές αμοιβές και τους τρέχουνε τα σάλια. Να μη λησμονούν ότι το κόστος ζωής στην Κύπρο είναι πανάκριβο, ιδίως η στέγαση και οι μετακινήσεις, ενώ για θέματα υγείας αναγκάζεται κανείς να καταφύγει σε ιδιώτες ή και στο εξωτερικό (Ελλάδα ή Ισραήλ) πολύ πιο συχνά από ό,τι στην Ελλάδα. Επίσης, πρέπει να προστεθεί σε όλα το κόστος μετεγκατάστασης. Οι συγκοινωνίες είναι σε νηπιακό στάδιο και το (δεξιοτίμονο) αμάξι απαραίτητο.

Πετραδάκι πετραδάκι
Έχοντας υπόψη ότι όποιος πρωτοέρθει στην Κύπρο θα πρέπει να νοικιάσει διαμέρισμα: πανάκριβα (με χαμηλό λόγο τιμής προς προϊόν) και πολύ συχνά με προβλήματα που δεν περιμένει κανείς, π.χ. έλλειψη θέρμανσης, κακή μόνωση, προβληματικές αποχετεύσεις. Αυτό οφείλεται στο ότι στην Κύπρο κατά κύριο λόγο ενοικιάζουν όσοι περιμένουν να αποπερατωθεί το σπίτι τους ή οι ξένοι.

Αδέρφια μας

Η κουβέντα κατά πόσον οι Ελληνοκύπριοι μάς αγαπούν, συμπαθούν ή όχι είναι τελείως άνευ περιεχομένου. Αν έχετε ελληνικό διαβατήριο και δεν είστε Πόντιος από την πρώην ΕΣΣΔ, η υποδοχή που θα έχετε από τους Ελληνοκύπριους θα είναι προνομιακή, τάξεις μεγέθους καλύτερη από οποιουδήποτε άλλου ξένου.

Δεν είναι ως εδώ η πατρίδα μας
Η Κύπρος δε μοιάζει καθόλου με την Κρήτη, ούτε ως τοπίο ούτε ως κάτι άλλο. Δε μοιάζει με την ελληνική επαρχία. Η ζωή στην Κύπρο δεν είναι σαν τη ζωή στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής επαρχίας. Μην περιμένετε να βρείτε το Ηράκλειο στη Λευκωσία, όσο κι αν μοιάζουν, ή την Κω στη Λάρνακα ή την Καλαμάτα στη Λεμεσό. Οι διαφορές στα έθιμα, στη νοοτροπία, στους τρόπους, στη συμπεριφορά, στον τρόπο ζωής είναι ευδιάκριτες ακόμη και στα μάτια των ξένων που έχουνε περάσει και από την Ελλάδα και από την Κύπρο.

Μικρός και μέγας
Η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι πυκνά δικτυωμένη, οι κοινωνικές σχέσεις είναι πρωταρχικής σημασίας. Η ενσωμάτωση των ξένων που δεν παντρεύονται ντόπιους είναι αργή και ποτέ δεν προχωρεί πολύ: θα συγχρωτίζεστε ξένους, κυρίως άλλους Καλαμαράδες (δεν είναι βρισιά ο όρος). Οι Ελληνοκύπριοι και δε βρίζουν και αποφεύγουν αντιπαραθέσεις, καβγάδες και συγκρούσεις, ωστόσο δε θα διστάσουν να σας μαχαιρώσουν πισώπλατα. Με την εγκατάστασή σας πιθανόν να σας υποδεχθούν με τραπεζώματα, πεσκέσια και κεράσματα άνθρωποι που γνωρίζετε ελάχιστα. Σε αυτό η Κύπρος θυμίζει κοινωνική οργάνωση χωριού. Ταυτόχρονα, οι δημόσιες υπηρεσίες δουλεύουν, χωρίς να είναι τυπολατρικές, ιδίως άμα μιλάτε ελληνικά ή αγγλικά.

A life less ordinary
Η κοινωνία είναι βαθιά κονφορμιστική και συντηρητική, πρυτανεύει το «κάνουμε και δε λέμε» που είπε κάποτε ο Καραμανλής (ο θείος). Η ανοχή σε εναλλακτικές εμφανίσεις, εναλλακτικές συμπεριφορές και κάθε λογής μη-μέινστριμ προσανατολισμούς είναι χαμηλή, συγκρίσιμη με της ελληνικής επαρχίας. Οι αξίες και οι δραστηριότητες της κοινωνίας περιστρέφονται γύρω από τον γάμο, την τεκνοποίηση, τη δουλειά, τα αυτοκίνητα, τις ταβέρνες, το χτίσιμο σπιτιού και τα υπαίθρια μπάρμπεκιου. Επειδή είναι μικρός ο τόπος, ό,τι αποκλίνει από αυτά έχει μεν τον κύκλο του (φίλοι της μοτοσυκλέτας, τζαζίστες, σινεφίλ, γκέι, ποδηλάτες, ροκάδες, ποιητές, φίλοι του Μπαχ) αλλά θα είναι κύκλος μικρός έως σμικρότατος.

Θέμα επιλογών
Η Κύπρος είναι πολύ ασφαλής και ήσυχη, προσφέρεται για οικογενειακή ζωή με τον τρόπο που εικονογραφείται στις αναπαραστάσεις της αμερικανικής σαμπέρμπιας.

Όχι με βάρκα την ελπίδα
Ναι, μπορείτε να διοριστείτε στο κυπριακό δημόσιο, αλλά οι εκπαιδευτικοί έχουν (υπό κατάργηση μάλλον) μακρά επετηρίδα και οι υπόλοιποι προσλαμβάνονται με όχι πάντοτε αδιάβλητους διαγωνισμούς. Ο ιδιωτικός τομέας, ιδίως οι υπηρεσίες, προσφέρουν πολύ περισσότερες ευκαιρίες αλλά σε καμμία περίπτωση δεν περιμένουν εσάς (όποιος κι αν είστε) οι Ελληνοκύπριοι για να του δώσετε τα φώτα σας ή για να μοιραστείτε μαζί τους το ταλέντο σας: βρείτε δουλειά προτού εγκατασταθείτε στην Κύπρο. Επίσης, ήδη έχουνε προηγηθεί πολλοί συμπατριώτες σας.

Επισημαίνω ότι τα παραπάνω είναι γνώμες και απόψεις κάποιου ο οποίος ζει εδώ επί δεκαετία, όμως δεν παύουν να είναι υποκειμενικές.

Η Κιβωτός της Διαθήκης

Μια ανεικονική ανάρτηση

Οι ‘κυνηγοί της χαμένης κιβωτού’ βγήκαν το ’81 αλλά εγώ τους είδα σε θερινό, τη Δήμητρα, με τους γονείς μου το επόμενο καλοκαίρι. Μου είχε αρέσει πολύ η ταινία, δε θυμάμαι γιατί. Μάλλον θυμάμαι μία σκηνή από εκείνη την πρώτη φορά που την είδα: τη στιγμή που οι ναζί ανοίγουν την Κιβωτό και βγαίνουν έξω τα χερουβείμ: αρχικά χαρωπά αγγελάκια, όπως εικονογραφούνται από τον Ραφαήλ και δώθε, μετατρέπονται ξαφνικά σε άγρια δρακουλιάρικα πύρινα πνεύματα, όπως αρμόζει στους φύλακες των περιεχομένων της Κιβωτού: των πλακών του Νόμου, της ράβδου του Ααρών και μιας στάμνας μάννα. Οι ναζί τήκονται ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Τόμοι ολόκληροι μονοθεϊστικής εικονογραφίας μέσα σε δευτερόλεπτα.

Στην εγκυκλοπαίδεια Δομή (έκδοση 1979) δεν υπήρχε λήμμα «Κιβωτός». Έπρεπε να διαβάσω τι ακριβώς ήταν αυτή η Κιβωτός σε μια Βίβλο εικονογραφημένη (κι αποκαθαρμένη από σχεδόν όλα τα μπρουτάλ στοιχεία) που μου πήραν κάπως απρόθυμα οι γονείς μου όταν πήγα τετάρτη δημοτικού, κατόπιν παροτρύνσεως της δασκάλας. Η θρησκεία δεν ήτανε καθόλου μα καθόλου της μόδας τότε, επικρατούσε μια κάπως αλλόκοτη ιδέα ότι εξανδραποδίζει τον νου, ότι στομώνει τις επιθυμίες, ότι ανακόπτει την κοινωνική πρόοδο: ήτανε πολύ της αριστεράς και της προόδου εκείνη η εποχή. Από την άλλη, ο πατέρας μου είχε άγχος να μορφώσουν τα παιδιά του σφαιρική (έτσι την έλεγε) γνώμη και εικόνα για τον κόσμο. Έτσι, για κάθε Βάγκνερ, ένας Διονυσίου· για κάθε Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής (τόμοι εφτά, ένας για κάθε ηλικία, μετάφραση από τα γαλλικά Άρης Αλεξάνδρου), η Βίβλος· για κάθε φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, ένα φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ (δυστυχώς αυτά δεν είχανε τραγούδια, ενώ η μάνα μου ρωτούσε «Μα, [Αμπού-Σραόσα], κάνει κι ο Αβέρωφ φεστιβάλ;»)· για κάθε ταβέρνα «τα Καλάμια» στην Κυψέλη, μια πιτσαρία στην Κηφισιά. Πριν προχωρήσω: οι γεύσεις της μπριζόλας στα «Καλάμια» και του τηγανητού κολοκυθιού σε κουρκούτι είναι η δικιά μου, κοντινή μαντλέν. Άντε κι η άψητη ζύμη της πίτσας στην πιτσαρία της Κηφισιάς που μύριζε αρωματικά μαντηλάκια.

Έμαθα λοιπόν τελικά τι ήταν η Κιβωτός. Με εντυπωσίαζε η ιδέα από όσες πλευρές θέλετε: χρυσή να περιφέρεται στην έρημο· να την κουβαλάνε γύρω γύρω· η Αγία Γραφή περιέχει ακριβείς οδηγίες κατασκευής της· τα δύο γλυπτά χερουβείμ πάνω στο καπάκι της, με προδιαγραφές από τον Ίδιο που απαγόρευε «παντός ομοίωμα»· ότι όποιος την άγγιζε πέθαινε αλλά ότι την είχανε κλέψει οι Φιλισταίοι, όμως δεν κεραυνοβολήθηκαν· ότι παραμένει χαμένη για πάντα χωρίς κανείς να ξέρει ακριβώς πώς χάθηκε — γενικά, ο Κύριος είναι απρόσεχτος με τα πράγματά Του, δείτε τι απέγινε ο Τίμιος Σταυρός λ.χ.

Στα 11 διάβασα Νταίνικεν, τότε τον διάβαζαν για λογοτεχνία, σήμερα θα θεωρούνταν βαρετότατος, ένας Λιακόπουλος εμβέλειας Γουμένισσας. Εκεί έλεγε ότι την Κιβωτό, έναν γιγαντιαίο πυκνωτή, την έφτιαξαν οι Ισραηλίτες με οδηγίες εξωγήινων, κι ότι εξωγήινο ούφο ήτανε και το χερουβικό άρμα του Ιεζεκιήλ. Μάλλον οι εξωγήινοι κατέβαιναν στην έρημο για να παίξουν με τους Ισραηλίτες για πλάκα, χωρίς σκοπό, όπως πηγαίναμε όλα τα ξαδέρφια την εποχή που τα διάβαζα αυτά να παίξουμε τα μεσημέρια με τις σαλούφες που ξεβράζονταν κατά χιλιάδες στην παραλία της Μηλίνας, μπας και οι γονείς μας κάνουνε τίποτε μέσα στα δωμάτιά τους, στην πανσιόν του κυρίου-πώς-τον-έλεγαν (πάντως όταν  το απόγευμα τους ανακοινώναμε τα αποτελέσματα των σαλουφοσαφάρι, ήταν ανεξαιρέτως χαμογελαστοί). Επειδή θεωρούσα ότι έχρηζαν σοβαρής απάντησης οι εικασίες του Νταίνικεν, είχα γράψει ένα άρθρο αναιρετικό των δοξασιών του· δυστυχώς δε δημοσιεύτηκε ποτέ.

Ξαναβρήκα την Κιβωτό ακούγοντας το Tender Prey του μεγάλου μου ινδάλματος, του Νικόλα του Κέιβ, όταν ήμουν Δευτέρα Λυκείου. Θυμάμαι απ’ έξω τους στίχους του Mercy Seat:

in Heaven His Throne is made of Gold
the Ark of His Testament is stowed
from which all history unfolds

Και είχα πάθει τέτοια πλάκα… Για σκεφτείτε: η ηλεκτρική καρέκλα, το κάθισμα του ελέους, παραλληλίζεται με τον Θρόνο του Ελέους: Τόμοι ολόκληροι αμερικανικής κοινωνιολογίας μέσα σε λίγους στίχους. Κόλλησα με το τραγούδι, διαρκεί όσο ο κατάδικος ψήνεται στην καρέκλα, ένα παραλήρημα που — όπως το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου — καταλήγει «and I think I told a lie». Τι να λέμε τώρα. Χρόνια μετά ρώτησα έναν Κύπριο αγιογράφο συμφοιτητή αν υπάρχουν απεικονίσεις του Θρόνου του Χριστού Κριτή. Βεβαίως, μου είπε. Και μου έδειξε κάτι τέτοιο, και κάτι τέτοιο και κάτι τέτοιο. Πουθενά η Κιβωτός. Βεβαίως — γιατι τον ρώτησα — μου εξήγησε ότι υπήρχαν θεολογικοί λόγοι που απουσιάζει η Κιβωτός (η σκιά του Νόμου, μπλα μπλα μπλα), όμως εγώ είχα απογοητευτεί. Πολύ. Άσε που καμμιά «δική μας» αναπαράσταση δεν προσέγγιζε το φοβερό βήμα, την τρομερή εικόνα που ο ποιητής Κέιβ συνθέτει. Το έμαθα καλά το μάθημα τότε: Ποίηση-Εικαστικά 2-1.

Μετά έπαψα να ασχολούμαι με την Κιβωτό και τη σκιά του Νόμου, είχε άλλωστε έρθει η εποχή για άλλες χάριτες. Ωστόσο των χαρίτων προηγείται η Κιβωτός,  Έτσι, πριν μπω στην Αγία Πόλη Ιερουσαλήμ τον Ιούνιο του 2011 την είδα μπροστά μου.

Ηρέμα: σημειώσεις της εποχής

Ας ξαναρχίσουμε από την αρχή, με αυτά που μας καίνε.

Βία

Δεν πιστεύω στη βία. Ενδεχομένως ελάχιστοι πιστεύουνε στη βία: νετσαγεφικοί και οι συν αυτοίς, στρατοκράτες και στρατόκαυλοι, φασίστες. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν μπορώ να την ερμηνεύσω τη βία, ότι με ξενίζει. Επιπλέον, πώς ορίζουμε τη βία;

Είναι βία να ρίξεις μαύρη μπογιά στα δικαστήρια διαμαρτυρόμενος για την αθώωση μπάτσων που ξυλοφόρτωσαν πιτσιρικάδες; Όχι.
Είναι βία να κάψεις το αμάξι άλλου; Μάλλον όχι, αν και είναι βεβαίως έγκλημα και το πόσο σοβαρό έγκλημα είναι εξαρτάται και από το αν είναι το αμαξάκι κάποιου εργαζόμενου (και δη σε καιρούς ατροφίας των συγκοινωνιών) ή το δεύτερο τρίλιτρο κάποιου Μάκη.
Είναι βία να πλακώσεις κάποιον στο ξύλο ή έστω να τον βρίσεις και να τον απειλήσεις; Ναι.
Είναι βία να καταδικάσεις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην εξαθλίωση και στην πείνα (όπως λ.χ. ο Στάλιν στην Ουκρανία) ή σε ελλιπή περίθαλψη; Ε, ναι.

Πότε δικαιολογώ τη χρήση βίας; Τότε. Και ο λόγος που παραθέτω Τσόμσκυ δεν είναι επειδή τον θεωρώ υπερβατική αυθεντία περί τα πολιτικά, όπως έχει γίνει μόδα στην Ελλάδα, αλλά γιατί η αντίθεσή του στη βία είναι επιπέδου Γκάντι.

Ιδιοσυστασίες και πεζοδρόμια

Το ακούω συχνά πλέον: όσοι ξένοι αγαπούνε την Ελλάδα, να πάνε να ζήσουν στην Ελλάδα όπου τίποτε δε λειτουργεί, τα πάντα είναι διεφθαρμένα, δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις στα πεζοδρόμια.

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Τα πεζοδρόμια σε πολλές πόλεις «του εξωτερικού» (ποτέ δε θα πάψω να γελάω με αυτή την αστεία αφαίρεση) είναι περιχαρακωμένα από τεράστια ατσάλινα ή μπετονένια παλούκια διαφόρων προδιαγραφών ή παρόμοια εμπόδια. Και στην Αθήνα είναι ελεύθερα τα πεζοδρόμια στα οποία έχουν τοποθετηθεί οι γνωστές ανθρωποπαγίδες-κιγκλιδώματα του δημάρχου Αβραμόπουλου (ανθρωποπαγίδες με άλλες παρενέργειες).

Γενικότερα, δεν ισχύει ότι δε λειτουργεί τίποτα στην Ελλάδα. Απλώς, τα πάντα στην Ελλάδα έχουνε διαμορφωθεί ώστε να εξυπηρετείται κυρίως η μικρομεσαία λιανική διαφθορά, το λαδωματάκι, όχι τιτάνιες υποθέσεις διαφθοράς τύπου British Aerospace, Siemens ή τα σκανδιναβικά αντίστοιχά τους.

Για να φύγουμε τελείως από τη συζήτηση για τη διαφθορά, μια και δε γνωρίζω από πρώτο χέρι τίποτε για αυτήν, να φέρω ένα κάπως αστείο παράδειγμα: στην Κύπρο η επικύρωση αντιγράφων, το γνήσιο της υπογραφής και η βεβαίωση κατοικίας είναι αρμοδιότητες του μουχτάρη, κληρονομικού οθωμανικού θεσμού που οι Βρετανοί διατήρησαν και εντάξανε στο δικό τους σύστημα διοίκησης. Ουσιαστικά πρόκειται για θεσμοθετημένη ευνοιοκρατία: έσκαγες ένα 20λιρο (δεν ξέρω πόσο πάει πια η ταρίφα, χρησιμοποιώ το ένα ΚΕΠ της Λευκωσίας, που πρόσφατα ιδρύθηκε κατά τα πρότυπα της διεφθαρμένης κτλ. Ελλάδας) στον κύριο Κίκη ή την κυρία Αντρούλλα για να πατήσει τη σφραγίδα του κράτους, την οποία π.χ. φυλάει μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού και των δύο αμαξιών.

Μονομέρεια

Ο ολντμπόυ μού παραπονιότανε πρόσφατα ότι έχουμε γίνει μονομερείς: πρόπερσι με το πρώτο Μνημόνιο λέγαμε και τίποτε για την ελληνική παθογένεια (που δεν έχει εκλείψει), τις πολυάριθμες ελληνικές φρίκες κτλ. Η απάντησή μου είναι ότι δεν έχει επέλθει ούτε τύφλωση, ούτε μονομέρεια. Απλώς συμβαίνει το εξής. Φανταστείτε ότι είστε σε ένα καράβι και επισημαίνετε ότι οι κουπαστές είναι πολύ χαμηλές, οπότε κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να πέσουν άνθρωποι στη θάλασσα. Το λέτε, το ξαναλέτε, το συζητάτε. Κάποια στιγμή το πλοίο στουκάρει (μάλλον: το στουκάρει ο καπετάνιος) πάνω στο παγόβουνο του θρύλου και σε λίγο το πλοίο, ας το ονομάσουμε Τιτανικό, παίρνει κατακόρυφη κλίση και βυθίζεται γοργά κι αμετάκλητα: ο κόσμος πέφτει έτσι κι αλλιώς στη θάλασσα, και σε μεγάλους αριθμούς. Οι κουπαστές βεβαίως παραμένουν πολύ χαμηλές και λίαν επικίνδυνες. Πλην όμως…

Κοίτα ποιος μιλάει

Ο τρομερός Φεβρουάριος του ’12 ανέδειξε κάτι το οποίο εδώ προς το τέλος σκιαγραφείται πιο καλά. Ο λόγος των διανοουμένων (κι εδώ θα μου επιτρέψετε, Φίλε, να αυτολινκαριστώ), όταν δεν είναι αμήχανος και περιδεής, χρωματίζεται ταξικά πια με απροκάλυπτο και μοχθηρό τρόπο. Διαβάζεις την αντίδραση της Χ ή του Ψ και διακρίνεις, πέρα από εωσφορική αλαζονεία πνευματικών νάνων διαμετρήματος και αντίληψης λ.χ. δικής μου, την πειθήνια συστράτευσή τους με τους μαικήνες, τους χορηγούς, τους εργοδότες τους.

Και εντάξει, η Χ και ο Ψ έχουν ανάγκη από μαικήνες, χορηγούς και εργοδότες (κι εγωδότες) για να ζήσουν. Πράττουν αναλόγως. Θυμηθείτε στρατιές αυλόδουλων ποιητών και καλλιτεχνών, σαν περίπτωση, εννοώ, αφού τα ονόματα των πιο πολλών είναι ξεθωριασμένα για πάντα. Εσύ, όμως, καθηγητή Ω, τελειωμένε «πνευματικέ άνθρωπε», τι φοβάσαι; Δεν εξαθλιώνεσαι μαζί με τους πολλούς έτσι κι αλλιώς; Δε γίνεται να παυθείς για την όποια πολιτική σου δράση — που έτσι κι αλλιώς θα απαρτιζόταν από ψελλίσματα και υπογραφές σε κοινές διακηρύξεις. Ίσως και κανα γενναίο κείμενο.

Ρουμπλιόφ

Να δείτε ξανά τον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Ταρκόφσκι. Σε έναν ζοφερό κόσμο όπου η Ορθόδοξη (ναι, η καλή) Εκκλησία σκοτώνει τη χαρά και την ομορφιά και μετά οι Τάταροι καταστρέφουν, αφανίζουν και σκοτώνουν τα πάντα και τους πάντες, κάποιοι φτιάχνουν καμπάνες και κάποιοι ζωγραφίζουν. Μια ταινία για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’10.

Ταινίες, μηνύματα, Shame

Όχι ότι θα αντιμετωπίσουμε ταινίες και την τέχνη σαν φορείς μηνυμάτων, α λα Δανίκας-Ριζοσπάστης. Όχι. Ιδίως θεουργήματα σαν του Ταρκόφσκι. Υπάρχει όμως ένα λεπτό σημείο που πρέπει να αναδειχθεί εδώ. Θα προσπαθήσω να το κάνω μιλώντας για το Shame, το οποίο δεν έχω δει, ξεπατικώνοντας συζητήσεις με τον ολντμπόυ πάλι.

Λέω στον ολντ ότι το Shame θα μου αρέσει μόνον εάν ξεπεράσει σαν έργο την ίδια την ατζέντα του: ότι το σεξ μπορεί να γίνει παράγοντας αλλοτρίωσης, ενδεχομένως και αιτία της. Όχι γιατί αυτή η προκείμενη είναι εσφαλμένη, αλλά γιατί η πραγμάτευσή της φιλμικά το 2011 είναι υποκριτική και άκαιρη σε έναν κόσμο που υποφέρει από
α) τις συνεπειες του πουριτανισμού, της σεξουαλικής στέρησης και του rape culture και
β) κυριότατα από τη φτώχεια, τον ολοκληρωτισμό, την απληστία των ελίτ αλλά και τον καταναλωτισμό ως όρο και σκοπό ζωής των «μαζών».

Όλα αυτά βεβαίως ισχύουν εάν δεν είναι ωραία ταινία: ως γνωστόν, το έργο τέχνης ξεπερνά και τις προθέσεις του και την ατζέντα του.

Ο ολντ με λέει Ριζοσπάστη και του απαντάω ότι αν μια ταινία θέλει να συνθηματολογήσει και να ηθικολογήσει, και το δείχνει, θα κριθεί με βάση την ατζέντα της. Αν όμως είναι ωραία ταινία, τότε πάμε αλλού.

Ωμότητες

ενα τοξικό κείμενο ενός οιονεί μισότρελου — κι ας μου ‘λεγε ο ΔΚ ποτέ να μην υποτιμώ τον εαυτό μου και τα γραπτά μου.

Από τις τέσσερις το απόγευμα χτες μέχρι και πριν λίγες ώρες πριν ήμουνα καρφωμένος μπροστά στο τουίτερ, στο φέισμπουκ. Παρακολουθούσα, σχολίαζα, κοινοποιούσα, κοινοποιούσα, κοινοποιούσα. Σε παροξυσμό με διάθεση σχιζοθυμική: πότε με έναν ελαφρύ καημό, πότε με πικρή θλίψη, πότε με μικρές ανακουφίσεις. Δάκρυσα λίγο. Με διαπέρασε Απορία, μικρές αγωνίες, δαγκώθηκα μπας και νιώσω στωικά. Κάποτε βρέθηκα τρελαμένος. Κάποτε αλλιώς.

Στην ψυχή μου ταραχή και ανακατωσούρα. Το αίμα μου βράζει. Αγωνία και πόνος. Αλλά ο νους ιπποδάμεια τετραγωνισμένος, πάντα υποφωτισμένος, ατενίζει τον εαυτό του και το καζάνι της ψυχής μου.

Ταυτόχρονα δούλευα μανικώς κι ασταμάτητα. Καταπιάστηκα με ό,τι πιο πληκτικό έπρεπε να διεκπεραιώσω, με εκκρεμότητες μηνών κιόλας. Στα διαλείμματα (ένας καφές, δυο ήμερες κουβέντες, ένα πιάτο γίγαντες κοκκινιστοί, μια ματιά σε δυο-τρία τραγούδια βάλσαμο, μισό κεφάλαιο Εμπειρίκος) λίγη ενδοσκόπηση, μια ανάδυση για ανάσα. Μετά ξανά μέσα.

Είπα χτες και το πιστεύω ότι τα κτήρια είναι κτήρια «είτε τα έκαψαν αναρχικοί λόγω αρχών, είτε τρελαμένοι άνθρωποι λόγω παραζάλης, είτε εγκάθετοι λόγω ρουφιανιάς» κι ότι η προτεραιότητά μας πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Μια φίλη αγαπημένη, που δουλεύει σε ένα από τα κτήρια που κάηκαν, μου έγραψε το ίδιο: έκλαψε για το γραφείο που πέρασε πρωινά εφτά χρόνων αλλά η αγωνία της είναι για τη Δευτέρα των €490 που ξημέρωσε σήμερα, για τους ανέργους και τους άστεγους. Ταυτόχρονα πολλοί ρωτάνε γιατί να καούν τα όνειρα και οι αναμνήσεις τους, τα όμορφα κτήρια: το Απόλλων όπου είδα τις ταινιούλες της ψυχής μου, από το οποίο βγήκα στη χειμωνιάτικη ξαστεριά και σκεφτόμουν ερωτευμένα πόσο αγαπώ την πόλη και κάποια που κοιμόταν μέσα της. Και τα λοιπά.

Ούτε εγώ θέλω να καίγονται τα κτήρια, να ξηλώνονται οι ορθομαρμαρώσεις και να αποκαλύπτεται η δειλή μοντερνιά από κάτω τους, να γίνονται οι περιουσίες ανθρώπων κάρβουνο, ερείπια και σκουπίδια. Η ασχήμια της πόλης με στενοχωρεί και χωρίς καταστροφές. Φοβήθηκα πολύ όταν άκουσα ότι άρπαξε η Εθνική Βιβλιοθήκη (αν και μέσα μου ήξερα ότι ήταν η ίδια είδηση με του Δεκέμβρη του ’08). Πόσο αγαπώ αυτήν την πόλη το ξέρουν μόνον όσοι με ξέρουνε κι όσοι με έκραζαν και την αποκαλούσαν Τεχεράνη και Δαμασκό και Βυρηττό κι άλλα αγεωγράφητα (δε βάζω λινκ, αρκετά με το αυτολιβάνισμα στα άπαντά μου). Αλλά ξέρω κι αυτό. Είδα με τα μάτια μου στις δύο κάμερες  που αναμετέδιδαν ζωντανά όσα λέγονται εδώ: 1, 2, 3, 4, 5. Και εν πάση περιπτώσει, όσοι καταδικάζετε τη βία εν γένει, να κατεβείτε μια φορά κάτω να δείτε πόσο δοκιμάζονται οι φιλοσοφικές βεβαιότητες στην πράξη.

Κι ας το χοντρύνω. Η βία που υφίστανται οι θεσμοί δεν είναι θεαματική, δε βγάζει καπνό και φλόγες, δεν κάνει ερείπιο και χάλασμα, απλώς κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική σε ελεύθερες συναθροίσεις. Και γιατί δεν κάθονται σπίτι τους όλοι; Είπαμε: η πολιτική είναι φυσικό φαινόμενο, εσχάτως θεομηνία, την παρακολουθούμε στην τηλεόραση και μόνο.

Η ταξική βία εις βάρος των φτωχών, η ανήκεστη πολλές φορές ζημιά σε πραγματικές ζωές πολύ πραγματικών ανθρώπων (ανθρώπων, έτσι;) που φτάνει μέχρι τις αυτοκτονίες και κάθε λογής θάνατο, πραγματικό ή από αυτόν τον λίγο-λίγο, το μαράζι και το φαρμάκωμα, είναι αόρατη. Είναι μπανάλ, είναι υλικό για πρωινατζήδες και λαϊκιστές. Είναι τροφή για τις παρλάτες αριστερών κι άλλων ανεύθυνων.

Κι ας γίνω πιο ωμός. Άλλα πράματα ποθεί η ψυχούλα μας. Ποθεί το κέντρο του Παρισιού. Ποθεί την Unter den Linden (αφού τελειώσουν τα ρημαδοέργα που τη σκονίζουν όμως). Τη Νέα Υόρκη των αεροπλανικών πλάνων (κι όχι την Canal το βράδυ). Ποθεί παραμύθι: μια Αθήνα σαν το αποστειρωμένο παρισάκι της Αμελί. Τον Παρθενώνα φωτισμένο με φεγγάρι. Την παραλιακή. Το χαμένο συντριβάνι της Ομόνοιας. Την Πανόρμου στο τσακίρ κέφι, το Γκάζι που εθνοκαθάρθηκε και γέμισε κέφι, μπόμπα και μπαγιάτικο ρεβυθοκεφτέ. Θέλουμε τα πάρκα όπου παίζαμε παιδιά (τα οποία, φευ, λυμαίνονται βρωμιάρηδες). Να βάλουμε ένα ρούχο να βγούμε να ξεσκάσουμε, να πιούμε ένα ποτάκι ακριβό, να ξεχάσουμε την κρίση. Σκασιλάρα μας οι φτωχοί και οι άστεγοι, σκασιλάρα μας η ανεργία. Άλλωστε πόσο εκπροσωπούνται δαύτοι στον σοσιαλμηντιακό μας κόσμο, ακόμα και στο δημοκρατικό τουίτερ; Και ποιοι μιλάνε γι’ αυτούς; Μανδαρίνοι σαν εμένα; Δημοσιογράφοι αντερκάβερ και μη; Εισοδηματίες; Γιατροί; Στελεχάρες; Δικηγόροι; Επιχειρηματίες; Αιώνιοι και προσωρινοί φοιτητές;

Ασχολούμαστε με τα κτήρια λες και τα έκαψαν χούλιγκαν. Ασχολούμαστε με τα κτήρια περισσότερο από ότι με τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν. Αναρωτιόμαστε γιατί ένα πλήθος κυνηγημένο σα ζώα μέσα στους δρόμους, που ασφυκτιά μαντρωμένο απ’ τα ΜΑΤ στα ιστορικά στενά της ιστορικής μας πόλης, να επιχαίρει για τους εμπρησμούς.

Οδηγούμαστε σε ταξική αποκτήνωση και πόλωση: εμείς, οσοι μπορούμε να επιβιώσουμε, θέλουμε την ωραία μας Αθήνα. Το σινεμά. Τα μουσεία μας, τα ωραιότερα της νεότητάς μας. Τα μαγαζιά. Τις γωνιές που φιλιόμασταν. Την φρηπρές που τσιμπάγαμε για το μετρό. Τα μπαρ μας. Τις πόρτες στα Εξάρχεια και στην Καρύτση που άνοιγαν και μας έβγαζαν στο κρύο να ζέχνουμε τσιγάρο και μπύρα.

Οι υποτελείς και οι εξαθλιωμένοι θα ήθελαν πάλι πολύ να επιβιώσουν. Θα προτιμούσαν οι σπουδαίοι λογάδες των μπλογκ (ων πρώτος ειμί εγώ), τα τσογλάνια των φόρουμ, οι σοφοί και οι μωροί συζητηταί του τουίτερ, η ασάλευτη και απρόσβλητη κάστα από πάνω μας που εξάγει μεθοδικά πλούτο στο Λονδίνο και στην Ελβετία από το 2009 για να τον περισώσει και να συνεχίσει να τον αβγατίζει, να γινόμασταν λίγο φτωχότεροι, μήπως επιβιώσουν εκείνοι.

Θα συγκρουστούμε. Αν το σινεμά, η βιτρίνα του μπαρ της αρεσκείας μας και το νεοκλασσικό μάς πονάνε, ε, θα μας χτυπήσουν εκεί που μας πονάει. Περαστικά μας. Τρέμω μόνο μη σκοτωθούν άλλοι άνθρωποι στους δρόμους — ας ψοφολογάνε μόνο από πνευμονία κι άλλες ημιεπάρατες νόσους κρυμμένοι στα κατεψυγμένα διαμερίσματά τους. Άλλωστε, θα έρθει κάποτε και το όμορφο ελληνικό καλοκαίρι. Με νέα μέτρα για να σωθούμε.

Εναποθέτω κάποιες ελπίδες στην ταχεία κατάρρευση των δύο βρωμερών λαϊκών συμμοριών, που εξαιτίας τους έγινε το «Μεταπολίτευση» βρισιά, προτού συμπαρασύρουνε τα πάντα μαζί τους, προτού φαγωθούμε μεταξύ μας.

Το υπόμνημα ενός ασχημάντρα

 

Η συνταγή αυτού που θα γράψω τώρα και οι ιδέες που θα περιέχει είναι γνωστές. Αν έχετε διαβάσει αυτό με τη Δανία του Μίχα ή το άλλο με τον Τρίτο Κόσμο του Γουσέτη, μάλλον δε χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Αλλά εγώ θα κάνω το διάλειμμά μου και θα το γράψω.

Το κείμενο που θα δούμε λέγεται «δεν μου αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα». Ξεκινώ λέγοντας ότι την τελευταία λέξη για τέτοια κείμενα ελληνοκεμαλικά («αχ, γιατί δεν είμαστε σαν την Ευρώπη που δεν υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι μας») μάλλον την έχει πει ο Τάλως (τόσο που τον παινεύω, θα νομίσετε ότι του κάνω καμάκι) και λέγεται «το γαμώτο του ιθαγενούς».

Αλλά ας πάρουμε από την αρχή, βήμα-βήμα, το κείμενο της κυρίας Ταχιάου, μέχρι να τελειώσει ο καφές:

Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ.

Άρα θα διαβάσουμε ένα κείμενο εξομολογητικό-ενδοσκοπικό,όχι πολιτικό. Να το ξέρουν αυτό οι εντευξόμενοι, και να μην ξιφουλκούν αδίκως. Ίσως όχι αδίκως, γρήγορα θα ξεχάσει η κυρία Ταχιάου ότι το λάθος (;) είναι η ίδια.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν νιώθω καν Ελληνίδα τέτοιας Ελλάδας.

Υπάρχει κι άλλη Ελλάδα; Ρωτάω γιατί επί δεκαετίες την ψάχνουμε: στην ορθόδοξη παράδοση και στις κοινότητες, στη Ζάκυνθο του Τσαγκαρουσιάνου, στα Ανώγεια, στα δάχτυλα του Δημήτρη Σγούρου, στα πόδια της Παπαρίζου, στις διάνοιες που φεύγουν στο εξωτερικό, στα απελευθερωτικά ρεμπέτικα…

Ποια Ελλάδα να υπερασπιστώ και με ποια Ελλάδα να ταυτιστώ;

Αυτή που θα διαλέξετε, όπως όλοι μας. Πώς το είπε ο Jean Paul: «αυτό που εσύ κάνεις με ό,τι σε έχουν κάνει οι συνθήκες».

Συνεχίζω με σχολιασμό σύντομο:

Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να δίνει φακελάκι;

Στο Βασίλειο ή πεθαίνεις με το NHS ή πας με BUPA ή στους ιδιώτες. Το φακελάκι, συστημικά μιλώντας, είναι η μέση λύση μεταξύ του ‘πεθαίνω με το δημόσιο’ και ‘πουλιέμαι στον ιδιώτη’.

Με την Ελλάδα που κυκλοφορεί στο δρόμο λες και είναι μόνη της;

Βόρεια της Ελλάδος απλώνεται μια χερσόνησος της Ασίας, η αχανής ευρωπαϊκή ήπειρος, γεμάτη χωρικούς που κυκλοφορούν στον δρόμο λες και είναι μόνοι τους. Μόνες νησίδες κυκλοφοριακής σωφροσύνης, οι πόλεις (πλην του ιταλικού Νότου). Προτείνω το επόμενο κείμενο της κυρίας Ταχιάου να λέγεται «βάλτε αλάρμ, χωριάτες Βαυαροί».

Με την Ελλάδα που λατρεύει τα 100 ντεσιμπέλ;

Και την Ισπανία. Και την Ιταλία. Και την ηχορρύπανση στα μπαρ της Β. Ευρώπης που ζέχνουν ξερατά και μπυρίλα κι όπου όλοι γκαρίζουν. Και τα δημόσια ουρητήρια στους ολλανδικούς λιθόστρωτους δρόμους για να μην κατουράν οι πιωμένοι στις εισόδους των μαγαζιών.

Με την Ελλάδα που φυσάει τον καπνό της στα μούτρα του απέναντι; Με την Ελλάδα που παραβιάζει όποιο νόμο γουστάρει; Με την Ελλάδα που δικαιολογεί την παρανομία;

Εδώ με τον καπνό σάς νιώθω λίγο. Αλλά το ανοίξατε. Πολύ. Όποιον νόμο γουστάρει; όποιον; είδατε πώς αντιμετωπίστηκε η κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος; είδατε με τι ζήλο ελέγχονται τα άνομα πλήθη των πληβείων που κλείνουν την κυκλοφορία;

Με την Ελλάδα που νιώθει ανώτερη από τους «ξένους»;

Μα τώρα θλίβομαι. Πολύ. Τόσα χρόνια έκανε προσφορές η Ετζίαν, δεν πήγατε ένα ταξίδι στην Ευρώπη; Ένα; Ένα; Δεν έχετε ζήσει ότι όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί αισθάνονται 5-6 σκάλες ανώτεροι από τους ξένους και δη τους γείτονές τους; Εντάξει. Όχι όλοι. Οι Ολλανδοί το κρύβουν και οι Πορτογάλοι, στο πνεύμα της εθνικής τους ηττοπάθειας, περιορίζονται στο να λένε ότι έδωσαν τα φώτα της ναυσιπλοΐας στην ανθρωπότητα και μετά τους καβάλησαν οι γείτονες. Που είναι μπάσταρδοι Άραβες.

Με την Ελλάδα που καμαρώνει επειδή κατασκεύασε κάτι ελεεινής ασχήμιας χωριά; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να απλώνει ξαπλώστρες στις άλλοτε πανέμορφες παραλίες; Με την Ελλάδα που θεωρεί φυσιολογικό να πηγαίνει σε απίθανης αρπαχτής κλαμπ και καφέ και να παρακαλάει κάτι άθλιους φουσκωτούς τύπους της νύχτας να μη φάει πόρτα;

Δε θέλω να στενοχωρήσω άλλο πια κανέναν. Δεν έπρεπε να το κάνω θέμα. Είναι φανερό ότι δεν έχετε περάσει τα σύνορα. Ή ότι τα περάσατε αλλά πήγατε στο ΚαΝτεΒέ, στο Κολοσσαίο, στη Λαφεγιέτ, στο Κόβεν Γκάρντεν. Και μετά γυρίσατε πίσω στην Ελλάδα των Ελλήνων. Αυτό με τα χωριά… ποια χωριά; ποιος τα κατασκεύασε; είναι σαν τα μπανλιέ του Παρισιού, σαν τα μπλόκα του Βερολίνου και σαν τα νιου τάουνζ της Αγγλίας αυτά τα χωριά;

Με την Ελλάδα που πιστεύει ότι δεν μπορεί να διοριστεί χωρίς μέσο; Με την Ελλάδα που φιλάει κατουρημένες ποδιές για να κάνει τη δουλειά της; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να πληρώνει ένα κάρο λεφτά σε μπουζούκια και μπαρ και μετά να οδηγεί μεθυσμένη; Με την Ελλάδα που πιστεύει «Και τι έγινε που έπιασαν τους Καραμπέρηδες; Αυτοί είναι το πρόβλημα;»; Με την Ελλάδα που απαιτεί να «φέρουν πίσω τα κλεμμένα» αλλά εξαιρεί τον εαυτό της από την επιστροφή; Με την Ελλάδα που διεκδικεί το δικαίωμά της να εξακολουθήσει να λειτουργεί κουτοπόνηρα; Με την Ελλάδα που πάσχει από έλλειψη φιλοδοξίας;

Εχ, βαρέθηκα ο δόλιος. Αν και ακόμα ψάχνομαι για τα χωριά. Ποιος πούστης εργολάβος κατασκεύασε τα χωριά;

Όχι, δεν είμαι αγία. Όλα τα παραπάνω, τα απορρίπτει ο «ενήλικος» εαυτός μου. Ο «ανήλικος», έχει υπάρξει μέρος αυτού που τώρα απορρίπτω. Ίσως γι αυτό ενοχλούμαι τόσο πολύ τώρα. Το θέμα είναι ότι ο «ενήλικος» έχει περάσει στο άλλο άκρο. Θέλει τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία.

Χμ, μπερδεύτηκα. Τελικά γράφετε κάτι ενδοσκοπικό ή κάτι πολιτικό; Θέλετε να μας πείτε κάτι ή γράφετε όπως γράφω εγώ κάτι δικά μου για να τα δω γραμμένα και, βάζοντας τα πάθη μου απέναντί μου, δι’ ελέου και φόβου να βρω την κάθαρση; Γιατί, αν το κείμενο είναι προσωπικό, ντρέπομαι που το σχολιάζω, που σαρκάζω την ενδοσκόπηση του άλλου. Και καταγγέλλω και το πρόταγκον που το εκθέτει έτσι ξεδιάντροπα, βορά του κάθε μπαϊλντισμένου Σραόσα.

Εύχομαι να βρείτε τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία. Όλοι αυτό θέλουμε στη δημόσια σφαίρα. Και ασφάλεια. Και να μην υποκαθίσταται ο πολιτικός λόγος από τη χρηστομάθεια και την ηθικολογία. Πάντως γνωρίζω ότι δημοσία υπάρχει σχετική τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία στη Νορβηγία των πετρελαίων. Εκεί. Δυστυχώς ο υπόλοιπος κόσμος είναι ελαφρώς σαν μπουρδέλο το Σαββατόβραδο. Ακόμα κι ο αχανής και παγωμένος Καναδάς. Τώρα που το σκέφτομαι, υπάρχει και η Σαουδική Αραβία. Αλλά είστε γυναίκα.

Για μένα, η κρίση υπάρχει εδώ και χρόνια. Και δεν εννοώ την οικονομική, εννοώ την αισθητική, πολιτιστική, αξιακή κρίση. Η οικονομική κρίση δεν με εξέπληξε καθόλου. Αντίθετα, με εξέπληξε το γεγονός ότι τόσοι έξυπνοι άνθρωποι εξεπλάγησαν.
Την πρώτη φορά που είδα τη διαφήμιση με τον «ομορφάντραμου» ένιωσα ένα κρύο χέρι να μου σφίγγει το κεφάλι. Το ίδιο είχα νιώσει κι όταν είδα τις διαφημίσεις με την «αγαπούλα την κουκούλα» και «τη φουκαριάρα τη μάνα μου». Είναι οι διαφημίσεις που συμβολίζουν την Ελλάδα που δε μ’ αρέσει. Την Ελλάδα του γηπέδου, του βρώμικου, της φοροδιαφυγής, του μέσου, της διαφθοράς, του ψυχοπονιάρη, του τεμπέλη, του λαθραίου, του καταφερτζή, του αναίσθητου, του Ελληνάρα. Το χειρότερο είναι ότι όλοι, μικροί – μεγάλοι, απ΄ όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γελάνε με τις διαφημίσεις αυτές. Το χαίρονται, ρε παιδάκι μου.

Φρικάρω. Φρικάρω με τις διαφημίσεις και με τη συνεχή αναπαραγωγή τους. Νιώθω ένα τσίμπημα δυστυχίας όποτε ακούω τη λέξη «ομορφάντρα μου». Μου έρχεται στο νου και η εικόνα: ασπρόμαυρη Ελλάδα, κοντοί κι άσχημοι άντρες, τσίκνα, βρωμιά ιδρώτα στο γήπεδο, λίπη και λίγδες. Όταν ακούω τη φράση «τι βάζω μέσα; Τη μάνα μου και τον πατέρα μου βάζω μέσα!» μου έρχεται στο νου ένα φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.

«Γιατί όμως πιστεύεις ότι έχουν τόση απήχηση αυτές οι διαφημίσεις;» με ρώτησε η φίλη μου. Μα, επειδή, ο Έλληνας σε αυτήν ακριβώς την Ελλάδα νιώθει άνετα. Στην Ελλάδα της αγαπούλας, του ομορφάντρα μου και της φουκαριάρας της μάνας του. Στην Ελλάδα της δραχμής…

Εδώ πάλι είναι προσωπικό το κείμενο. Προσθέτω απλώς τον ισχυρισμό ότι η κυρία Χ. Ταχιάου δεν έχει δει διαφημίσεις στη Γερμανία ή στην Ισπανία. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, το θέμα είναι ότι η κόλαση είναι οι άλλοι. Επίσης, όπως είπε και ο sun Ra σε κάποιο νεαρό μουσικό που παρωδούσε το disco, «δεν είναι για γέλια τα όνειρα ενός άλλου ανθρώπου»· ούτε οι εφιάλτες του. Εγώ καταλαβαίνω το κρύο χέρι που σφίγγει το κεφάλι σας. Εδώ και πολλά χρόνια πολλοί αισθάνονται κάποιο κρύο χέρι να τους σφίγγει την καρδιά, την τσέπη, το παρόν, το μέλλον. Κάποιοι πέθαναν στους δρόμους κατά λαθος, κάποιοι ένιωσαν κρύα γκλομπ πάνω τους, κάποιοι έχασαν την ακοή τους, κάποιοι εξαθλιώθηκαν, κάποιοι ξενιτεύονται, πολλοί απελπίζονται. Δεν πρέπει να γινόμαστε συναισθηματικοί: όπως μας λένε και οι λειτουργοί της δημοσιογραφίας, πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε το πολιτικό σαν θεομηνία, σαν κάτι πέρα από τις δυνάμεις μας.

Πάντως αυτό με το λουκάνικο και το φέρετρο με τη σημαία να το κοιτάξετε. Οπωσδήποτε. Και σε πρακτικό επίπεδο, γιατί είμαι πάντα των πρακτικών λύσεων, σας είπα: Νορβηγία. Κατάλευκη χώρα, αλλά πράσινη το καλοκαίρι, ψηλοί και φωκοπρόσωποι άντρες, μούχλα, μυρωδιά (αυτό μάλλον είναι η «βρωμιά») ιδρώτα μόνο στα αποδυτήρια των γυμναστηρίων (ούτε σάουνα δεν κάνουν), λίπη ψαριού με ωμέγα-3 και βούτυρο αγελάδας. Και το αλκοόλ πανάκριβο: μόνο τα σαββατόβραδα έχει εμετούς και μπυρίλες.

Σημασία έχει πού του αρέσει του καθενός. Η κρίση έγινε ευκαιρία να ξεκουμπιστούμε και να πάμε κάπου όπου θα μας αρέσει, όπου δε θα φρικάρουμε. Σημασία έχει ότι όλοι φταίμε εξίσου, ε; Και για να μην το παίζω παρθένα, κι εγώ έχω γράψει κείμενα παραπονιάρικα και λίγο «πώς είμαστε έτσι, ρε συ», όπως λ.χ. αυτό. Αλλά, προς υπεράσπισή μου, το έγραψα δύο μήνες πριν το Καστελόριζο: εννοώ ότι οι συζητήσεις για τη σως και τα λαχανοκαρότα έπρεπε να είχανε κοπεί προ πολλού.

Επίλογος 8.ΙΙ.2012 (από σχόλιο της Кроткая από κάτω):

[…] συχνά συμβαίνει, και όχι μονάχα στους Έλληνες, να μιλούν οι άνθρωποι για τα συλλογικά τους αρνητικά με μια υποδόρια υπερηφάνεια, τύπου «είμαστε η πρώτη χώρα σε τροχαία» ή «έχουμε τα μεγαλύτερα ποσοστά καπνιστών» και πάει λέγοντας. Είναι μια ασυναίσθητη προσπάθεια εξαγνισμού και παρηγοριάς, σχετικά με χαρακτηριστικά που όντως είναι αρνητικά, όπερ και αναγνωρίζουμε. Συμβαίνει και εις Παρισίους (κυριολεκτικά και μεταφορικά), δεν ανακαλύψαμε τον τροχό. Ας πάρουμε απόφαση πως ούτε εμείς ούτε οι άλλοι είναι κάτι πολύ σπέσιαλ, κάθε τόπος/λαός/πράγμα/κατάσταση έχει αρνητικά και θετικά. Και συνήθως αυτά δεν είναι τα κλισέ τύπου «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’αγόρι μου».

[Τ]ο βασικό πρόβλημα που έχει το κείμενο που λινκάρεται είναι ότι δημοσιεύεται σε ένα ιστορικό, κοινωνικό και χρονικό κόντεξτ που βρομάει λίγο. Πάει με πολύ ύπουλο τρόπο να μεταθέσει ευθύνες για μια κατάσταση την οποία όλοι μας υφιστάμεθα στον «κακορίζικο εαυτό μας» που δεν παίρνει διορθώσεις και είναι από το dna του προβληματικός. Αποπνέει μια κακομοιριά, ένα κόμπλεξ, μια παραίτηση και μια μιζέρια που πολιτικά μπορεί να παραπέμψει σε συγκεκριμένα πράγματα τύπου παγκάλιες ρήσεις «μαζί τα φάγαμε», «εμείς φταίμε» και δε συμμαζεύεται.

Όχι, λοιπόν, δεν είναι έτσι. Παντού, μα παντού υπάρχουν «ομορφάντρες», ασχημάντρες, τζάμπα μάγκες, βλαμμένοι, αντικοινωνικοί και τεμπέληδες. όπως παντού, μα παντού υπάρχουν ευγενείς, αξιόλογοι, καλλιεργημένοι, έξυπνοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι. Οι γενικεύσεις και οι αφορισμοί είναι άκυροι όσο και επικίνδυνοι.

Και για να έρθουμε στο διά ταύτα, που πιστεύω πως με ύπουλο, έμμεσο και εξαιρετικά επικίνδυνο τρόπο υπονοεί και παραπέμπει στο κείμενο που λινκάρεται, η κρίση που βιώνετε σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι ελληνική και γι’ αυτήν δεν ευθύνεται ο ραγιαδισμός και η κοτζαμπάσικη νοοτροπία που (ενδεχομένως όχι άδικα, αλλά έτερον εκάτερον) χρεώνεται στους νεοέλληνες. Ευθύνονται συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που ακολουθήθηκαν στις δυτικές οικονομίες τα τελευταία τουλάχιστον σαράντα χρόνια.

Αν αυτό δεν ίσχυε, δεν θα λαμβάνονταν μέτρα λιτότητας στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στη Δανία (του Βορρά, για να εξηγούμαστε), που δεν χαρακτηρίζονται από τα δομικά προβλήματα της ελληνικής ή της πορτογαλέζικης οικονομίας. Ούτε θα υπήρχαν τα τρομαχτικού μεγέθους σκάνδαλα της Γερμανίας ή του Βελγίου, για τα οποία τεχνηέντως κανείς δεν βγάζει τσιμουδιά εν Ελλάδι.

Καλωσήρθατε στον κόσμο του Γιάννη Αγιάννη και του Όλιβερ Τουίστ

Φλερτάρω ανοιχτά με την υπερκόπωση, είμαι εξαντλημένος και θα πάω για ύπνο μόλις ανεβάσω αυτό. Ήθελα να το γράψω χτες αλλά δεν άντεξα, δεν είχα κουράγιο να γράψω (η εξάντληση, που λέγαμε, σέρνομαι από τις 6 το απόγευμα). Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί η σημερινή μέρα έφερε νέα πράματα και θάματα.

Για όσους δεν το έχουν υπόψη, εξαθλιωμένοι και φτωχοί υπάρχουν ανάμεσά μας τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δε μιλάω για μετανάστες αλλά για εγχώριους φτωχούς, και εξαιρώ Τσιγγάνους, αποφυλακισμένους κτλ. Για παράδειγμα, η αποβιομηχάνιση δεν ξεκίνησε με το Μνημόνιο, ενώ η ανεργία μεταξύ των νέων ήταν ήδη ανώμαλα υψηλή. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν άλαλοι και αόρατοι και αδιάφοροι για τους πολλούς — ακόμα κι εγώ που πουλάω μυαλό εδώ έχω μόλις και υπαινιχθεί τις περιπτώσεις τους πριν το 2008 (κάπου είχα ψελλίσει κάτι για τον Βόλο, νομίζω, κάτι τέτοια). Το μαζικό ντου στα μεσαία στρώματα, που έφερε πολλούς μα πάρα πολλούς στη θέση εκείνων που ήταν ήδη πατημένοι στον λαιμό, μας αφύπνισε και μας ευαισθητοποίησε. Σχετικά. Πολλές φορές, απλώς ως προς τη διάθεσή μας να μη διαθέσουμε τον οβολό μας στην Action Aid ή τους σεισμόπληκτους της Αρμενίας, αλλά σε πιο κοντινούς «αναξιοπαθούντες».

Συζητούσα με φίλους την Κυριακή. Θα αλλάξει λοιπόν κάτι ριζικά; δε θα αλλάξει; οι γνωστές θεωρητικές συζητήσεις. Συγγνώμη που ακούγομαι μπλαζέ κι αναρχικός αλλά έχω ξαναπεί τι είναι αυτό: η ρητορική (όχι ‘ρητορεία’) της απελπισίας, να γραπώνεσαι από τις αρχές σου ενώ όλοι κουτρουβαλίζονται χαρούμενα προς τα δεξιά βάραθρα, για να κουτρουβαλήσουν πάλι πίσω προς το νεφελώδες και ακατασκεύαστο φιλομνημονιακό κέντρο προεκλογικά. Παρατηρώ ότι κάθε βδομάδα που περνάει το πολιτικό κατεστημένο αναδιοργανώνεται, τα μέσα ελίσσονται φιδίσια, ο κόσμος εξαθλιώνεται από καινούργια ατελέσφορα και εξοντωτικά μέτρα που επινοούνται για να εξοικονομηθεί το 0,00001% του χρέους (όπως λέει και φίλος μετανάστης στον Καναδά), ένας νέος ιμπεριαλισμός τύπου αρχών του 20ου αιώνα σφυρηλατείται με επιτρόπους, ληστρικές συμβάσεις, απαιτήσεις να δοθεί «απόλυτη προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του χρέους» — λες και είμαστε το Τσαντ της δεκαετίας του ’90. Ιδίως σε αυτό το τελευταίο ταιριάζει η επική βρισιά που μου έμαθε ο κύριος Φώλιος το 2009: Σάλτα και γαμήσου, ρε. Μετά συγχωρήσεως κιόλας, προς όσους δεν τους αρέσει να βρίζω γιατί δε μου πάει: ούτε ο ντιλετάντικος ακαδημαϊσμός πάει στην κατάσταση των πραγμάτων.

Και πάμε στους άστεγους. Το τι συμβαίνει με τους αστέγους στην Αθήνα εδώ και ενάμιση-δύο χρόνια δεν το έχουν αντιληφθεί είτε όσοι ζουν εγκλωβισμένοι σε κάποιο τερπνό προάστειό της, είτε όσοι βρίσκονται εξόριστοι πέρα από τη θάλασσα, σε κάποιο ασφυκτικό αλλά ασφαλές καταφύγιο, σαν εμένα. Αυτό που έγινε σήμερα, η ανομολόγητα βάρβαρη αγυρτεία και νομικίστικα ανάλγητη επίδειξη μηδενικής ανοχής του λίγου και σε σύγχυση δημάρχου μας απέναντι στην περιλάλητη ανομία, δεν έβγαλε τους Αθηναίους στους δρόμους. και δεν τους έβγαλε στους δρόμους επειδή η ιδεολογία του νοικοκυραίου, η αντίχριστη (βρείτε το ευαγγέλιο της Κυριακής των Απόκρεω, δεν έχω χρόνο και διάθεση) απέχθεια στον άστεγο και στον πένητα του περήφανα ορθόδοξου λαού μας, έχει ήδη απολύτως απαξιώσει τον άστεγο, τον πλάνητα, τον ανήμπορο που δεν έχει γονείς να τον περιμαζέψουν ή απλώς δεν το ανέχεται.Το ξαναείδαμε και με την υπόθεση κατάληψη Νομικής / Υπατία. Αλλά εκεί ήταν κάτι ξένοι, τουλάχιστον.

Αισθάνομαι οδύνη. Κι αυτό δεν είναι ούτε ρητορικό σχήμα, ούτε μελό ένεση σε θέματα που πρέπει να αντιμετωπίζονται με χειρουργική ψυχραιμία και αδυσώπητα πολιτική οξύτητα λόγου και σκέψης. Είναι πόνος.

Ο μισός τίτλος κλεμμένος από τον Τάλω.

Τραγουδάς και πλέχεις

στη μνημη της Λ.Ρ., που δε φοβόταν να μιλήσει.

Σημείωση: Η παρακάτω ανάρτηση μιλάει για τον Μεγάλο Ανατολικό, το μυθιστόρημα του Εμπειρίκου. Όσοι είστε κάτω των 18, προσβάλλεστε από τη συζήτηση ή περιγραφή ερωτοπραξιών ή τη χρήση λεξιλογίου ταμπού, διαβάστε κάποια άλλη από τις πολλές και υπέροχες αναρτήσεις μου. Όσοι νιώσατε έκπληξη από αυτή την προειδοποίηση, θα δείτε παρακάτω ότι έχει και μια δεύτερη ερμηνεία, προφανή μάλλον.

Γιατί ο Μέγας Ανατολικός
Το κλισέ ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο είναι ευτελώς αληθές.Ένα μόλις πιο ενδιαφέρον κλισέ, επίσης αληθές, θα ήταν ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από λίγα σκόρπια αποσπάσματα. Ιδίως αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ποταμό, το μακροσκελέστερο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ήμουν φοιτητής όταν ο Μέγας Ανατολικός άρχισε να βγαίνει, τόμο τόμο. Προσφιλής ενασχόλησή μας ήταν να πηγαίνουμε στο βιβλιοπωλείο, να ανοίγουμε κάποιον τόμο του Μεγάλου Ανατολικού και να διαβάζουμε ό,τι έπεφτε μεταξύ τυπογραφικών (οι σελίδες ήταν άκοπες). Μισοκαυλώναμε, όσο μάς άφηνε ο δημόσιος χώρος του βιβλιοπωλείου, το σκάνδαλο της έκδοσης του βιβλίου και τα δημοτικιστικά μας ταμπού που μπλοκάρανε μέρος της διέγερσης λόγω της καθαρευούσης. Δυστυχώς τότε δεν είχαμε δώσει ακόμα τη δέουσα προσοχή στους στίχους του Άσιμου:

Θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ’ έξω απ’ τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης

Τέλος πάντων, χαχανίζαμε με τα «ααααχ… ωωωω… αααααχ» που συνυπήρχαν με τα «καυλοπυρέσσων» και «μουνέττο» και «περισκελίς» και «νύμφαι» (όπως θα ήταν λ.χ ο ιδανικός Παπαδιαμάντης από άποψη περιεχομένου δηλαδή), αφήναμε πίσω στο ράφι τους τόμους και φεύγαμε. Υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προ ίντερνετ και εύκολου και διακριτικά διαθέσιμου πορνό για όλο τον λαό, όταν ήμασταν στο έλεος ενός σκιώδους καναλιού που είχε ο ψησταριάς Λεωνίδας, του ΙΤΑ8, του οποίου η καριέρα τερματίστηκε άδοξα όταν ξεπέρασε τα εσκαμμένα και πρόβαλε τσόντα με τραβεστί. Ενεργητικό. Τέλος: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε σήκωνε αστεία.

Τον Εμπειρίκο τον αγάπησα μετά το πανεπιστήμιο, χρόνια μετά. Στην Αγγλία, μετά από συζητήσεις με τη Ζ και αφού διάβασα τα «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία» και την Ενδοχώρα. Τον αγαπώ ακόμα. Είναι μεγάλος και σοφός ποιητής, μάστορας της ομορφιάς, σουρεαλιστής α λα Πρεβέρ (αλλά πολύ καλύτερος), με εικονογραφία Ντε Κίρικο κι όχι μπαχαλάκιας όπως ο Μπρετόν. Προτείνω να κάτσει κανείς και να τα διαβάσει όλα του ― δεν έγραψε και πολλά. Πάντοτε μού έκανε εντύπωση πόσο καλά το έργο του (εκτός του Μεγάλου Ανατολικού) έκρυβε την ιδιότητά του ως ψυχαναλυτή.

Όσον αφορά το μυθιστόρημά του, σε μια εποχή που ο Οδυσσέας του Τζόυς θεωρούνταν άσεμνο πορνογράφημα και λίγο πριν το έργο του Ντ.Χ. Λώρενς δικαστεί ως άσεμνο (με τα σάρκινα βλαστάρια του, τα υπόλοιπα ευφημιστικούλια του και την ακατανόητη διάλεκτο του Mellors), ο Εμπειρίκος κάθησε κι έγραψε ένα μυθιστόρημα όπου μια πλειάδα χαρακτήρων γαμιέται και διαβάζει για γαμήσια πάνω σε ένα πλοίο, τον Μεγάλο Ανατολικό, που πάει από Λίβερπουλ για Νέα Υόρκη. Πριν προχωρήσω: ακολουθώ εδώ την παραίνεση μιας περσόνας του συγγραφέα (κι ενός σχολίου στα ημερολόγιά του) να χρησιμοποιούμε λεξιλόγιο όπως ‘γαμώ’, ‘μουνάκι’ κτλ. για καθαρά απελευθερωτικούς λόγους. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι ορθόδοξοι αριστεροί και οι αριστεροί ορθόδοξοι συνοφρυώνονται, και ενδεχομένως έχουνε και καλό λόγο. Αλλά δε βαριέσαι, ας ακούσουμε τον Εμπειρίκο μια φορά: peccemus fortiter ρε αδερφέ.

Τι είναι ο Μέγας Ανατολικός;
Έχοντας επιτέλους διαβάσει το ένα τρίτο του Μεγάλου Ανατολικού στην ανθολογημένη μορφή που μας παρουσίασε πρόσφατα ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης: είναι πρωτίστως μυθιστόρημα. Βεβαίως δεν έχω ακόμα διαβάσει τα υπόλοιπα δύο τρίτα αλλά ο Γιατρομανωλάκης μάς καθησυχάζει ότι δεν υπάρχουν ανατροπές. Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο τελικά αποτελεί μια συμφωνικά ανεπτυγμένη μορφή του ποιήματος Στροφές Στροφάλων (εδώ σε λενοπλατωνίζουσα, με την καλή έννοια, μελοποίηση του kukuzelis).

Σε ένα πλοίο, σύμβολο του σεξ (χωρίς πλάκα) και ταυτόχρονα μικρόκοσμο ελευθεριότητας παρακολουθούμε τους πολλούς ήρωες (ανάμεσά τους ο Ιούλιος Βερν) στις ερωτοπραξίες τους, στα (συνήθως λαγνικά) διαβάσματά τους, να κοιτάζουν τα αστέρια με αγάπη λέγοντάς τα με τα ονόματά τους, να φιλοσοφούν για τον έρωτα και τη ζωή, να οραματίζονται μια ελευθέρια νέα τάξη πραγμάτων. Μα, θα μου πείτε, αυτό σαν τσόντα της δεκαετίας του 70 ακούγεται: μια υποτυπώδης πλοκή σε έναν περίκλειστο χώρο όπου βασιλεύει το σεξ όλων με όλους και με όλα κι όπου κάθε τόσο πέφτει και καμμιά αμπελοφιλοσοφική συζήτηση για ξεκάρφωμα.

Αυτή ήτανε κι η εικόνα μου για το βιβλίο προτού ξεκινήσω να το διαβάζω. Ωστόσο, μερικά κεφάλαια μετά, τέσσερα τουλάχιστον πράγματα γίνονται ξεκάθαρα:
Πρώτον, οι περιγραφές των γαμησιών είναι — φυσικά — εξαίσια δοσμένες, όμορφες, συναρπαστικές εξίσου με καυλωτικές (αν δεν έχετε καθαρευουσιάνικα ταμπού): μιλάμε για σοβαρή ερωτογραφία με χαρακτήρα, όχι για ερότικα της πλάκας ή για ιστοριούλες σεξ. Όπως θα περίμενε κανείς από έναν πολύ μεγάλο ποιητή.
Δεύτερον, ο τόνος του βιβλίου είναι έντονα κι απροκάλυπτα διδακτικός: ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος πασχίζει να διδάξει τους αναγνώστες του (και δια της επαναλήψεως) ότι ο έρωτας είναι θείο αγαθό, ότι η ερωτική ελευθεριότητα σώζει και διασώζει, ότι οι ηδονές είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει ανάμεσα στις ομορφιές, ότι ο έρωτας των σωμάτων είναι ο πορθητής των ταξικών και άλλων περιχαρακώσεων.
Τρίτον, ο συμβολισμός, η αλληγορία, και ένα όραμα ερωτοαπελευθερωτικό συνυπάρχουνε παντού και απροκάλυπτα με την αγάπη των βιβλίων και της ελευθερίας, και την αποδοχή σχεδόν όλων των ερωτικών προσανατολισμών, προτιμήσεων και συμπεριφορών. Λέω «σχεδόν» γιατί ο Εμπειρίκος αντιπαθεί την πορνεία (τη θεωρεί σύμπτωμα της σεξουαλικής καταπίεσης) και γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω δει αντρική ομοφυλοφιλία (κι αν τελικά απουσιάζει εντελώς, ο Εμπειρίκος μπορεί να γίνει γι’ αυτό αντικείμενο μομφής τόσο όσο ο Παπαϊωάννου που δεν έχει γυναίκες στο Δύο ή ο Μπαχ που παραγνωρίζει τις αρετές του Ισλάμ).
Τέταρτον, ο Μέγας Ανατολικός απολαμβάνεται σαν κείμενο όσο απολαμβάνεται και σαν αφήγημα (υποθέτοντας ότι ο αναγνώστης αρέσκεται να διαβάζει για λαγνουργίες).

Ο διδακτικός χαρακτήρας του Μεγάλου Ανατολικού είναι τόσο αναπεπταμένος, για να το πούμε εμπειρικικά, που πολλοί χαρακτήρες απλώς υμνούν τα κάλλη του έρωτα των άκρως αισθητών, επιβραδύνοντας την πλοκή. Το ίδιο το πλοίο είναι μια μεγάλη ερωτική ουτοπία (όπως την περιγράφει ο Γιατρομανωλάκης), μια προεικόνιση ενός ερωτικού επί γης παραδείσου. Όχι ότι ο Μέγας Ανατολικός είναι όλο πόθους και καύλα: ίσα ίσα είναι απολαυστικά αριστοτεχνικός και βαθιά ανθρώπινος ο τρόπος που διαγράφονται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες με νοσταλγίες, σαράκια και τραύματα κρυμμένα, ευαισθησίες κ.ο.κ. Όπως και στους έρωτες εκτός χαρτιού.

Μετά τον Μεγάλο Ανατολικό
Ο διδακτισμός και ερωτικός ουτοπισμός, το ερωτικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα αυτού του μεγάλου συμφωνικού έργου είναι τελικά και η αδυναμία του: καύλα και γαμήσι άνευ όρίων και άνευ όρων δεν μπορεί να υπάρξει και η καθολικώς απελευθερωτική λειτουργία του δεν είναι καθόλου δεδομένη. Το έργο, γραμμένο από το 1945 μέχρι το 1970, προοιμιάζει τα σίξτιζ, τα ξεπερνάει κατά πολύ και μας αφήνει αμήχανους.

Ωστόσο, ερωτογραφικά ο Μέγας Ανατολικός είναι απλώς αριστούργημα. Η ερωτογραφία είναι ντιπ για ντιπ χαντακωμένο είδος στα ελληνικά (με εξαίρεση την εξόχως λόγια κι αυστηρώς ομοερωτική ερωτογραφική υπερπαραγωγή αυτού του καλού μου φίλου, αν και προς το παρόν περιορισμένη στο διαδίκτυο). Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ερωτογράφο στα ελληνικά που να γράφει όχι τόσο εράσμια και ζουμερά όσο ο Εμπειρίκος αλλά που να ερωτογραφεί απλώς ρε αδερφέ. Από τον καιρό του ίντερνετ κυκλοφόρησαν διάφορα ψιλά αλλά α) είναι συνήθως άτεχνα β) είναι σεμνότυφα και πολύ της χρηστομάθειας (στο πνεύμα του «τι γύρευα εγώ ο λαρισαίος στην Ύδρα κτλ.») γ) είναι λιγουλάκι γκρανγκινιόλ. Οι δε ερωτικές σκηνές ελληνικών μυθιστορημάτων, ε, τι να λέμε… μία θυμάμαι μόνο.

Μια πολύτιμη υποθήκη του Μεγάλου Ανατολικού είναι να μην πάψουμε να μιλάμε για τον έρωτα με τους όρους του, τους όρους που ξέρουμε από έφηβοι και μας μιλάνε, κι όχι τα μπεμπεκίστικα του Κοσμοπόλιταν και τους γυναικολογίστικους τεχνικούς όρους. Να επαναοικειοποιηθούμε την ορολογία που έχει αφεθεί να τη διαφεντεύει η πορνογραφία και το μπουρδέλο. Να ξαναμιλήσουμε για αυτό που έχουμε (σχεδόν) συνέχεια στον νου μας. Και στη λογοτεχνία και στη ζωή, μεταξύ μας σα ζευγάρια και σαν ενήλικες πολίτες και πνευματικά όντα.

Μια δεύτερη υποθήκη: καλή και άγια η ερωτογραφία του Εμπειρίκου αλλά αρσενική, πολύ αρσενική. Και ως οπτική γωνία και ως εστίαση — αν και οι γυναίκες του Μεγάλου Ανατολικού είναι βγαλμένες από τη ζωή, απλώς στην εποχή μας, της ερωτικής αλαλίας, είναι συνήθως μουγκαμένες. Καιρός λοιπόν είναι επιτέλους να δούμε και γυναικεία ερωτογραφία στη γλώσσα μας.

Μια τρίτη υποθήκη: δεν υπάρχουνε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε. Όπως συζητάμε, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, εργασιακές συνθήκες και εργασιακά δικαιώματα όχι γιατί ζηλεύουμε τον αφέντη αλλά γιατί αυτό είναι πολιτική, έτσι πρέπει να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα. Ιδανικά, χωρίς να προηγούνται ντισκλέιμερ σαν αυτό που προλογίζει αυτη την ανάρτηση, να πω κι εγώ, για λίγο αφημένος στη δική μου ουτοπία.

Ο ταμίας των ανέμων

ακόμα ένα σκόρπιο ποστ

Η Οδύσσεια έχει υπάρξει διακείμενο ξανά και ξανά, σε σημείο που ο Μπόρχες θεωρεί τη βασική πλοκή της ως μια από τις θεμελιώδεις ιστορίες της ανθρωπότητας (ως «η επιστροφή», οι άλλες είναι ο θεός που πεθαίνει, αν θυμάμαι καλά, και η αναζήτηση). Ωστόσο υπάρχουν τρία επεισόδιά της που δεν έχουνε τη φήμη και τη διάδοση λ.χ. της Σκύλλας και της Χάρυβδης, των Λωτοφάγων, των Σειρήνων, της Καλυψώς (τι γυναίκα κι αυτή!), της Κίρκης, ή του Κύκλωπα: οι Κίκονες (έλα ντε), οι Λαιστρυγόνες (που ζούνε, λέει, στην Τηλέπυλο και αρχηγός τους είναι ο Αντιφάτης — για σκέψου!) και ο Αίολος.

Ο Αίολος δεν είναι θεός, είναι ο ταμίας των ανέμων. Την πρώτη φορά που το κατάλαβα, στην Α’ Γυμνασίου, παραμυθιάστηκα. Τι λες τώρα. Και να μην μπούμε στα οικογενειακά του, αφήστε. Τέλος πάντων, δουλειά του Αιόλου είναι να ρυθμίζει την κυκλοφορία των ανέμων — τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σκεφτόμουν τότε ονειροπολώντας τη φάση να είσαι σε μια βάρκα και να έχεις ένα ασκί μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένοι όλοι οι άνεμοι, όλοι εκτός από τον Ζέφυρο: ο Ζέφυρος εδώ και 29 αιώνες φέρνει τους ξενιτεμένους στην Ελλάδα, μόνον εμένα με σπρώχνει μακριά της εδώ και δέκα χρόνια.

Σκεφτόμουνα λοιπόν εκεί στην Α’ Γυμνασίου τι περίεργη αίσθηση να κρατάς ένα ασκί γεμάτο ανέμους, τη μέθη να έχεις φυλακισμένο κάτι τόσο δυναμικό μέσα σε έναν στενό χώρο. Μετά μεγάλωσα, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να μου εκμυστηρεύονται τα μυστικά τους, τα μυστικά γίνονταν όλο και πιο δύσκολα, όλο και πιο πολύπλοκα, όλο και πιο σφοδρά και καμμιά φορά θυελλώδη. Η περίεργη αίσθηση και η μέθη μεταφράστηκαν σε ευθύνη. Μετά από κάποια λάθη, εκεί όταν ήμουν δεκαεφτά και άφησα ένα λάθος μυστικό έξω από το ασκί, έμαθα να είμαι άξιος (μακάρι) ταμίας των ανέμων, των μυστικών φίλων ή απλών γνωστών (το ρεκόρ μου είναι δεκαπέντε λεπτά από τη γνωριμία μέχρι την εκμυστήρευση, αλλά ήμουν εικοσάρης τότε). Και επειδή πρέπει να διδασκόμαστε από τα ομηρικά έπη, ως Έλληνες και ως δυτικοί άνθρωποι, κρατάω γερά το σκοινί του ασκού.

Εδώ και χρόνια λοιπόν ακούω μυστικά ανθρώπων. Και όσοι έχουν ακούσει μυστικά ξέρουν ότι η ουσία του μυστικού δε βρίσκεται στο γεγονός ή στην πράξη ή στη διάθεση αλλά στη στάση που τηρεί αυτός που εκμυστηρεύεται απέναντι σε όσα λέει. Εκεί είναι το μυστικό, όχι (μόνο) στα καθέκαστα.

Εδώ και χρόνια λοιπόν υπάρχει μία στάση που επανέρχεται σχεδόν συστηματικά. Μιλώντας κάποιος ή κάποια για του ταίρι του ή το ταίρι της, διακρίνω μία διάθεση κτητική. Καλά, κάτι μάς είπες, τζάμπα ο Αίολος. Όμως όταν λέω «κτητική», εννοώ κάτι χειρότερο: εννοώ ιδιοκτησιακή. Μου μιλάνε για τα ταίρια τους και νομίζεις ότι μου μιλάνε για το ρολόι τους ή — με περισσότερη ακρίβεια — για κάποιο κτήμα τους που ενδέχεται να τους το φάει η πολεοδομία ή ο γείτονας. Και δε μιλάω σε επίπεδο ορολογίας, μιλάω σε επίπεδο ουσίας.

Ναι, εντάξει: κανείς δε θέλει να χάσει το ταίρι του, εκτός φυσικά και αν θέλει να το χάσει. Κανείς δε θέλει να μείνει μόνος (εκτός, βεβαίως, και αν το επιδιώκει). Υπάρχουνε πολλές παράμετροι που ορίζουνε μια σχέση: τα αδήριτα χρονοδιαγράμματα του γυναικείου σώματος, η ανάγκη μιας μίνιμουμ υλικής εξασφάλισης, η ανθρώπινη καρδούλα που ματώνει εύκολα ή αναπτύσσει σκληρό καύκαλο για να γίνει αδιαπέρατη (ώσπου, καμμιά φορά, αποξηραίνεται μέχρι μέσα και ψοφάει), η ανάγκη της μονογαμίας και η ανάγκη της πολυγαμίας, οι αποστάσεις (γεωγραφικές ή κοινωνικές), το τέρας της πατριαρχίας και το μορμολύκειο του μητρικού ευνουχισμού. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Δε ζούμε στον Μεγάλο Ανατολικό, ζούμε στον πραγματικό κόσμο.

Όμως. τα παραπάνω καθόλου δε δικαιολογούν το πώς ακούω να λειτουργούνε τα ζευγάρια: η αγάπη, ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη για οικογένεια, η εξασφάλιση, η απέχθεια της μοναξιάς (τη βλέπετε τη φθίνουσα, ε;) φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να έχουν υποκατασταθεί από ιδιοκτησιακή αντιληψη του άλλου μέσα στο ζευγάρι: ο άλλος μου ανήκει. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλές φορές μου δίνουνε την αίσθηση ενός κρύου μεταπρατικού do ut des, μιας ξεκάθαρης και ξεδιάντροπης αλλαξοκωλιάς σε κάθε επίπεδο της σχέσης.

Ακούω π.χ. να μου λένε για εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Χ που θα εξαργυρωθούν ακριβοδίκαια με εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Ψ (όπου Χ και Ψ ζευγάρι). Ξανά και ξανά ακούω για ταίρια που βρίσκονται σε ασφυκτική προσκόλληση ο ένας με τον άλλο, όχι την προσκόλληση του πάθους, αλλά του φόβου μην ξεμυτίσει ο άλλος — και όταν λέω ‘ξεμυτίσει’ δεν εννοώ κάποια παράλληλη σχέση ή έστω αρπαχτή, παρά τη δυνατότητα να έχει ο Χ κοινωνική ζωή από την οποία θα απουσιάζει ο Ψ. Έχω βαρεθεί να ακούω για ζευγάρια που τα κάνουν όλα μαζί (από διακοπές και ψώνια μέχρι να δούνε τηλεόραση και να πάνε για πεζοπορία), παρότι συνήθως βαριούνται φρικτά. Ακόμα χειρότερα από όλα: η δόλια και συστηματική αστυνόμευση της ζωής του άλλου φαίνεται να είναι πια η νόρμα: ανακρίσεις και σκηνές, να ψάχνεις σημειώσεις, ιμέιλ, κινητά, να σηκώνεις το τηλέφωνό του ή το τηλέφωνό της, να κατασκοπεύεις συνομιλίες — πράγματα που ανήκαν ή θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του ιδεοψυχαναγκασμού ή της χονδροειδέστερης απρέπειας ή, έστω, να είναι στιγμή αδυναμίας.

Δεν ξέρω δυστυχώς από ψυχανάλυση για να μπορέσω να ερμηνεύσω τέτοιες συμπεριφορές ή (πολύ περισσότερο) να βοηθήσω όσους τις παρουσιάζουν. Απλώς βουίζουν αυτά μέσα στον ασκό μου και με ενοχλούν.

Και ναι, ξέρω ότι οι ανθρώπινες καρδούλες εύκολα ματώνουν. Ξέρω ότι όλοι μισούμε το ‘ποτέ ξανά’ και αγωνιζόμαστε για το ‘πάντοτε’ (μάταια, κάποιου είδους τέλος θα μας βρει). Ξέρω ότι είμαστε εύθραυστοι και λυγίζουμε και σπάμε. Ξέρω ότι πάνω στην τρέλα θα πονέσεις και θα προσβάλεις τον άλλο ή θα ψάξεις τα μηνύματά του. Ξέρω πως έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Αυτό που με αποκαρδιώνει είναι ότι, πέραν από τη βία της πατριαρχίας πάνω στις γυναίκες, έχουμε πια και κάτι άλλο να μας αλλοτριώνει σε κάθε είδους ζευγαρική σχέση: έχουμε γίνει εξουσιαστές όλοι, έχουμε γίνει ιδιοκτήτες, έχουμε αντικαταστήσει τη ζήλεια και την αγωνία κάθε σχέσης με την απονιά και τη διάθεση να έχουμε τον άλλο για κτήμα μας. Η διακριτικότητα είναι κουταμάρα και ο σεβασμός στον άλλο (τον άλλο με τον οποίο μοιραζόμαστε το κρεβάτι μας και μέρος, μεγάλο ή μικρό, της ζωής μας) η ευκαιρία που ψάχνει, λέει, να μας εγκαταλείψει. Νομίζουμε ότι φυλακίζοντας τον άλλο θα τον έχουμε για πάντα. Αλλά είναι χιλιοτριμμένο το θεματάκι του πόσο μάταιο είναι και αυτό.