Προσπαθώ να γράψω αυτό το σημείωμα από χτες. Αν αποτύχω, θα είναι γιατί απέτυχα, όχι γιατί δε μ’ ένιαξε.
Χτες κηδέψαμε έναν γλυκό και χαρούμενο άνθρωπο, μια συνάδερφο εξαιρετική στη δουλειά της. Νέα από τις περισσότερες απόψεις. Ας πούμε ότι πέθανε από μαράζι. Εντάξει, δεν είναι ιατρικώς ορθή η αιτιολογία, αλλά ας πούμε ότι το βλέπω έτσι. Ο Σραόσα είμαι, ό,τι θέλω γράφω.
Στην κηδεία τη σκεφτόμουν, σκεφτόμουν τους δικούς της. Όταν ήμουνα μικρός, φοβόμουν μην πεθάνουν όσοι μ’ αγαπάνε, μετά έτρεμα μην πεθάνω εγώ, τώρα διώχνω με φρίκη τη σκέψη ότι θα πεθάνουν όσοι αγαπώ. Από την πένθιμη διάθεση για την εκλιπούσα (θα πω «αδικοχαμένη», αν και δε θεωρείται δόκιμος ο όρος όταν ο φυσικός αυτουργός είναι ο καρκίνος που όλοι φοβόμαστε ή τα καρδιακά, από τα οποία έχουμε ακόμα περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουμε) με έβγαζε πότε ο θλιβερός ψάλτης με τη σοβαρή διαταραχή ομιλίας (τι διασυρμός των νεκρών αυτοί οι ψαλτάδες στις κηδείες, πάντα οι τελευταίοι), πότε το εκνευριστικά ιουδαΐζον-στωικίστικο κείμενο της νεκρώσιμης ακολουθίας (Ανάσταση; ποια Ανάσταση;). Μετά ξανακαταλάγιαζα στην ενατένιση δύο φαρμακωμένων ανθρώπων στα στασίδια φάτσα στο φέρετρο ή των θλιμμένων προσώπων μας. Κάποιου τα δάκρυα στα δεξιά μου έσταζαν στο πάτωμα σα λασκαρισμένη βρύση, χωρίς να κυλήσουν καθόλου στο πρόσωπό του. Η μέρα έξω είχε λοξό και άτρωτο φως, βαρύ ουρανό και υπέρλαμπρα ανοιξιάτικα λιβάδια, κίτρινα και πράσινα, αλλά κυρίως κίτρινα.
Μετά, καθώς έβγαζα το κουστούμι, τα παπούτσια (πασπαλισμένα με χώμα), τη μαύρη γραβάτα που είχα αγοράσει για μια άλλη κηδεία πάρα πολύ μακριά αλλά ποτέ δεν είχα φορέσει, ένιωσα περίεργα. Πένθος αλλά όχι μελαγχολία, οργή αλλά όχι θυμό, πίκρα αλλά όχι θλίψη. Σκεφτόμουν ότι ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη και κέφι και μπρίο για τη δουλειά (ακόμα κι όταν την είδα διασωληνωμένη για τελευταία φορά στο νοσοκομείο), πέθανε με πίκρα και με την αίσθηση ότι αδικήθηκε. Αυτό με βάρυνε περισσότερο απ’ όλα. Πολύ. Η αγάπη που δίνουμε δεν μπορεί να μας σώσει, σκέφτηκα. Αφοριστικά και μελοδραματικά ίσως, αλλά το σκέφτηκα. Και όταν λέμε να μας σώσει, δε μιλάμε για τον Θεό και τον Γιο Του, μιλάμε να μπορέσεις να φύγεις ήσυχα χωρίς να πονάς για τις αδικίες που υπέστης. Η αγάπη δεν μπορεί να μας λυτρώσει, δεν μπορεί καν να μας γιάνει.
Αργότερα, μιλώντας με έναν φίλο για να ξεπλύνω από τη σκέψη μου τη στιφάδα και τη γλυφή διάθεση, του το είπα: η αγάπη δε θα σε σώσει, αλλά θα σώσει τους γύρω σου που θα την δεχτούν από σένα.
Το κάζο της παρανόησης του εξώφθαλμα ειρωνικού κειμένου του oldboy είναι κατ’ αρχήν απολαυστικό, ιδίως για έναν χαβαλέ και χαβαλεδιάρη σαν κι εμένα: τόση σοβαροφάνεια, τόσα παραθέματα, τόση αυθεντία να πάνε στον βρόντο. Επί της ουσίας, πρόκειται για κάζο και φιάσκο μιας ολόκληρης γενιάς επιτιμητικά καμαροφρύδηδων, μηχανιστικά εργαλειοφρόνων και — εν τέλει — καρατσούμπαλων διανοουμένων, που ζούνε τεμπέλικα στην εύφορη και περίκλειστη κοσμάρα τους.
Ήθελα να γράψω απόψε για το «παλιό καλό ελληνικό» σινεμά και πόση δυσφορία μου προκαλούν οι κωμωδίες του. Αλλά δεν μπορώ. Ήθελα να γράψω ότι αυτό του Χατζιδάκι είναι κατά πολλές τάξεις μεγέθους σημαντικότερο, τολμηρότερο κι ευρηματικότερο τραγούδι από, λ.χ., τις πολύ πολύ βαρετές Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, και να σοκάρω λίγο. Αλλά δεν μπορώ. Γελάω ακόμα.
Αφορμή για αυτό το κείμενο, το οποίο γράφω εν θερμώ, είναι το 38274ο κείμενο στην ιστορία της νεοελληνικής δημοσιογραφίας το οποίο μιλάει για την κατάσταση στη χώρα συγκρίνοντας τη νεοελληνική καθυστέρηση / οπισθοδρομικότητα / τριτοκοσμικότητα με την πρόοδο / τάξη / καθαριότητα / ευνομία κτλ των πολιτισμένων / πεφωτισμένων εθνών.
Πρέπει να κατανοήσουν όσοι γράφουν τις κατάκοπες μπούρδες αυτού του είδους ότι το σχηματάκι που τζαμώνουν για να πούνε κι αυτοί τον πόνο τους έχει πλέον καταντήσει άνοστο, κακόγουστο και καραμπανάλ, έστω και αν περιέχει μια δόση αλήθειας.
Βεβαίως, το πρόβλημα είναι ότι περιέχει ελάχιστη δόση αλήθειας. Να το θέσω αλλιώς. Όταν αναρωτιέται ο Γουσέτης αν όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα θα μπορούσαν να γίνουν «στη δυτική Ευρώπη, όπου πέρασ[ε] τις γιορτές», για ποια χώρα ακριβώς μιλάει; Έχει σημασία, ξέρετε. Για την Ιταλία; Αν μιλάει για το Λουξεμβούργο, οκέι, πάσο. Αλλά, ακόμα και ο πιο νικοδημικός δυτικολιγούρης (εδώ ταιριάζει τέλεια το γάντι) δε θα ήθελε να γίνουμε Λουξεμβούργο. Τέλος πάντων.
Μια και γράφω εν θερμώ, κι αφήνοντας πίσω το μάλλον ελάχιστα συναρπαστικό κείμενο του Γουσέτη, να το χοντρύνω λίγο. Όσοι συγκρίνουν «την εικόνα της κρατικής αποσύνθεσης και της καθυστερημένης τριτοκοσμικής κοινωνίας» με τα (δυτικο)ευρωπαϊκά ινδάλματα, έχουνε ζήσει σε καμμιά από αυτές τις χώρες; Δε μιλάω για τουρισμό, φυσικά: από την Ιταλία λ.χ. έρχεσαι πάντα ανανεωμένος, αρκεί να μην παραμείνεις εκεί παραπάνω από 3 εβδομάδες μάξιμουμ. Δε μιλάω καν για σπουδές στο τρίγωνο Βρετανία-Γερμανία-Γαλλία, αφού είναι κοινός τόπος τουλάχιστον από καταβολής μπλογκ πώς ζουν εκεί οι Έλληνες φοιτητές: στον κόσμο της κουκουρούκου, με ελάχιστο συναγελασμό και συναναστροφή με τους ντόπιους, με πλήρη άγνοια των τοπικών προβλημάτων, κολλημάτων και συνθηκών πραγματικής ζωής. Πολλοί από αυτούς κουβαλάνε μαζί τους διάφορα ελληναράδικα κολλήματα (ενοχλητικά γιατί μάς είναι οικεία — να μιλήσετε π.χ. με τη φίλη μου την Claudia F. για τα γερμαναράδικα κολλήματα): έτσι, μια γνωστή μου γκρίνιαζε γιατί δεν μπορεί να οδηγήσει μέσα στις ολλανδικές πόλεις, αφού «οι μαλάκες οι Ολλανδοί» της δίνουνε μόνον δύο επιλογές: συγκοινωνίες ή ποδήλατο.
Όλοι όσοι μιλάνε ξανά και ξανά και με βεβαιότητα για «τριτοκοσμικές συμπεριφορές» στην Ελλάδα, έχουνε πληρώσει φόρους εκτός Ελλάδας (λ.χ. στη Γερμανία, όπου η νόμιμη φοροδιαφυγή είναι ομαδικό σπορ); Έχουνε χεστεί πάνω τους γιατί τους την έπεσε μεθυσμένος στις 7.30 μμ; Έχουνε κολλήσει σε λονδρέζικο ή παρισινό μποτιλιάρισμα; Έχουνε προσπαθήσει να συνεννοηθούν με δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών; Έχουνε δει τη βρωμιά και τα μπουκάλια και τις λίμνες ξερατών στους δρόμους κυριακάτικου πρωινού; Τους έχει πάρει 6 μήνες, 9 χρυσοπληρωμένα τηλεφωνήματα και 3 φαξ σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών για να πάψουνε να τους στέλνουν ειδοποιήσεις για λογαριασμό που πλήρωσαν εμπρόθεσμα; Έχουνε κοντέψει να πεθάνουν από γρίππη λόγω της τριτοκοσμικής γραφειοκρατίας του NHS; Έχουν φάει στη μάπα απεργία των ΜΜΜ στο Παρίσι ή στο Λονδίνο; Έχουνε δει ανθρώπους με σάπια δόντια το 2005 γιατί η οδοντιατρική περίθαλψη κοστίζει; Έχουνε αναγκαστεί να ξεκουμπιστούν στον Καναδά λόγω της élegante συστημικής ευνοιοκρατίας των γαλλικών πανεπιστημίων; Έχουνε περάσει εγκλωβισμένοι τρεις ώρες σε τριτοκοσμικό εγγλέζικο τρένο στη μέση διαδρομής 55 λεπτών; Έχουνε κρατήσει από το χέρι μικρούς μαθητές που επιβιώνουν μόνο χάρη στο λιγδερό σχολικό γεύμα; Έχουν έρθει φάτσα με φάτσα με τη γερμανική ή τη βρετανική (ναι αυτή την καλοσυνάτη, καλέ) αστυνομία;
Ξεκινώντας να γράψω αυτό το ποστ αναρωτήθηκα αν γράφεται παγώνι ή παγόνι. Φαίνεται ότι η γραφή παγόνι είναι δοκιμότερη (τουλάχιστον αυτή τη δεκαετία, ποιος ξέρει για την επόμενη).
Αλλά δε μας ενδιαφέρουν οι λέξεις. Μας ενδιαφέρουν τα ίδια τα παγόνια. Τουλάχιστον αυτή την εποχή. Όταν ήμουνα πιτσιρικάς και με πήγαινε ο παππούς στον Εθνικό Κήπο, βεβαίως με απασχολούσανε κυρίως οι λέξεις. Γιατί ενώ λέγεται ‘Εθνικός Κήπος’, ο παππούς μου, ο κομμουνιστής, τον έλεγε επίμονα ‘Βασιλικό Κήπο’ και τον αποκαλούσε ‘Εθνικό’ μόνον όταν τον στραβοκοίταζε ο πατέρας μου; Είχε σχέση με την ιστορία που μου έλεγε για τους μπολσεβίκους που σεβάστηκαν τσαρικά σύμβολα, μνημεία κι εμβλήματα γιατί αποτελούσανε μέρος της ιστορίας της Ρωσίας; Δεν ξέρω. Άλλη λέξη που με απασχολούσε, κυρίως όταν ήμουν ακόμα μικρότερος, ήταν η λέξη ‘ταώς’. Μόλις είχα μάθει να συλλαβίζω λέξεις και ο παππούς μου έδειχνε το αρσενικό παγόνι, το οποίο περιμέναμε να ανοίξει την ουρά του ενώ αυτό απλώς έκρωζε. Εγώ μια κοιτούσα τον απόκοσμα γαλάζιο λαιμό του παγονιού, αφού η ουρά του παρέμενε μαζεμένη να σαρώνει τις σκόνες του κλουβιού του σα σάρωθρο από σόργο, μια κοιτούσα τη λέξη ΤΑΩΣ. Αναρωτιόμουνα γιατί δε λέει ‘παγόνι’. Αναρωτιόμουνα γιατί ο παππούς, που βλαστημούσε χαμηλόφωνα στα τούρκικα περιμένοντας το παγόνι να ανοίξει την ουρά του να το δω κι εγώ, ελεγε για τα άσχημα πόδια και την ωραία ουρά του παγονιού κι όχι για την διαπεραστική φωνή του. Δεκαετίες μετά εικάζω ότι μπορεί να ήτανε κανα συνθηματικό των νιάτων του, για κάποιον τύπο γκόμενας, ξέρω γω: άσχημα πόδια, ωραία ουρά. Δεν ξέρω: αυτά είναι των λαογράφων και του Ηλία Πετρόπουλου: τσαχπινιές χαμένων κόσμων. Πάντως ωραία ουρά έχουνε τα αρσενικά παγόνια, όχι τα θηλυκά.
Δε μας ενδιαφέρουν οι λέξεις. Μας ενδιαφέρουν τα ίδια τα παγόνια: όταν σε μια από τις επισκέψεις στον Εθνικό Κήπο τελικά είδα ένα παγόνι να ανοίγει την ουρά του, απροσδόκητα, αναίτια και χωρίς να το έχει τρομάξει κανένας (μια σίγουρη, λέει, μέθοδος) θαύμασα πραγματικά. Ούτε ο μύθος του Άργου, όσο κι αν με είχε εντυπωσιάσει, ούτε οι περιγραφές με είχαν προετοιμάσει. Από τότε όπου βρω παγόνια, κάθομαι και τα χαζεύω.
Πού και πού συγκινούμαι όταν μαθαίνω ότι το παγόνι είναι σύμβολο της αθανασίας στη χριστιανική εικονογραφία: κάτι τόσο όμορφο ακόμα και οι άπλυτοι μισογύνηδες στυλιτόφρονες ημιάγριοι καλόγεροι που έτρεχαν τη χριστιανική πίστη για κάμποσους αιώνες το εκτιμούν. Άλλοτε συγκινούμαι που οι γιαζήδες τιμούν τον Άγγελο Παγόνι, πεπτωκότα άγγελο που έσβησε τις φλόγες της κολάσεως μετανοώντας για 7000 χρόνια και μετά δημιούργησε τον κόσμο: κάτι τόσο όμορφο δεν μπορεί παρά να έχει θαυμαστή ιστορία στην πλάτη του, εντυπωσιακό ‘μπαγκάζ’.
Συχνά πάλι σκέφτομαι την ουρά που δε βοηθάει το παγόνι να πετάξει, αλλά το κάνει πιο επιθυμητό. Για μένα το παγόνι είναι θαύμασμα της παιδικής μου ηλικίας και, στην ωριμότητα, εικόνα της άχρηστης αλλά ποθητής ομορφιάς.
Κύκνος
Αυτή η αγνώστου πατρός εικόνα συνοψίζει ένα θεματάκι που έχω από μικρός: πόσο ασήμαντα είναι όσα αποσιωπώνται.
Από την αρχή: ρωτούσα μικρός τους γονείς μου πότε πάνε στην τουαλέτα όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βλέπαμε στην τηλεόραση. Γιατί δεν τους βλέπουμε ποτέ να πηγαίνουνε στην τουαλέτα; Φυσικά, η ερώτησή μου αφορούσε τους νεκρούς χρόνους μιας αφηγούμενης ιστορίας, οι οποίοι σπανίως φτάνουνε να εκφραστούνε στην αφήγηση. Αν πήρε 7 μέρες για να φτάσει το πριγκηπόπουλο στην πριγκήπισσα, ε, η αφήγηση του ταξιδιού θα πάρει κάτι λιγότερο. Οι επισκέψεις μας στην τουαλέτα δεν έχουν κάτι άξιο αφήγησης (με εξαίρεση του καημένου του Τραβόλτα στο Pulp Fiction). Κι αυτό ήταν.
Μεγαλώνοντας ωστόσο, έμαθα ότι αποσιωπώνται κι άλλα. Για παράδειγμα: όταν άρχισα να διαβάζω πραγματικά, μου πήρανε δώρο τις εικονογραφημένες μυθολογίες του Στεφανίδη. Μου άρεσε η Λύρα του Απόλλωνα και το Αθηνά Παλλάδα. Μετά από αυτά έπεσα στη μυθολογία άγρια, μέχρι που η μητέρα μου ανησυχούσε ότι το παιδί δε θα μάθει ποτέ ιστορία, αφού καθοταν κι αποστήθιζε παραμύθια των αρχαίων για τον Κόττο, τον Βρυάρεω και τον Γύ(γ)η, τον Ώτο και τον Εφιάλτη και άλλους τέτοιους άξεστους τύπους.
Διαβαζοντας μύθους συναντούσα περιγραφές όπως «και πλάγιασε ο Δίας με τη Λητώ», «και έγινε ο Δίας χρυσή βροχή και επισκέφτηκε τη Δανάη», «και ο Δίας έγινε κύκνος για να τον αγκαλιάσει η Λήδα». Δεν έβγαζα άκρη. Από έναν μεσημεριανό ύπνο, όπως λ.χ. μοιραζόμουν εγώ το κρεβάτι στο χωριό με ξαδέρφια και τους γονείς μου, προέκυψε η Κυνθία και ο Φοίβος; Γεννάς ήρωες επειδή σε επισκέφτηκε βροχή, και δη χρυσή; Άμα αγκαλιάσεις πουλιά γκαστρώνεσαι; Τέλος πάντων, μου τα δίδαξε κι αυτά το Λύκειο (στο Γυμνάσιο ήμουνα σχεδόν χαϊβάνι).
Η ενηλικίωση πάντως δημιούργησε αντίστοιχα ερωτηματικά, όχι λιγότερο βασανιστικά από εκείνα. Και σ’ αυτά οι απαντήσεις πρέπει να είναι πολύ απλές, συνήθως είναι απλές, αλλά αποσιωπώνται. Μιλάμε και μεταξύ μας όπως μιλάμε στα παιδιά: on a need-to-know basis, που λέμε.
(Ο πίνακας ‘Λήδα και κύκνος’ (2008) είναι του Steven Kenny, από εδώ.)
Μια φούσκα ήταν η ελληνική μπλογκοκοινωνία (ή μπλογκόσφαιρα — δεν έχει νόημα να διαφιλονικούμε για όρους εφήμερων πραγμάτων): καμμιά εβδομηνταριά απολαυστικοί, ιδιοφυείς, εγγράμματοι, καλλιεπείς τύποι, με τις πετριές τους αλλά και με την ψυχραιμία τους, που κάνανε το κομμάτι τους, ο καθένας και η καθεμία με τον δικό της και τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Μετά η φούσκα έσκασε, όπως σκαν όλες οι φούσκες στο τέλος, εισέρρευσε ο μολυσμένος αέρας της ελληνικής πραγματικότητας (μπλαμπλά, μπλαμπλά, μπλα, μπλα, μπλα, κτλ. κτλ. κτλ.) και η φούσκα εξαχνώθηκε.
Δεν έχω δει τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία πρόπερσι είχε διαφημιστεί ως «υπερπαραγωγή» και «η πρώτη ελληνική πορνοταινία μετά από χρόνια». Ο τίτλος όμως είναι απολαυστικός, ενώ ο Αγγλοκύπριος πρωταγωνιστής έδωσε πέρσι μια σπαρταριστή συνέντευξη σε κυπριακό περιοδικό λάιφσταϊλ.
Τέλος πάντων, δεν είναι αυτά το θέμα μας. Άλλωστε ο τίτλος μου ήρθε ως απλός συνειρμός όταν άκουσα το αποτέλεσμα των σκέψεων (πώς τον λένε εκείνον τον υπολογιστή; Deep Throat; όχι: Deep Thought) του πρωθυπουργού. Η συλλογιστική της προηγούμενης φοράς που προκήρυξε εκλογές, μόλις πριν δύο χρόνια, ήταν ‘απλώς’ προσβλητική προς το Σύνταγμα και τη συνταγματική τάξη. Αυτή τη φορά είναι και κωμική: σαν παρθένα αρσενικής φαντασίωσης, από αυτές που τάχα ζητούν να τις τραβάνε, κι ας κλαίνε. Έτσι κι εκείνος σύρεται σε εκλογές γιατί αυτός ο τραμπούκος, αυτός ο ζαμπόνηρος μακιαβελικός ταλλεϋράνδος, ο πανίκανος Γ.Α.Π. τον τραβάει από την αμόλευτη κοτσίδα καθώς η τίμια εμπριμέ φούστα του σκίζεται πάνω στα χώματα και τις πέτρες του Βούθουλα. Γιατί δε μας λέει ότι προτιμάει να βγάλει 120 βουλευτές, αντί για 100 τον Μάρτιο; Θα ήταν εξίσου κυνική καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών περί πρόωρων εκλογών, αλλά πιο ειλικρινής. Θα μπορούσε επίσης να κήρυσσε πόλεμο στην Τουρκία, που μας στέλνει ακόμα λαθρομετανάστες («να φύγετε, λαθρομετανάστες, να πάτε αλλού»): θα υπήρχε πραγματικό εθνικό θέμα έτσι.
Κι ας γίνω ακόμα πιο κακεντρεχής: η τρομακτικά ανίκανη και συστηματικά διεφθαρμένη διακυβέρνηση της χώρας από τον Μίστερ Νιντέντο δε συγκρίνεται με αυτή του τρισκατάρατου Σημίτη, του απαίσιου Τάπερμαν που όλοι (σχεδόν όλοι) έβριζαν και μπινελίκωναν με αφοσίωση και μανία. Πράγματι, στη θέση διεφθαρμένων έχουμε διεφθαρμένους και ανίκανους, στη θέση αμερικανόδουλων έχουμε αμερικανόδουλους που δε ζητάν ανταλλάγματα από τον αφέντη τους, στη θέση κυνικών έχουμε ανόητους κυνικούς. Επίσης, πολύ φοβάμαι ότι μια πιθανή κυβέρνηση Γ.Α.Π. απλώς θα προσθέσει νέες συναρπαστικές παραμέτρους στα παραπάνω, κατεβάζοντας τον πήχυ των αλμάτων εις βάθος του Νιντέντο ακόμα πιο βαθιά. Και μην ποντάρετε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
Κοινώς: δε σας άρεσε ο Σημίτης, ε; Ε…
Στο μεταξύ φοβάμαι πολύ. Αλλά σταματάω εδώ, αφού θα βγει ο ολντ μπόυ να πει πάλι ότι τα πράγματα δεν είναι συνήθως τόσο άσχημα όσο φοβόμαστε. Σωστά. Καμμιά φορά είναι χειρότερα.
Η νεοελληνική ‘συνείδηση’ φαίνεται εμποτισμένη από το μίσος της πόλης, κυρίως μετά την αστυφιλία του ’50, αλλά και πολύ πρωτύτερα. Θυμάμαι το κωμειδύλλιο ‘Η τύχη της Μαρούλας’ (αυτά έδειχνε η τιβί στην εποχή μας, παιδιά μου), όπου ο ανδριώτης χωρικός, πατέρας της Μαρούλας, νομίζω, εκφράζει την έκπληξή του μπροστά στην Αθήνα-τέρας των 50.000 ξέρω γω κατοίκων με ένα τραγούδι («Έλα Χριστέ και Παναγιά / πώς έγιν’ η Αθήνα»), το οποίο το 1890 έγινε προεκλογικός παιανίσκος (με αλλαγμένα λόγια) του κόμματος του Δηλιγιάννη…
Τα ξανασκέφτηκα αυτά με αφορμή το εξαιρετικό βιβλίο κειμένων λογοτεχνίας της Β’ Γυμνασίου, το οποίο φυσικά περιλαμβάνει και τα απαραίτητα πονεμένα κείμενα για την τσιμεντούπολη, τη μοναξιά της πόλης και τα χαμόγελα που λείπουν από την οδό Αχαρνών. Σε αυτό δεν έχει αλλάξει τίποτε από τα μεταπολιτευτικά και πρώιμα πασοκικά εγχειρίδια από τα οποία μάθαμε (;) εμείς γράμματα· εκεί διαβάζαμε για τα τσιμεντένια κουτιά των πόλεων όπου φυλακίζονται τα παιδάκια, μια και δεν έχουν αλάνες να βγούνε να παίξουν, ενώ δε θυμάμαι να διαβάζαμε τόσο συστηματικά για τα παιδάκια της μετεμφυλιακής ελληνικής επαρχίας που είχαν αλάνες να παίξουν και γίδες να αρμέξουν και να βατέψουν (τα κορίτσια σπίτι και κέντημα) αλλά και χωρίς ψωμάκι να φάνε και σχολείο να πάνε.
Αντιλαμβάνομαι ότι ο ερχομός στην πόλη δεν έγινε για τους περισσότερους Έλληνες για να βρούνε τ’ όνειρο, παρά σχεδόν στανικά, για να γλιτώσουνε τη φτώχεια, τον χαφιέ και το γκασταρμπαϊτερλίκι. Όμως, εδώ και αιώνες, και πολύ πιο έντονα τις τελευταίες έξι δεκαετίες, με παρόμοιους όρους αστικοποιούνται δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον πλανήτη από το Σάο Πάολο μέχρι το Λος Άντζελες, από το Τόκυο μέχρι τη Βομβάη και από την Σαγκάη μέχρι το Κάιρο. Ωστόσο, οι Έλληνες, ομφαλοσκοπώντας παροιμιωδώς — όπως συνηθίζουμε για κάποια θέματα — τα ρίξαμε όλα στην απάνθρωπη τερατούπολη, την Αθήνα και καθαρίσαμε. Αυτά συνιστούν τον παλαιό μισαθηναϊσμό: «μισώ την Αθήνα γιατί μου λείπει (;) το χωριό, η ψαρόβαρκα, το σαμάρι».
H γενικευμένη απαξίωση της Αθήνας ως τριτοκοσμικής άσχημης τσιμεντούπολης «άναρχα δομημένης» κτλ. εξακολουθεί να στοιχειώνει το συλλογικό μας κατιτίς ως ένας νέος πια μισαθηναϊσμός· παρά το ότι πολύ περισσότεροι Αθηναίοι έχουνε βγει στις μεγαλουπόλεις του κόσμου, παρά το ότι η μετακίνηση μέσα στην Αθήνα είναι ασύγκριτα ευκολότερη από όταν ήμουν παιδί (βεβαίως ούτε τότε ούτε τώρα μετακινούμουν με ΙΧ, πολλώ μάλλον με Landrover). Αυτή η απαξίωση είναι γενικότερα αντιπαραγωγική, αφού, συν τοις άλλοις, υπαγορεύει ασυνάρτητα διακοσμητικά μέτρα, όπως η καλλωπιστική εκστρατεία του ανεκδιήγητου δημάρχου Αβραμόπουλου ή η 43η ανάπλαση της πλατείας Μοναστηρακίου (έπεται και πάλι η Ομόνοια σύντομα, υποθέτω), όπου άλλα χαζά κελεύει ο Δήμος, άλλα ανέφικτα οι αρχιτέκτονες, άλλα άκομψα η Αττικό Μετρό, κι άλλα στήνουν στο τέλος οι εργολάβοι (οι εργολάβοι! οι εργολάβοι! οι δαίμονες!).
Ωστόσο, κατ’ αρχάς, η Αθήνα (μιλάω τώρα για την ευρύτερη περιοχή μέχρι τα ‘σύνορα’ του πάλαι Σταυρού Αγίας Παρασκευής και χωρίς το Μενίδι) είναι λειτουργικότατη πόλη, όπως έδειξε η περίφημη μελέτη Δοξιάδη τη δεκαετία του 70 — και (για) την οποία αδυνατώ να βρω ονλάιν. Τι εννοώ. Σε αντίθεση με πολλές (μεγαλου)πόλεις, για κάθε κάτοικό της ο χρόνος πρόσβασης στις διάφορες χρήσεις είναι ανάλογος του πόσο αναγκαία είναι η χρήση: σε λίγη ώρα βρίσκεις ψιλικατζίδικα και έβγες και περίπτερα, σε λίγο περισσότερη φαγάδικα, σε λίγη ακόμα φαρμακεία, σε αρκετά περισσότερη σινεμά — και ούτω καθεξής. Αν αυτό φαίνεται αυτονόητο (όπως λ.χ. η σταθερά χαμηλή εγκληματικότητα), δείτε το συγκρότημα του Λονδίνου, μικρότερες αγγλικές πόλεις, τις πόλεις του κομμουνισμού ή της Άπω Ανατολής ή ακόμα και τη Λευκωσία (για να μην πιάσουμε τις βορειοαμερικάνικες πόλεις), όπου πρέπει να πας (με αυτοκίνητο) στην άλλη άκρη για να αγοράσεις ψωμί, γάλα, εφημερίδα και ένα μπουκάλι κρασί…
Φυσικά η Αθήνα έχει πολύ σοβαρά προβλήματα: τον θόρυβο, τη βρωμιά, το παρκάρισμα, τις όχι ακόμη ικανοποιητικές συγκοινωνίες, την έλλειψη ανοιχτών χώρων (που δε θα εγκαταλείπονται κατόπιν, όπως το Πάρκο Βασιλίσσης / Τρίτση, ή και το Κτήμα Βορρέ), την εμμονή της λογικής της «κάλυψης ως αναβάθμισης» (Κτήμα Θων, Βοτανικός, Μωλ, βιλλάτζια). Φυσικά, ούτε τα παραπάνω, ούτε βεβαίως η πολυκατοικία ως οικιστική μονάδα (μόνιμος στόχος του παλαιού μισαθηναϊσμού), την καθιστούν τριτοκοσμική πόλη, όπως κάποιοι κοσμογυρισμένοι διατείνονται (η Νάπολη και το Παλέρμο, λ.χ., τι να είναι άραγε, αν η Αθήνα είναι τριτοκοσμική;).
Με άλλα λόγια, η κίνηση και το μαρτυρικό παρκάρισμα είναι (πια) συνέπεια του να κινείσαι σε οποιαδήποτε σχεδόν μεγαλούπολη… Απεναντίας, ο θόρυβος και η ρύπανση-βρώμα στην Αθήνα είναι και ανυπόφορα και προβλήματα της συγκεκριμένης πόλης και μάλλον πρέπει να επικεντρωθούμε σε αυτά, και στη βελτίωση των συγκοινωνιών, αντί να πετάμε ατάκες τύπου «Βυρητός! Κάιρο! Τεχεράνη!» (παρεμπιπτόντως, άντε να σας δω να ζείτε εκεί…). Φοβάμαι πάντως ότι οι παρωπίδες του νέου μισαθηναϊσμού μάς εμποδίζουν να ξεχωρίσουμε τα γενικά προβλήματα της μεγαλούπολης από τα ειδικά της Αθήνας, αποπροσανατολίζοντάς μας…
Επίσης, τα πραγματικά προβλήματα, αντίθετα με όσα περιοδικώς γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου στην ΑΒού (αν και υπάρχει κι αυτό το πρόσφατο και πιο ενδιαφέρον), δεν αρκούν να μας κάνουν να ξεγράψουμε μια πόλη: η Νέα Υόρκη όπου οι τσοπεράδες πρεζέμποροι αλώνιζαν την 8η Οδό, όπου μπούκαραν οι διαρρήκτες στις 9.10 στις πολυκατοικίες του Βίλλατζ (αφού όλοι θα ήτανε σίγουρα στη δουλειά) για να αδειάσουν τα διαμερίσματα ένα-ένα (ξεκινώντας από πάνω προς τα κάτω), όπου οι πορτοφολάδες σε κωλοχέριαζαν ασύστολα όταν δε σου κόλλαγαν μια κάννη στον αφαλό, με την απίστευτη βρώμα και φτώχεια κι εξαθλίωση μεταξύ 14 δρόμων και της Canal (ας πούμε) τελικά έλυσε κάποια από αυτά τα προβλήματά της. Παρόλ’ αυτά, και απ’ ό,τι ξέρω, δεν έβγαινε ο Νόρμαν Μέιλερ (λέμε τώρα) να την αποκαλεί τριτοκοσμική κι αθλιούπολη…
Γενικά πρέπει να πάψουμε να συγχέουμε την πολυσυλλεκτική, αντιφατική και πολύπλοκη μεγαλούπολη με το ουτοπικό μας όνειρο, είτε το τρέφουν προαστειακές φαντασιώσεις, είτε λεκορμπυζιανίστικοι παραλογισμοί.
(Άσε που το ‘The Cities Book’ του Lonely Planet έβγαλε την Αθήνα 38η ανάμεσα στις 200 καλύτερες πόλεις του κόσμου. Αλλά αυτοί είναι κουτόφραγκοι.)
(Προς σχετικά ενδιαφερόμενους δημοσιογράφους: Πριν γράψτε κάτι, πάρτε κανα τηλέφωνο καναν άνθρωπο από ΕΜΠ μεριά. Απ’ όσο ξέρω ακόμα στην Πατησίων είναι η Αρχιτεκτονική.)
Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με το Κυπριακό από 15 χρονών, ενώ εδώ και κάμποσα χρόνια κατέληξα και να πηγαινοέρχομαι στην Κύπρο. Οι εμπειρίες μου από τη Μεγαλόνησο (συνήθως χαρακτηριζόμενη και ως «μαρτυρική» από τους εξ Ελλάδος) θα συμπυκνωθούν κάποτε σε έναν πολυτελή τόμο, τον οποίο όλο και κάποιος θα μου φέρει στο κεφάλι (να ένας κίνδυνος που δε διατρέχουμε μπλογκάροντας).
Όσοι έχουν περάσει από την ελληνική κοινωνία (μέγα σχολείο, η ελληνική κοινωνία, κάτι σαν το ορφανοτροφείο του Όλιβερ Τουίστ), γνωρίζουν τη στάση και τα στερεότυπά της απέναντι στους (Ελληνο)Κύπριους. Όσοι Καλαμαράδες έχουνε ζήσει στην Κύπρο, έχουνε ζήσει την αντιφατική στάση των (Ελληνο)Κυπρίων απέναντι στον Ελλαδίτη / Καλαμαρά / εξ Ελλάδος / Αδελφό / Πουστοκαλαμαρά. Δε θα σταθώ σε αυτά. Να επισημάνω μόνο πως η Κύπρος μαζεύει (δυσανάλογα;) μεγάλο ποσοστό αλιτήριων Ελλαδιτών, καιροσκόπων και υπερφίαλων νεοαποικιοκρατών που βρίζουν, χλευάζουν κι ασχημονούν και λένε μεγάλα λόγια, αφού αισθάνονται άρχοντες και βεζύρηδες στο νησί σε σχέση με την Κυψέλη, την Τριανδρία, την Κοζάνη και το Ληξούρι, απ’ όπου κουβαλήθηκαν φοροφυγαδες, φυγόστρατοι, φυγόδικοι — ή τι στην ευχή. Φυσικά υπάρχουν και καλοί Ελλαδίτες στην Κύπρο (πρέπει να κάνω τέτοιες ρητές επισημάνσεις, μη μου βγει και τ’ όνομα πως μισώ τους ομοίους μου…).
Ξέρετε πως οι Έλληνες στην Αίγυπτο (όπως καταγράφει και μαρτυρεί και ο Τσίρκας στην Αριάγνη), στο Κογκό, στη Νότια Αφρική αλλά και στην πατρογονική μου Πόλη έσπευδαν να συντάσσονται με τους αποικιοκράτες. Είμαστε απαρηγόρητοι που δε μας δόθηκαν αποικίες. Κι έτσι συμπεριφερόμαστε προς την Κύπρο, ως μία αποικία, όπου έχουμε στρατό και αεροπορία και μια κυβέρνηση που μας κοιτά στα μάτια σαν κακοποιημένος πιτσιρικάς μουρμουρίζοντας τον δικό μας εθνικό ύμνο, την ιταλιάνικη μάρτσια ενός κόντε. Κι έτσι, πότε τους αναγορεύουμε ακρίτες υπερέλληνες, πότε μιξο-ανατολίτες μπάσταρδους τουρκόσπορους. Πότε τους βαφτίζουμε βρετανόμουτρα διαβρωμένα με τους αγγλισμούς τους, πότε ανατολίτικες σκυλόφατσες με τα τουρκόφωνα (τάχα μου) ch και dzh και mba και ndou, πότε καθαρούς και ιδανικούς Αχαιούς με τις αρχαίες λέξεις και τα διπλά τους σύμφωνα. Πότε συνθέτουμε παιάνες και θρήνους για τη φτώχεια, την καρτερία, την απλότητα και την καθαρή καρδιά και ματιά τους ριγώντας μπροστά στη φρικτή προσφυγιά, πότε τους φτύνουμε σαρκάζοντας για τα λεφτά, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα και τα διαμερίσματα. Άλλοτε σιχτιρίζουμε την Ευρώπη που παραγνωρίζει τα δίκια τους, άλλοτε τους κακίζουμε που ήρθαν στην Ελλάδα και μας πήραν τις δουλειές, τις μπίζνες και τα πάλκα.
Βεβαίως οι Έλληνες καλή κουβέντα δεν έχουν για κανένα. Βεβαίως ο ακυρωμένος αποικιακός μας οίστρος δεν αφορά και κανέναν πέραν από εμάς. Βεβαίως διανύουμε μια εποχή κατά την οποία έχουμε άλλα κι άλλα που μας καίνε και επιεικώς χεστήκαμε για την Κύπρο. Όμως, αυτά (και άλλα) που ανθολόγησα παραπάνω, έχουν εσωτερικευθεί από πολύ μεγάλο μέρος των Κυπρίων. Κοινώς, οι Ελλάδα και οι Ελλαδίτες οικειοποιούνται τη φωνή των (Ελληνο)Κυπρίων. Θέλουμε να μιλάμε εκ μέρους τους και αυτοί να ασπάζονται το τι λέμε γι’ αυτούς και να το παπαγαλίζουν ευλαβικά.
Μιλάμε εξ ονόματός τους, κοινώς, κι αυτοί ακούνε τι έχουμε να τους πούμε για τη ζωή τους. Μετά το αναπαράγουν άψογα.
Εδώ και δεκαετίες, οι Ελλαδίτες προσπαθούνε να επιβάλλουν στους (Ελληνο)Κύπριους πώς να σκέφτονται, πώς να αισθάνονται, ποιοι να είναι. Ξεκινώντας από την πολιτική ηγεσία, τους διπλωμάτες, τον Σεφέρη, τη διανόηση και κατεβαίνοντας προς τους απλούς Καλαμαράδες (στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα). Έτσι, όλα τα παραπάνω μεταφράζονται σε, κατά καιρούς αντιφατικές μεταξύ τους, οδηγίες προς τους (Ελληνο)Κύπριους, τις οποίες καλούνται να ενστερνιστούν: «να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Έλληνες», «να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Κύπριοι», «είστε ανατολίτες», «είστε Ευρωπαίοι», «να ζήσετε αγκαλίτσα με / να ζήσετε παράλληλα με / να εξοντώσετε τους (Τουρκο)Κύπριους». Και πάει λέγοντας.
Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας, του εξ ορισμού εθνικού κέντρου των (Ελληνο)Κυπρίων, επελαύνει ανεξέλεγκτος, αναντίλεκτος, αγέρωχος. Ορίζει ποια ντόπια ψελλίσματα είναι προς βρώσιν και ποια ακάθαρτα. Τυποποιεί αναλόγως ιδέες, στάσεις και κινήσεις στο νησί. Απαιτεί την ανεπιφύλακτη υιοθέτησή του από τους ντόπιους. Έρχεται στη νήσο να της τραγουδήσει πώς πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας καθορίζει ακόμα και το πώς πολλά άτομα βλέπουν τον εαυτό τους ως Κυπραίους εδώ στο νησί (το θυμάστε αυτό; υπάρχουν πολλά).
Κι όλα αυτά αναδύονται και μορφοποιούνται μέσα από την απέραντη ασχετοσύνη, άγνοια και άξεστη ιδεοληψία της Ελλάδας περί την Κύπρο, έναν κυκεώνα (τουρλού, καλύτερα) υλικών όπως ψέματα, προπαγάνδα, αποσιωπήσεις. Τουλάχιστον σε αυτό, η συνεργασία μεταξύ (κάποιων) Ελλαδιτών και (κάποιων) (Ελληνο)Κυπρίων ήταν αγαστή και, σχεδόν, ισότιμη.