Η σημασία του να έχεις παπάρια

σημειώσεις για τον σεξισμό των Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων και της συνοδείας αυτών

Σχεδιάζω αυτό το ποστ καιρό, μετά από σχετικές συζητήσεις με δικούς μου ανθρώπους (Ι., Π., Ε., Κ., Σ. — ευχαριστώ). Είχα σκοπό να γράψω κάτι ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος και καταλεπτώς καταγγελτικό, με διευθύνσεις, ονόματα και τηλέφωνα (εντάξει, υπερβάλλω).

Αντ’ αυτού, σημειώσεις: πάλι βρίσκομαι ανάμεσα στις συμπληγάδες της τρελής δουλειάς και της παραλυτικής βαρεμάρας…

Σημείωση πρώτη: η κρησάρα

Ι.

Ξεκινάμε με τα τετριμμένα: ας πούμε ότι είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά στον πνευματικό χώρο, από σινεμά μέχρι βιβλίο και από ποίηση μέχρι διοργάνωση εκδηλώσεων και θεαμάτων, από θέατρο μέχρι τραγούδι και από σκηνικά-κουστούμια μέχρι ζωγραφική. Η πρώτη αντίδραση όσων σε παρακολουθούν είναι να ψάξουν ποιανού είσι συ: γυναίκα, αδερφή, κόρη, ερωμένη. Φυσικό: ως γυναίκα, πώς αλλιώς θα σου δοθούν ευκαιρίες; Κακά τα ψέματα.

ΙΙ.

Ας πούμε ότι δεν είσαι γυναίκα, κόρη, ερωμένη κανενός. Ποιος να σε πάρει για γκόμενα έτσι που είσαι. Η επόμενη λοιπόν ερώτηση είναι, βεβαίως, «ποιος σε πηδάει», η ίδια που απευθύνουμε και στους πετυχημένους ορατά ή άουτ γκέι άντρες.

ΙΙΙ.

Ας πούμε ότι δε σε πηδάει κάποιος συγκεκριμένος. Το επόμενο ερμηνευτικό εργαλείο είναι αφοριστικό και όχι υπό μορφή ερώτησης: «αυτή έχει πάρει όλη την κοινωνία» (ενδεχομένως κατά το «εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω»). Η κοινωνία συνήθως ορίζεται ως σύνολο με πληθικό αριθμό μεγαλύτερο ή ίσο του 5. Γιατί όμως; Διότι, ως γνωστόν, για τις γυναίκες το σεξ δεν είναι απόλαυση αλλά μέσο αυτεπιβεβαίωσης, ατραπός τρυφερότητας, ατού στις επιδιώξεις τους. Όθεν, κάποια που έχει πάει με πάνω από 5, άρα με όλη την κοινωνία, είναι αδίστακτη. Ή πουτάνα. Ή αδίστακτη πουτάνα.

IV.

Σε αυτό το σημείο, αν είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά, μάλλον κάπως ήδη έχεις καλυφθεί. Εάν όχι, ε, είναι απλό: είσαι λεσβία.

Σημείωση δεύτερη: σιγή γυναιξί κόσμον φέρει

Η Χ είναι συγγραφέας. Τώρα τελευταία μάς τα έχει χαλάσει, αλλά τουλάχιστον πρόλαβε να ενοχλήσει, να τσαντίσει και να προκαλέσει τον φθόνο συντηρητικών, αριστερών ηθογράφων, οικογενειολατρών, νεκραναστημένων λειψάνων της γενιάς του 30, λεβεντοπροζάτων, ξινών κριτικών. Ωστόσο την πιο εύλογη κριτική για τη Χ δεν την άκουσα για μια σειρά από χαριτωμένα αλλά αδιάφορα βιβλία της, ούτε για άρθρα της που πρέπει να σερβίρονται με αγχολυτικό. Την άκουσα για την πολιτεία της Χ, και είναι χαρακτηριστική του πατριαρχικού-σεξιστικού γραφικού χωριού Κωσταλέξι που είμαστε: Η Χ δεν είναι μάνα, αδερφή, σύζυγος ή κόρη κανενός. Ίσα ίσα, όπως επιγραμματικά μού είπε κάποιος του χώρου, «μεθοκοπάει και τραβολογιέται με γκόμενους στα πάρτυ». Η αξιολόγηση μού έμεινε διότι εκείνη την ώρα ο εν λόγω άνθρωπος του χώρου ήταν ακόμα πιο μεθυσμένος κι από εμένα. Εντάξει, αν ήταν η Χ άντρας, θα ήταν πούστης, κρυφός κατά προτίμηση. Το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι στην τρίτη σημείωση:

Σημείωση τρίτη: τα βραχιόλια της βροντούν

Ποιες είναι οι ελληνίδες συγγραφείς που όλοι σέβονται; Σύζυγοι, μητέρες, σαλές ποιήτριες της πρόζας. Εντάξει. Είπαμε, πώς αλλιώς να σου δώσει σημασία ο χώρος.

Ποιες ελληνίδες συγγραφείς πουλάνε; Κυρίες με μισό δάχτυλο μέικαπ, βραχιόλια, περιδέραια, χάντρες πολλές, με το μαλλί σε απόχρωση βαφής φούρνου, απόφοιτοι και εργαζόμενες και συνταξιούχοι. Γράφουν για τον έρωτα (what else is there?). Ομαλά, λυρικά, ποιητικά. Με πάθη ωραία, αποστεγνωμένα, της καρδιάς κι όχι των βουβώνων. Τις φαντάζομαι να γράφουνε στον υπολογιστή και τα τζάτζαλα που φοράνε να κροταλίζουν. Από μέσα ακούγονται ο Καπουτζίδης στην τιβί και η Φιλιππινέζα που τραγουδάει χαμηλόφωνα να μην ενοχλεί την κυρία. Άλλες θα γράφουνε με Parker (η Montblanc, δώρο του συζύγου, της Εθνικής Τραπέζης, επί τη ευκαιρία της 46ης χιλιάδας, είναι αποκλειστικά για την υπογραφή αντιτύπων) γιατί είναι αισθαντικότερη η διαδικασία, δεν πατάς κουμπάκια σε ένα άψυχο μηχάνημα παρά σέρνεις πάνω στο παρθενικό χαρτί τον μικρό φαλλό που ξεχειλίζει γαλάζιους χυμούς αφήνοντας πίσω του γραφή. Βεβαίως, μιλάνε τελικά για τα βάσανα της μέσης ελληνίδας που έχει ανοίξει η χοάνη του γάμου και την έχει καταπιεί σχεδόν μέχρι τον λαιμό, σαν κάποιο υποχθόνιο σκάμμα στην κωνική Κολαση του Αλιγκιέρι. Ακόμα και όταν η ιστορία εκτυλίσσεται στα σκλαβοπάζαρα της Ζανζιβάρης και στα αρχοντικά της Βραΐλας. Αλλά όλοι για τα βάσανά μας μιλάνε. Ιδίως λ.χ. τα τούρκικα σήριαλ.

Πίστις και σεξ

(Ο τίτλος, επίτηδες, παραπέμπει σε φυλλάδια χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των αγνοημένων σοβιέτ που διαφεντεύουν ακόμη μέρος της χώρας και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης.)

Πριν κάτι μέρες πήγα σ’ ένα μοναστήρι να δω μια φίλη που έγινε μοναχή πριν περίπου 15 χρόνια.

Κάθε φορά που πάω σε μοναστήρι κάνω τις αναμενόμενες κοινότοπες σκέψεις: πώς είναι να μην το κάνεις καθόλου· μωρέ αυτοί που είναι να το κάνουν, το κάνουν — ενώ εκείνοι που δεν το κάνουν, σκασιλάρα τους έτσι κι αλλιώς: ούτε έξω στον κόσμο θα το έκαναν· τέτοια χαζά.

Αυτή τη φορά, περιμένοντας τη φίλη που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πριν 15 χρόνια, κάθησα σε ένα πεζούλι κάτω από ένα ωραίο δέντρο και κοιτούσα τους προσκυνητές και επισκέπτες που μπαινόβγαιναν στο καθολικό του μοναστηριού, προ δεκαπενταετίας ήταν οι κλασσικοί θεουσάνθρωποι, αλλά πλέον ο κόσμος έχει αλλάξει και βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι, όχι ντε και καλά πονεμένο, παρά και διάφορους ξένους ορθόδοξους σε προσκυνηματικού τύπου εκδρομές.

Τους παρατηρούσα προσεκτικά φορώντας την έκφραση του ελαφρώς διψασμένου και πολύ αποσταμένου προσκυνητή που απλώς με καρτερία κοιτάζει εγκάρσια προς κάποιον τοίχο, γλάστρα ή γάτα μοναστηρίσια. Έτσι όλοι νομίζουν πως εύκολα διαβάζουν τις προθέσεις σου (νερό, γλυκό κουταλιού, ίσκιο, ξάπλα στο πούλμαν της επιστροφής), ενώ εσύ είσαι αλλού για αλλού. Αυτή τη φορά ήμουν εκεί, σε αυτές τις σκέψεις:

Τη δεκαετία του ’60 (δηλαδή στα 1967-1973, που εμείς εδώ είχαμε χούντα) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Την άλλη σύντομη δεκαετία του «Τραπεζάκια Έξω», του «Τεριρέμ» και του «αλφαβηταριού της πίστης» (ας την πούμε του ’80) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι η πίστη είναι εγγενώς και απολύτως καλή, εξ ορισμού μεταρσιωτική, ένα απόλυτο αγαθό. Μάλιστα, σε μια έξαρση συνθετικού οίστρου, κάποιοι οραματίστηκαν τη σύζευξη των δύο, και θεώρησαν ότι συνδυάζοντας τα δύο θα δούνε ό,τι και ο Δάντης στο τελευταίο άσμα του Παραδείσου: Θεού πρόσωπο. Και έπραξαν αναλόγως, ή προσπάθησαν τουλάχιστον: από απόδειπνο σε παραλία ερημική, από βαμβουνακική μοιχεία κι αρπαχτή σε αγρυπνία στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, από αρχονταρίκι σε καυλαντίσματα με ωραίες αλλά απόρθητες θεούσες, από φοιτητομπερδεματα σε εκδρομές στο Όρος κτλ.

«Γιατί χλευάζεις, ρε μαλάκα;», θα μου πείτε. Δε χλευάζω ακριβώς. Απλώς οι δύο θέσεις, ότι το σεξ είναι πάντα και απόλυτα καλό και ότι η πίστη είναι πάντοτε απόλυτο αγαθό, είναι πλανερές εξώφθαλμα — ακόμα κι αν δεις το σεξ και την πίστη στην καθαρή μορφή τους (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό).

Το σεξ μπορεί να είναι ρουτίνα ή πηγή άγχους ή θλίψης, το σεξ μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε ιταλικά τηλεοπτικά σόου και ιταλικές σεξοκωμωδίες. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου με τη μορφή κάθε λογής βιασμού και εξαναγκασμένης εκπόρνευσης. Αυτονόητα πράματα.

Αντίστοιχα πράματα ισχύουν για την πίστη, και μάλιστα σε μαζικότερη κλίμακα. Η πίστη βεβαίως είναι πηγή άγχους ή θλίψης για εκατομμύρια ανθρώπων, ιδίως η πίστη των άλλων που σου τη φοράνε κατάσβερκα, η πίστη μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε μαγαζάκια γύρω στη Μεγαλόχαρη, φυλαχτά κάθε λογής και γραφικούς ανθρώπους με τους οποίους ασχολούμαστε μόνο και μόνο γιατί εκπροσωπουν κάποια θεότητα. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου — κι εδώ ακόμα κι ένας συνοπτικός κατάλογος θα ήταν μακρύς κι αβάσταχτα θλιβερός αλλά και γεμάτος κακογουστιά: σκεφτείτε μόνον τη δυστυχία και το AIDS που σκορπίζει η άρνηση των καλών Καθολικών να σκουφώσουν το πουλί τους.

Και δηλαδή τι να κάνουμε, να καταργήσουμε το σεξ και την πίστη; Η κατάργηση του σεξ δεν πέτυχε, ούτε της πίστης θα πετύχει (ακόμα και αν της δίναμε κι αυτηνής καμμιά 20αριά αιώνες διορία). Όπως το σεξ είναι ό,τι είναι στην ουσία του (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό), η πίστη στην ουσία της είναι ένα φάρμακο με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή και ναρκωτικό και ίαμα, αλλά και με την ψυχοτροπική: μαστουρώνει, δίνει ελπίδα, καταπραΰνει, μεταρσιώνει, δίνει χαρά.

Και, για να γίνω κι εγώ μπανάλ, τι είναι η ανθρώπινη κατάσταση παρά η δυστυχία που νιώθουμε και προκαλούμε κυνηγώντας τη χαρά.

Άμυνα

(από τον ξάδερφό μου):

Πρόταση πρώην αστυνομικού:

οι διαδηλωτές να προμηθευτούν μπαλόνια, τα οποία να γεμίζουν με μπογιά, υγρή μελάνη ή κάποια παρόμοια κολλώδη, παχύρευστη και ακίνδυνη ουσία και να στοχεύουν τις ασπίδες και τις μάσκες αερίων των ματατζήδων. Μετά από μερικά χτυπήματα, οι ματατζήδες θα έχουν δυο επιλογές: ή δε θα βλέπουν τίποτα ή θα βγάλουν τις μάσκες και θα εισπνέουν τα χημικά μαζί με τον κόσμο.

Απορίες ενός απολίτικου

Ο Αντώνης εδώ και πολλές μέρες γράφει κατά της διαρκούς συγκέντρωσης στο Σύνταγμα. Έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον της από διάφορες σκοπιές. Χτες (για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, αφού δεν προλαβαίνω να τον παρακολουθώ συστηματικά) επικαλέστηκε το επιχείρημα που συνοψίζεται στο ότι «το κίνημα είναι κυρίαρχα και εμφαντικά μικροαστικού χαρακτήρα«.

Από πολιτικές επιστήμες δεν ξέρω τιποτα. Από κοινωνικές επιστήμες δεν ξέρω περισσότερα από όσα ένας (τσακαλάτος) πτυχιούχος συναφούς Σχολής. Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι η κριτική του Αντώνη ωρίμασε (δεν ξέρω πότε, δεν κατάλαβα πώς) στην υιοθέτηση μιας ορθόδοξης (ανόθευτης, αν θέλετε) μαρξιστικής-λενινιστικής σκοπιάς, οπότε — όπως λέει κι ο ίδιος — αν δε συμμερίζεται κάποιος αυτή τη σκοπιά, τότε η διαφωνία μαζί του είναι «κουβέντα να γίνεται».

Οπότε η κριτική μου έχει τους εξαρχής περιορισμούς της: θεωρητικά δε σκαμπάζω και δεν μπορώ να διαφωνήσω επί της αρχής. Ούτε μπορώ να επικαλεστώ τον κοινό νου: αφενός γιατί προκαταβολικά ο Αντώνης θεωρεί την επίκλησή του ως ακκισμό των προσηλύτων της αστικής ιδεολογίας ή των ντεκαφεϊνέ αριστερών, αφετέρου γιατί όντως ο κοινός νους μπορεί να είναι απλώς το προσωπείο της ιδεολογίας και γιατί η επίκληση του ορθού λόγου είναι δύσκολη και πονεμένη ιστορία στην Ελλάδα της αγυρτείας και του τσαμπουκλίδικου αντιορθολογισμού.

Ας πω λοιπόν τα εξής μόνο: αυτό που γίνεται στο Σύνταγμα δεν έχει ξαναγίνει. Είναι πρωτόγνωρο αλλά και πολύ αλλόκοτο, και μάλιστα στην Ελλάδα όπου η Αστυνομία ξύνεται για να δείρει και να προκαλέσει επεισόδια (που θα δικαιώσουν τον τρόπο που λειτουργεί κτλ. κτλ. κτλ.). Ναι, η διαρκής σύναξη στο Σύνταγμα δεν έχει στόχους και προοπτικές, αλλά προϋποθέτει πολιτική ωριμότητα και συνειδητοποίηση οι οποίες δε μας έχουνε δώσει δείγματα ύπαρξης από το 1973 και μετά. Με άλλα λόγια, όπως η βία του Δεκέμβρη του ’08 έδειξε ότι μπορούνε και κανονικοί άνθρωποι (εντάξει, νέοι) να βγούνε στους δρόμους, έτσι η διαρκής συγκέντρωση στο Σύνταγμα δείχνει ότι μπορούν ενδιαφέροντα πράγματα να γίνουν άπαξ και ξεκινήσει κάποια συζήτηση με διάθεση περιφρούρησης του διαλόγου (πράγμα ανήκουστο όσων χρονών είμαι, κι αν έχετε πάει σε συνέλευση ως φοιτητές ή ως συνδικαλιστές, καταλαβαίνετε). Τι πράγματα; Θα δείξει, όπως θα έλεγε ο Αντώνης. Το φαινόμενο των συνάξεων με τις ενσαρκώσεις του (Τυνησία, Ταχρίρ, Μανάμα, Ισπανία, Σύνταγμα) είναι φαινόμενο της δεκαετίας του ’10. Του 21ου αιώνα. Ο ίδιος ο Αντώνης το αποκαλεί «κίνημα». Υπάρχει ένα φαινόμενο, με ιδιαίτερα και ίσως καινοφανή χαρακτηριστικά, που αναζητά ερμηνεία, όχι να ξεγραφτεί a priori.

Κι εδώ θλίβομαι με την οιονεί τύφλωση που επιφέρει η σφοδρή επιθυμία για ριζικά μαρξιστικές-λενινιστικές ερμηνείες πολιτικών φαινομένων του 2011, και δη στην Ελλάδα. Αλλά όχι, δεν πρόκειται για τύφλωση, παρά για ανάλογο με αυτό που παθαίνουν οι backpackers-λετσοτουρίστες: φορτωμένοι με τριαντάκιλα σαμάρια στην πλάτη, αναγκάζονται να περπατούν, υπό το βάρος αυτής της αποσκευής, κάπως σκυφτοί και να κοιτάνε κάτω και πολύ κοντά τους. Έχουν άριστη εποπτεία του οδοστρώματος, αρκετή εποπτεία του οπτικού πεδίου μπροστά τους ώστε να αποφύγουν κάποιο όχημα που έρχεται κατά πάνω τους αλλά, αν ο σκοπός τους είναι να δούνε το τοπίο και τον κόσμο γύρω τους (και φορτώθηκαν την αποσκευή ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο), όλως παραδόξως η αποσκευή, το σαμάρι, τελικά τους εμποδίζει να τα δούνε. Ικανοποιούνται ωστόσο που κοιτάνε μπροστά, έστω κι όχι μακριά, κι ότι ξέρουν πού πατάνε.

Αφήνοντας κατά μέρος τη φαρμακεία των μεταφορών: ναι, μικροαστική είναι η συγκέντρωση, το κίνημα είναι κίνημα μικροαστών. Υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα; Ίσως η κυρία Μπίστικα και οι φίλες της. Υπάρχουνε (μη μετανάστες) προλετάριοι στην Ελλάδα; Ελάτε τώρα: μόλις τώρα, χάριτι Παπανδρέου, πρόκειται να (ξανα)αποκτήσουμε Έλληνες που δε θα έχουνε τίποτε παρά τα χέρια τους. Τι να ήτανε λοιπόν η συγκέντρωση, Αντώνη; Εργατική; Στην Ελλάδα του 2011 οι περισσότεροι εργάτες έχουν έγγεια ιδιοκτησία (κι από αυτό θα μας απαλλάξει το ΔΝΤ, βεβαίως).

Και γιατί να δω αξιολογικά, απαξιωτικά δηλαδή, την αναλυτική κατηγορία «μικροαστικός»; Μια μικροαστική συγκέντρωση ειρηνική, δε γίνεται ενδεχομένως να εξελιχθεί σε βάθος χρόνου στο δικό μας 1905 (για να μιλήσω με λενινιστική εικονογραφία, όσο κατέχω), σε πηγή ζυμώσεων, πολιτικών εμπειριών και λύσεων ίσως; Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Δεν αποτελεί δείκτη ουσιαστικής πολιτικής ζύμωσης, πραγματικής πολιτικής συμμετοχής, έξω από τις παρατάξεις σούπερ-μάρκετ;

Δε θέλω να ανοίξω συζήτηση, δεν μπορώ να ανοίξω συζήτηση, γιατί δε σκαμπάζω κι είμαι σίγουρος ότι κάπου κάτι έχει πει ο Μαρξ ή και ο καλός μας Τρότσκι για το ζήτημα, κάτι που οπωσδήποτε έπεισε «τις μάζες» το 1917-1922. Αλλά ακόμα και σαν παιδί αγρότισσας και εργάτη που ανατράφηκε με τα ιδανικά ενός μικροαστισμού που κοιτούσε προς την απέραντη Μεσαία Τάξη του 90% (των κοινωνικών φαντασιώσεών μας), δικαιούμαι να διατυπώνω αφελείς απορίες.

A comedy of terrors

Σπανίως συμφωνώ με τον Αντώνη Ράντικαλ πια. Αλλά πριν δευτερόλεπτα με έστειλε εδώ μέσω του μπλογκ του. Σαρκάζει την αισθητική του λογότυπου-σήματος του Κινήματος των 10 (του προσβάλλει τα εικαστικά αρχέτυπα μάλλον — δε θα έχει δει διαφήμιση βότκας τα τελευταία 20 χρόνια…). Εγώ έκανα κάτι άλλο: διάβασα τους τίτλους των επιμέρους άρθρων. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά, που θα έλεγε κι ο Φρέντυ Γερμανός (ο οποίος δε ζει πια για να συμπράξει με τους 10 που είναι 12 ή 11). Προειδοποιώ τους αναγνώστες ότι ενδεχομένως αγνοώ κρίσιμους παράγοντες όσων οι 10 προτείνουν, και ζητώ ταπεινά συγγνώμη (και χωρίς ίχνος ειρωνείας ή ταπεινολογίας). Αυτό οφείλεται στο ότι ζω στην ξενιτειά αλλά και στο ότι δεν έστερξα να διαβάσω τα άρθρα τους — μόνο τους τίτλους:

Ξεκινάμε με τα βαριά χασαποσέρβικα: ο Ράμφος (μέσα στους δέκα σοβαρότερους ανθρώπους στην Ελλάδα, το πάλαι) αναμασά το καταζαβλακωμένο κλισεδάκι «κρίση=κίνδυνος+ευκαιρία».

Συνεχίζουμε με την πολυσυζητημένη σαχλαμάρα του Σαββόπουλου. Αντιλαμβάνομαι ότι τα κοινωνικά αντανακλαστικά που αναπτύσσουμε με τα διαβάσματά μας (και με την καθοδήγηση του κομματόσκυλου που μας ντρεσάρει) αμβλύνονται όσο αυξάνει η περιουσία, η ηλικία, η μπάκα κι η φαλάκρα. Όμως η διαπιστωμένη ανθρώπινη ευαισθησία ενός καλλιτέχνη όπως ο Νιόνιος, πόσα στρώματα λίπους χρειάζεται για να μονωθεί τελείως από την εξωτερική πραγματικότητα; Και δε μιλάω για σωματικό λίπος, προς Θεού.

Σώτη: «Κυβέρνηση συνεργασίας: να διαπραγματευτεί γρήγορα και συνοπτικά μια καινούργια σχέση με την ΕΕ στη βάση της ισότητας και της αλληλεγγύης, όχι της τοκογλυφίας και της εκμετάλλευσης». Συμφωνώ. Όπως λέει κι ο Τάλως, ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, αμήν Παναγίτσα μου (κλεμμένο από τον Τζιμάκο, πριν κηρύξει κι αυτός πογκρόμ).

Ριβέλλης: «Να απαγορευτούν πορείες και απεργίες του Πλάτωνος [«Φαρμακεία»] Ριβέλλη». Ναι, ώστε να μπορούμε να χλευάζουμε ανενόχλητοι την απάθεια και αποχαύνωση της πλεμπάγιας τρώγοντας στο Αλάτσι ή στο Λαλού.

Παππάς: Συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Αυτό κι αν είναι ουτοπικό. Πρέπει να περιμένουμε πρώτα να πεθάνουμε όοοολοι εμείς που έχουμε εκτεθεί στο κωλοβακτηρίδιο Ε. σχολείο, άρα όλοι άνω των 6, νοουμένου βεβαίως ότι αλλάζει αμέσως το εκπαιδευτικό σύστημα και δεν κατεβάζει ο Καραμπελιάς, ο Ζουράρις, ο Μίκης, η τριανδρία Άνθιμος-Σεραφείμ-Αμβρόσιος και ο Ψωμιάδης Δεσμώτης τον κόσμο στους δρόμους για να κάψουμε τη Δραγώνα στην πυρά (διαχρονικό αίτημα).

Γκορίτσας: να επιστρέψουν οι καλύτεροι. Ναι, οπωσδήποτε. Αμέσως. Αλλά πάλι, τι θα κάνουνε στην Ελλάδα; Θα πάνε για φραπέ αρχικά, οκέι. Μετά; πού να τους απασχολήσουμε; Στο Δημόσιο; Έχει Μνημόνιο. Στα Πανεπιστήμια; Μα εκεί ήδη η έρευνα απομυζά πόρους και ανθρώπινο δυναμικό, εμποδίζοντάς τα από το να επιτελέσουν το πραγματικό τους έργο: παραγωγή πτυχίων, εκκόλαψη κομματόσκυλων, τόνωση της επαρχίας, γαμοπάζαρο-νυφοπάζαρο, παραγωγή ψεύδους, ιδεολογίας και (βεβαίως) μανδαρίνων με στόμφο και άποψη (που την εκθέτουν και στο opus magnum τους, την προ δεκαπενταετίας διδακτορική διατριβή τους).

Θεοδωρόπουλος: Να σιωπήσουν οι οικονομολόγοι. Μωρ’ να αγιάσει το στόμα του! Να σκάσουν, όχι να σιωπήσουν, οι τσαρλατάνοι. Είναι γενικότερο το αίτημα όμως: να πάψουν όλοι όσοι νομίζουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια ενώ η άγνοιά τους γδέρνει σκνίπα στο χιλιόμετρο· να το βουλώσουν όσοι έχουνε γνώμη επί παντός του επιστητού ενώ το γνωστικό τους πεδίο είναι το ελάχιστο· να πάνε σπίτι τους οι «πανεπιστημιακοί» γκουρού-ξερόλες που δίδαξαν ένα εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο Τιρμπουσόν· να επιστρέψουνε στη δουλειά τους οι αυτόκλητοι ιστορικοί, γλωσσολόγοι, γιατροί, κοινωνιολόγοι, εθνολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες.

Πολλά «να». Από τα «θα» του Αντρέα, στα «να» της εποχής ΓΑΠ. Πιο πρόσφατα: από τον απαθή πέσαμε στον αδαή και από αυτόν θα μας παραλάβει ο αδίστακτος. Εκτός κι αν επιστρέψει το μητσοτάκ δηλαδή, να μας σώσει και πάλι.

Το ποστ που δεν έγραψα

Έκατσα να γράψω ένα ποστ χτες, σχεδόν ξενύχτησα για να το γράψω, και μετά το έσβησα. Ήταν ένα χεστήριο κείμενο, διαφορετικό από ό,τι έχω γράψει: ούτε σαρκαστικό, ούτε τάχα μου υπεράνω αλλά επίτηδες πρόστυχα γραμμένο.

Έλεγα αυτά που έχω ξαναπεί, ότι η πνευματική ελίτ του τόπου αποτελείται από ανθρώπους όχι κουτούς, όχι πάντοτε μοχθηρούς και πουλημένους αλλά — κυριότατα — από βαθιά αμόρφωτους και σπερμολόγους ψευδολόγιους. Ισχυριζόμουν (χώνοντας πάντα και βρίζοντας θρασύτατα και ποταμηδόν, με αφορμή την ελεεινή διακήρυξη, τα καμώματα του αιώνιου Μίκη και πώς τον χαϊδεύουν, αλλά και τους δημοσιογράφους μας οι οποίοι γεννήθηκαν προχτές και μάλλον σε κάποιο απομονωμένο υψίπεδο της Νέας Γουινέας) ότι η μανία μας να παράγουμε λόγο και τέχνη χωρίς να έχουμε προσλάβει ποσώς λόγο και τέχνη (συνήθως δουλεύοντας μια μανιέρα που — βεβαίως — μόνον εμείς κατέχουμε), η μικρόνοη καχυποψία και κομπλεξική απέχθειά μας προς οτιδήποτε δε μας φαίνεται συνέχεια κάποιου ελληνικού στοιχείου και η ανύπαρκτη επαφή μας με, τι να πω, οτιδήποτε μας οδηγούν εδώ που είμαστε: άναρθρους και άτεχνους και χαμένους σε εικοτολογίες, στερεότυπες κουταμάρες, σπουδαιοφανείς υπεραπλουστεύσεις και προβολές κάθε είδους συλλογικής ανασφάλειας με μορφή «σκέψης».

Αυτά έλεγα πάνω κάτω αλλά τα έχω ξαναπεί, το ύφος του κειμένου ενοχλούσε πρώτα-πρώτα εμένα, κανείς δεν ενδιαφέρεται έτσι κι αλλιώς και, τέλος, έχω κάνει τάμα να μην ασχολούμαι με το πολιτικό: από τη στιγμή που βγήκαν οι άνθρωποι στους δρόμους (για καλό ή για κακό) η κοινωνία θα πάρει τον δρόμο της· έτσι όπως τα κάναμε, οι φτωχοί θα υποφέρουν έτσι κι αλλιώς (το ζητούμενο είναι γιατί και για πόσο)· οι φασίστες θα μας βρούνε μπροστά τους.

Δήλωση φρονημάτων

Προσπαθώ εδώ και πολλά χρόνια να καταλάβω τη μία παράμετρο, τη μία ειδοποιό διαφορά που μας κάνει καλύτερους σε όλα από τους Ιταλούς (όπου η πολιτική βλακεία και το ελεεινό γούστο ενδημούν και τους αποδίδονται και εύσημα) και διαφορετικούς από τους Ισπανούς (δε θα τους τα χώσω απόψε), λιγότερο καπάτσους από τους Βαλκάνιους και πιο γαϊδάρους από τους Τούρκους, πιο αγχίνοες και συγκρουσιακούς από τους Κύπριους και πιο άξεστους και τσομπάνους από τους (σλαβο)Μακεδόνες, λιγότερο ψυχάκηδες από τους Σέρβους αλλά πολύ πιο ψυχαναγκαστικούς από τους Βούλγαρους ή τους Ρουμάνους. Εικάζω ότι πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με την Παιδεία μας, με την ευρεία έννοια:. Με άλλα λόγια, κάτι από αυτά που μας ταΐζουν από παιδιά μας κάνει έτσι, και μάλιστα με σχετική ομοιομορφία: σκέφτομαι παιδιά γκασταρμπάιτερ, σκέφτομαι ‘Ελληνες φοιτητές στη Βρετανία, κτλ κτλ κτλ. Σκέφτομαι τη (μη) σχέση μας με τον δημόσιο χώρο, τον ηθικό μας κυνισμό, στα όρια της αγυρτείας, τον μελό τρόπο που αντιμετωπίζουμε το σύμπαν, τη μη-αλκοολική ευθυμία μας, τη διάθεσή μας να ασχοληθούμε με τον άλλο.

Φυσικά, αυτά είναι μια άσκηση εκ του προχείρου: γίνομαι ανθρωπολόγος εκ του προχείρου, «έχων τη μορφή του χοίρου», που έλεγε και ο συγχωρεμένος.

Πιο πολύ ακόμα και πολύ πιο έντονα με απασχολεί η φύση του έρωτα. Δεν προσπαθώ να την αναλύσω, την αντιμετωπίζω σαν ένα επείγον μα επίμονο μυστήριο που δεσπόζει στη ζωή μου. Αντιλαμβάνομαι ότι ενδεχομένως σύντομα ο έρωτας για τον έρωτα θα είναι κάτι παρωχημένο και κοινωνικά αξιόψογο. Πιθανόν οι επόμενες γενιές να νιώθουν και να κάνουν έρωτα αποκλειστικά ώστε να γίνουν κάτι άλλο: σύζυγοι, μητέρες, οικογενειάρχες, προϊστάμενοι, άντρες, γυναίκες, μέλη του τάδε ή του δείνα κλαμπ και ποιος ξέρει τι. Όμως για μένα ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος (και καμμιά φορά ο μόνος λόγος) να αισθάνομαι άνθρωπος κι όχι αδειασμένη σακβουαγιάζ σωριασμένη στα πλακάκια. Δεν ξέρω πώς ή γιατί· δεν μπορώ να το εξετάσω ή να το διερευνήσω και ούτε έχω και τη διάθεση. Πάντως ποτέ δεν έκανα έρωτα για να αποδείξω κάτι, ούτε για να κερδίσω κάτι (πέρα ίσως από περισσότερο έρωτα). Ομολογώ ότι αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχω προβληματική και ελλειμματική κοινωνικοποίηση αλλά για μένα ο έρωτας, η ζωή του πνεύματος και — πάνω από όλα — η αγάπη είναι ο λόγος που είμαι άνθρωπος και όχι, λ.χ., γάτος.

Δεν ξέρω αν βγαίνει νόημα. Μάλλον δε βγαίνει.

ἄρθρα ταῦτα τᾶν φρενῶν

Η ερώτηση τέθηκε επανειλημμένα, πριν καιρό για πρώτη φορά: τι να κάνουμε.

Δεν είμαι σε θέση να την απαντήσω. Όμως αυτό τον Απρίλη αισθάνθηκα ότι ίσως να μπορούσα να διατυπώσω κάποιες ιδέες σχετικά, περισσότερα σαν ενδείξεις για γρίφο, παρά σαν ορισμούς σταυρολέξου (όπου η απάντηση είναι μία). Φταίει και η δουλειά μου, που έγκειται στο να ψάχνουμε πρακτικές και κομψές λύσεις, συνήθως εκεί όπου δεν υπάρχουν. Τέλος πάντων.

Ζουαντεβίβρ
Έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δε χαιρόμαστε, δε φχαριστιόμαστε, δεν απολαμβάνουμε. Επίσης, πίνοντας καφέ με τον Ρακάσα, μου είπε κάτι που δεν περίμενα, ότι η εθνική μας ιδεολογία είναι ο καταναλωτισμός κι ότι κανείς δε θέλει να αλλάξει αυτό. Συνδέοντας τα δύο αυτά θέματα, φαίνεται τελικά ότι έχουμε εναποθέσει την ικανότητά μας για χαρά ή έστω για απόλαυση κυρίως στην αγοραστική μας δύναμη. Έτσι, ενώ παλιότερα ήμασταν σφιγμένοι και βικτωριανοί και πουριτανιασμένοι λόγω των απειλών της Κόλασης, της επαναστατικής ακεραιότητας, του κοινωνικού ελέγχου κτλ., νομίζω ότι πλέον είμαστε τέτοιοι και χειρότεροι γιατί έχουμε μεταθέσει τη χαρά και την απόλαυση, την όποια χαρά και απόλαυση, στο πεδίο της αναπαράστασης και της κατανάλωσης, μακριά από τη δύσκολη αρένα της εμπειρίας ή του βιώματος. Π.χ. σημασία δεν έχει να απολαμβάνεις το κρασί σου αλλά να πίνεις κρασί που θα δίνει την εντύπωση ότι απολαμβάνεις (αφ’ υψηλού κατά προτιμηση). Περισσότερο σε φτιάχνει να κουβεντιάσεις τι (δεν) κάνει η πιστοποιημένα δυστυχής και ατάλαντη εθνική ροζ δεσποινίς ή έστω οι τηλεοπτικοί άνθρωποι παρά τι (αποκοτιές, ενδεχομένως) κάνεις πίσω από κλειστές πόρτες. Επειδή τα έχω ξαναπεί στα τρία λινκάκια, να μην σας τα ζαλίζω πάλι.

Η επαρχιώτικη κατσικοσύνη και η βλοσυρή κατήφεια στο Κωσταλέξι πέθαναν, το λάιφσταϊλ το παίρνει ο διάολος (μαζί με τη χώρα και τους φτωχούς — αλίμονο). Λέω να γυρίσουμε στη χαρά του αφράτου κεφτέ, αφού το μπισκ δεν το νιώθουμε όλοι· του τραγουδιού που μας αρέσει και του τοπίου που μας φτιάχνει· στα μαγαζιά που περνάμε καλά, κι όχι εκεί που θα δούμε τον Χατζηαπαυτόνανε με την Κοντοσταυλίδου· στα ποτά που μας φτάχνουνε· στη βόλτα στο πάρκο (εποχή που είναι) κι όχι για σουβλάκια-κινητό στο μωλ και σκατουτσίνο με μισή χούφτα ζάχαρη· στα ατελή αλλά πρόθυμα ζωντανά κορμιά· στην παρέα που μοιράζεται τη χαζαμάρα μας· στα ταξίδια που μπορούμε και τις διακοπές που μας αρέσουν· στους φίλους που μας αγαπούν ανεξήγητα ή έστω δε μας φασκελώνουνε· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους. Και να φχαριστιόμαστε κιόλας, τρελά.

Τι να πω: ψόφο στον καταναλωτισμό, ζήτω ο ηδονισμός; Ανακριβές αλλά ευσύνοπτο. Ορίστε, το ‘πα.

Σεξωστρέφεια
Διάβασα αυτό και απόρησα: ψιλοκατακραυγή μυρίστηκα. Ξεκινάω από τα προφανή (αλλά κι εδώ, αμ θα μου ξεφεύγατε;) και παρακάμπτω την ενόχλησή μου που ακόμα υπάρχει τόση εμπάθεια απέναντι σε ανθρώπους που, ξέρω γω, πηδιούνται επί σκηνής ή κατ’ ιδίαν (ενώ άμα εξευτελίζεσαι επί σκηνής είναι οκέι). Έχει κανείς αντίληψη του τι είναι το πανεπιστήμιο; Το πανεπιστήμιο δεν είναι το Βατικανό του Έθνους ούτε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Ευπρεπείας. Είναι χώρος διαλόγου και διαφωνίας. Αλλά πάλι γκρινιάζω.

Πρέπει να ανοίξουμε προς τα έξω. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασκεύασε την ιστορία του Σιντάρτα Γκαουτάμα Σακυαμούνι (του Βούδα) ως την ιστορία του Ιωσαφάτ και Βαρλαάμ γιατί προφανώς του φάνηκε πνευματικότατη, η Άννα η Κομνηνή προσπάθησε να το παίξει έως και Θουκυδίδης γιατί προφανώς πίστεψε ότι μπορούσε. Οι Ινδοί έκαναν την πατάτα αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας κουζίνας τους μέσα σε 100 χρονάκια. Οι Γιαπωνέζοι το έχουνε ξεφτιλίσει. Εμείς καθόμαστε και ανασκαλεύουμε την παράδοση ξανά και ξανά. Και καλά κάνουμε: η παράδοση είναι αυτό που είμαστε, ακόμα κι όταν είναι επινοημένη, λιμαρισμένη, βερνικωμένη ή ευφάνταστα αναστυλωμένη. Αλλά δεν μπορούμε να μένουμε εκεί. Δεν μπορεί να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια. Προσέχτε: δε λέω καν να κοιτάξουμε (μόνον) έξω και μακριά όπως ο Δαμασκηνός ή Άννα Κομνηνή. Λέω να πάψουμε να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια, ιδίως λ.χ. στη μουσική και στα λογοτεχνικά. Υπάρχουνε κι αλλού φόρμες και θέματα, και πολλές φορές μας αφορούν τρελά.

Το εργόχειρο
Και ναι: πώς θα βγούμε από την κρίση; Δε θα βγούμε. Ξεχάστε το. Είπαμε: λάιφσταϊλ και καταναλωτισμός τέλος (εκτός και αν μένετε Φιλοθέη-Πανόραμα-Νίκαια Λάρισας οπότε μη στενοχωριέστε: ούτε εσείς χάνεστε, ούτε το τρίλιτρό σας, ούτε οι γόβες σας). Το ζήτημα δεν είναι αν θα βγούμε φτωχότεροι, θα βγούμε φτωχότεροι. Το θέμα είναι να μην καταστραφεί και ξεπουληθεί ολοκληρωτικά η χώρα. Να σώσουμε τα νοσοκομεία και τα σχολεία.

Ναι, αλλά τι να κάνουμε; Ό,τι ξέρουμε. Να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι ξέρουμε. Το ευνοεί και η εποχή: κάνε μουσική, δε χρειάζεσαι πια πανάκριβα όργανα, γράφε, δε χρειάζεται πια να ξημεροβραδιάζεσαι σε ταβέρνες με ξινούς διανοούμενους που ψάχνουν αίμα νεανικό για να σου βγάλουνε το ποίημα, κάνε θέατρο και βίντεα και ξέρω γω και βαλ’ τα στο διαδίκτυο, βγάλε φωτογραφίες χωρίς σκοτεινό θάλαμο, κόκκινη λάμπα και κωλοχημικά τον καιρό του φλίκερ. Κάντε όχι ό,τι ξέρετε αλλά ό,τι σας αρέσει. Όλο και κάτι θα βγάλετε.

(Υμνητική κριτική του ‘Μέσα’ του Παπαϊωάννου προσεχώς, ήδη έχω κωλοβαρέσει ανεπίτρεπτα.)

Με αφορμή ταινίες

Μιλώντας για το τι μας αρέσει, μιλάμε για τον εαυτό μας. Ο ολντμπόι το έκανε με πολύ θάρρος εδώ, μιλώντας φυσικά για τις αγαπημένες του ταινίες. Βεβαίως, ο άνθρωπος έχει δει περίπου 15 φορές περισσότερες ταινίες από τον μέσο άνθρωπο.

Ωστόσο, ζήλεψα και θέλω να πω κι εγώ για τις αγαπημένες μου ταινίες. Βεβαίως δεν είμαι σινεφίλ, είμαι μάλλον της μουσικής, της ζωγραφικής και των βιβλίων. Άρα δεν έχω με τις ταινίες τη σχέση ενός ανθρώπου που πραγματικά αγαπάει το σινεμά. Επίσης είναι αλήθεια ότι δε βλέπω τόσο σινεμά όσο παλιότερα, ενώ εδώ και πολλούς μήνες έχω κόψει και τα ντιβιντί. Είναι επίσης γεγονός ότι όταν διαλέγεις δέκα ταινίες, αφήνεις έξω πολλές, πάρα πολλές: The Piano, Από την άκρη της πόλης, 9 Songs, Συνήθεις ύποπτοι, A bout de souffle, Brazil, Τα κόκκινα φανάρια, In the Mood for Love, ο Δρακουλας του Κόππολα, Monster’s Ball, Στέλλα, Old Boy, Ου μοιχεύσεις, Ου φονεύσεις, Manhattan, Τα 400 χτυπήματα, The Hudsucker Proxy, 25th Hour, Ο Νονός (1, 2, 3), American History X, και πάμπολλες άλλες (θα δίνω τους τίτλους όπως τους θυμάμαι). Επίσης αφήνεις έξω ταινίες που μπήκαν μέσα σου και σε κατέλαβαν, σαν απρόσωπο δαιμόνιο, για μήνες ή και χρόνια και που μετά τις ξόρκισες και τις ξέχασες. Θα φέρω ένα αστείο παράδειγμα: όταν ήμουν 4 ή 5 χρονών είδα τη Μαίρη Πόππινς κι έπαθα πλάκα. Η ταινία που πήρε τη θέση της ήτανε το Footloose, πολλά χρόνια μετά, το 1984. Τέλος, υπάρχουν ταινίες που βρέθηκαν στις δέκα πρώτες σου (κρατάω λίστες σε παμπάλαια ημερολόγια) και απλώς εξαφανίστηκαν γενικώς, αφήνοντας ωραίες αναμνήσεις, ωραιότερες από την ίδια την ταινία: Αμελί, My own private Idaho, Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, Bowling for Columbine, Μάτριξ κτλ.

Πάμε λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερη σειρά:

Αντρέι Ρουμπλιόφ. Ίσως η ουσιαστικότερη ταινία που έχει γίνει ποτέ. Και ανάμεσα στις ομορφότερες. Την είδα για πρώτη φορά στην τότε πρόσφατα αποκατεστημένη εκδοχή της στο Άλφαβιλ όταν ήμουν μαθητής και βγήκα κλαίγοντας. Έκτοτε την ξαναείδα τρεις φορές, κλαίγοντας αλλά αγαλιάζοντας στο τέλος. Μπορώ να πω απίστευτες μεγαλοστομίες για αυτήν την ταινία αλλά προτιμώ, όπως συνήθως τώρα τελευταία, να σιωπήσω και να προτείνω να τη δείτε.

Δαμάζοντας τα κύματα. Την έχω δει μία φορά, στο Renoir στο Λονδίνο, και τη θυμάμαι πεντακάθαρα. Ό,τι έχει να πει κανείς για τον έρωτα. Το αριστούργημα του Φον Τρίερ, μεταξύ των δύο φάσεων του έργου του. Την πήρα σε ντιβιντί πριν πολλά χρόνια, το οποίο όμως δεν έχω δει ποτέ γιατί φοβάμαι ότι τώρα πια η ταινία θα μου φανεί κατώτερη της εμπειρίας του 1996 — το ντιβιντί είναι δηλαδή λίγο σαν τον δαυλό του Μελέαγρου.

Τα φτερά του έρωτα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε με την καλύτερη ταινία του Βέντερς (μετά τον κατέστρεψε ανεπιστρεπτί η σχωρεμένη η Σολβέιγ), αλλά την είχα ήδη δει 3-4 φορές. Παραμένει ταινιάρα. Αυτό που λένε «ποιητικός κινηματογράφος», αλλά χωρίς πόζα και ανοησία, χωρίς στόμφο.

Damage. Λουί Μαλ και ξερό ψωμί. Ανεπανάληπτες ερμηνείες, «ισορροπημένο δραματούργημα, η αποθέωση του γαλλικού σινεμά. Όλη η αμηχανία, η ερημιά και η δόξα και του έρωτα σε μια ταινία».

Intimacy. «Αριστούργημα. Σπαρακτική αλλά ψύχραιμη ματιά στον έρωτα και στις ανθρώπινες σχέσεις, χαμηλών τόνων ωστόσο, με φόντο το Λονδίνο όπως το έζησα.» Όταν όμως λέμε «σπαρακτική», εννοούμε σπαρακτική. Επίσης, η μόνη ταινία που μπορώ να μυρίσω.

Blade Runner. Τι να πω. Αναρωτιέμαι πώς ένας τόσο κουτός σκηνοθέτης κατάφερε τόσα πολλά και τόσο άρτια στην εποχή του Star Wars. Εδώ δε χρειάζεται να μυρίσεις το Νέο Λος Άντζελες, χώνεσαι μέσα του. Και δεν είναι μόνον το όραμα, όραμα έχει και ο υπερφίαλος Κιούμπρικ (ο πιο υπερτιμημένος σκηνοθέτης όλων των εποχών), όραμα έχει κι ο Τεό. Εδώ όμως το όραμα ζει κι ανασαίνει κινηματογραφικά, παρότι — σημειωτέον — η ταινία πάσχει σεναριακά ακόμα και στην περίφημη βερσιόν του σκηνοθέτη.

Πολίτης Κέιν. Ταινία του ’41. Τόσο λιβανισμένη, τόσο αναλυμένη, που κάθησα να τη δω με τη χειρότερη δυνατή διάθεση κριτικά. Ηττήθηκα κατά κράτος. Τι να πω. Τι δεν έχει αυτή η ταινία; Δεν ξέρω, χρώμα. Όλα τα άλλα τα έχει.

Trainspotting. Δεν ξέρω. Την έχω τέσσερις ή πέντε φορές. Κάθε φορά μου αρέσει εξίσου. Περνάω καλά. Τη χαίρομαι. Ταυτίζομαι και με τον ήρωα, αφού δεν είμαι του αυτοελέγχου και της αυτοκυριαρχίας, εκτός όταν είμαι. Κι έχει πελώριο σάουντρακ. Είναι ακριβώς η εποχή της. Μ’ αρέσει.

Μπλε Ταινία. Ιστορία μου αμαρτία μου. Είχα δει τη Βερόνικα. Είχα πάθει απόλυτη πλάκα. Απόλυτη. Εντάξει, φοιτητής ήμουνα, μην έχουμε κι απαιτήσεις. Πήγαινα στα δισκάδικα και παρακαλούσα για το σάουντρακ: «μόνο σε σιντί», «μα δεν έχω σιντί». Μετά βγήκε η Μπλε. Την είδα μια κρύα βραδιά στην Έλλη με την κοπέλα μου. Έπαθα απολυτότερη πλάκα. Ωστόσο, μου είχε φανεί σαν Γκρήναγουεη, ένα ρηχό εστέτ-εικαστικό πράμα, εναλλαγή υπέροχων (κυρίως μπλε) κάδρων, πολλών με τη Μπινός, την οποία δυστυχώς δεν κατάφερα να παντρευτώ. Μου άφησε ανεξίτηλες εντυπώσεις και μια δυο σκηνές που θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης και να είχα γυρίσει. Ξηλώθηκα και πήρα το σάουντρακ εισαγωγής, σε βινύλιο. Πίστευα ωστόσο ότι δεν έχει στόρυ η ταινία, ότι η συσχέτιση με την Ελευθερία ήταν μπουρμπούτσαλο. Ήμουνα βλήτο. Την ξαναείδα πολλά χρόνια ύστερα, με τη συμβία, αφού μου είπε τρεις κουβέντες: κατάλαβα ότι η ταινία έχει αμέτρητο βάθος, ότι πραγματικά μιλάει για την πιο δύσκολη ελευθερία και τη διαδικασία απελευθέρωσης από την ενοχή και το πένθος. Πήγα και την αγόρασα. Σε ντιβιντί.

Zoolander. την έχω δει 7-8 φορές, την ξέρω απ’ έξω. Η πιο αστεία κωμωδία.

On repart à zéro

Και φυσικά η Επανάσταση ήρθε, ένα νέο 1989 των λαών (ή 1848; δεν ξέρω). Όχι όμως στην Ευρώπη, που μάλλον τον έχει πιει στο ουζοπότηρο πανταχόθεν, αλλά στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά (μέσω Μισιριού), στο άγνωστο πετρελαιοφόρο κρατίδιο του Μπαχρέιν, στην άγρια Υεμένη. Εξού και κανείς μας δεν τη συμπαθεί πραγματικά: αντί για εράσμιες Ουκρανές και καπάτσες Ουγγροπολωνέζες, έχεις πισώβαρες Αράβισσες (κάποιοι φυσσικά δεν τις έβλεπαν καθόλου), αντί για τη Βατσλάβσκα Ναμέστι, τον σταθμό της Φρίντριχστράσε, τους μεσευρωπαϊκούς καθεδρικούς του Κούντερα και τις χαύνες και άτεγκτα ευθείες λεωφόρους του Βουκουρεστίου (που τόσο είχε θαυμάσει η Έλλη Αλεξίου στο ταξιδιωτικό της για τη Ρουμανία που διαβάζαμε μικροί), έχεις σκόνη, μεταλικούς ουρανούς και τον βορειοαφρικανικό μπρουταλισμό του μπετού. Αντί για λαούς με τσαλαπατημένη αξιοπρέπεια, την οποία εξ ορισμού έχουμε οι Ευρωπαίοι και η οποία τελειώνει εκεί που δένουν τα βαπόρια του Βοσπόρου, έχεις κάτι χαχόλους, λαούς-παιδιά, που δεν ψέλνουν πατριωτικά άσματα χαϋντνικά, να δακρύσεις κι εσύ, παρά κάτι γηπεδικά συνθήματα στην όλο πνίγες γλώσσα τους. Κι έχουνε και πετρέλαια.

Κι εγώ αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Η κατάσταση στην Ελλάδα δε μου δημιουργεί πια φρίκη, μου μοιάζει πια εφιαλτική. Μου έρχεται να παρακαλέσω όποιον με παίρνει τηλέφωνο να μου λέει μόνο κουτσομπολιά, γκομενικά κουτσομπολιά. Άντε, να μου πούνε για ταινίες και βιβλία. Και τίποτε άλλο. Δεν έχει κάποιο βαθύ νόημα αυτό που λέω, είναι το ζωώδες μουγκρητό κάποιου που βασανίζουν και θέλει να πει «σταματήστε, δεν αντέχω», αλλά δεν μπορεί πια να μιλήσει γιατί είναι πρησμένος μέσα κι έξω. Εδώ κανονικά θα απαριθμούσα, με τον προσφιλή μου τρόπο της λίστας σε ασύνδετο σχήμα, τα στοιχεία του εφιάλτη: αυτό, αυτό, αυτό και άλλα πολλά. Αλλά κι αυτό είναι ακκισμός πια. Τι κουβέντες να πεις πια. Το πολιτικό πρόβλημα υπήρχε και παραμένει (μία λέξη, συμβολική: Πάγκαλος), το επιδεινώνει ότι στα πράγματα είναι όχι πια οι απλώς πανηλίθιοι και κυνικοί, παρά λαμπροί ιδεολόγοι, πλην όμως «πραγματιστές» και άρα ανενδοίαστοι· το κοινωνικό-πνευματικό-ηθικό πρόβλημά μας διογκώθηκε εκθετικά, αφού λ.χ. πια η δημόσια επίδειξη αναλγησίας και απροκάλυπτης απανθρωπιάς απέναντι σε κολασμένους απεργούς πείνας, για τους ομοίους των οποίων φυσικά κάποτε δακρύζαμε τζάμπα, αποτελεί μέτρο πολιτικής υπευθυνότητας — εκτός φυσικά και αν ανήκεις στους πεφωτισμένους που φρονούν ότι πρέπει να θεριστούν οι μπάτσοι (λες και ωρίμασαν ποτέ). Όλα όσα έκαναν την κοινωνία μας, «πρωτοπόρα και προοδευτική«, ωραία σαν Έλληνα, ήταν απλώς καιροσκοπικά φτιασίδια ή περασμένα μεγαλεία στην καλύτερη περίπτωση. On repart à zéro.

Έτσι, τι να γράψει και τι να διαγνώσει κανείς και τι να σαρκάσει κανείς πια. Πόσα λόγια πια. Μένει μόνο η κούραση και η αρχή της απελπισίας.

Να ευχηθώ «Καλή Σαρακοστή» θα ήταν μάλλον ανεπίτρεπτος σαρκασμός.