Σεξ, άντρες, σχέσεις: ο Σραόσα προς τις αναγνώστριες

Αποφάσισα κι εγώ να κάνω αυτό που κανονικά θα έπρεπε να είναι η καριέρα μου: ένας κοσμοπολίτης που δίνει συμβουλές στο Κοσμοπόλιταν.

Λοιπόν, νέες! Και λιγότερο νέες, αλλά τσαχπίνες!

Οι άντρες

Οι άντρες είναι πλάσματα προνομιούχα αλλά δεν το ξέρουν: όλοι και όλα κι εσείς οι ίδιες για τους άντρες δουλεύετε. Οι άντρες θέλουνε να σας κατέχουν. Και τους διευκολύνει η κοινωνία να σας κατακτήσουν: αν είναι καλοί σε όλα, εύλογα· αν είναι ωραίοι, αναπόφευκτα· αν είναι εραστές, ευφρόσυνα· αν είναι ευφυείς, αν μη τι άλλο. Για τους ευφυείς θα τα πούμε παρακάτω.

Κι όμως, κορίτσια, γυναίκες, κυρίες, τα προνόμια τούς τρελαίνουν: οι άντρες είμαστε ψυχ και προβάλλουμε τη δική μας θεματάρα πάνω στην περίοδο σας και στην άβυσσο της ψυχής σας (πότε η κόλαση και ο πότε ο παράδεισος) που είναι, βεβαίως, η άβυσσος (και καλά) του κόλπου σας. Γιατί, αν αντιστρέψουμε το κατά Φρόυντ ζόρι του φαλλού, όλοι από κόλπο ξεπεταχτήκαμε αλλά οι άντρες δεν διαθέτουμε δικό μας. Και τον ψάχνουμε λέγοντας ότι ψάχνουμε να βρούμε την προέλευσή μας και το ποιοι είμαστε και τέτοια. Λες και είμαστε βρέφη που τρώνε, κοιμούνται, χέζονται. Κάποιοι είμαστε, τέλος πάντων, όμως ας αφήσουμε τα γιωσαφατλίκια κι ας πάμε πιο κάτω.

Οι άντρες γουστάρουμε να κατέχουμε. Κάνουμε και συλλογές. Κυρίως θέλουμε να κατέχουμε γυναίκες. Αν δεν μπορούμε να τις κατέχουμε, τότε ή τις περιφρονούμε (πουτάαανεεεες) ή τις πατρονάρουμε (κάτσε κορίτσι μου να σου πω λίγο τι σου συμβαίνει). Όταν τις κατέχουμε, τις περιφρονούμε (πουτάααανααααα) ή τις πατρονάρουμε (κάτσε κορίτσι μου να σου πω λίγο τι σου συμβαίνει).

Οι ευφυείς άντρες

Επίσης, γνωρίζω, φίλες μου, ότι πολλές από εσάς θέλετε να κάνετε σεξ με ευφυείς άντρες. Ως ευφυής άντρας, την καλωσορίζω αυτή την προτίμηση. Πέραν αυτού, αναγνωρίζω ότι οι ευφυείς άντρες είναι ευέλικτοι (αν και όχι ανατομικώς), γαμοεφευρετικοί, προγραμματικά μισόμουρλοι σε ό,τι κάνουνε και σεξουαλικά στοχοπροσηλωμένοι. Ακόμα και όταν έχουν εμμονές, τις διανθίζουνε με διάφορες παραλλαγές και πεταστές, κεντήματα κι υπορροές — κι έτσι περνάει ευχάριστα η ώρα σας. Τα δε βίτσια τους είναι τόσο ξεκούδουνα ή σύνθετα, που μπορείτε να συμμετέχετε σε αυτά σαν να είναι πολύπλοκη φάρσα ή χαρτοπαίγνιο με ακατανόητους κανόνες. Επίσης, πάντα σε πρακτικό επίπεδο μιλώντας, είναι ευχάριστη έκπληξη πόσο βοϊδάκια και γάτοι είναι οι ευφυείς άντρες, αν και λόγιοι, λογάδες και σκυθρωποί κατά κανόνα.

Παράλληλα, οι ευφυείς άντρες είναι πάντα λογάδες και σκυθρωποί, βαρείς κι ασήκωτοι — όταν δεν είναι πυγμαλίωνες και δεν θέλουνε να σας φτιάξουν όπως ντύνατε την κούκλα της Μανίνας οι άνω των σαράντα φίλες από εσάς (γιατί και σ’ εσάς απευθύνομαι, κυρίες μου). Μόνο που δεν θέλουνε να σας ντύσουν, άλλωστε και δεν ξέρουνε να ντύνονται οι ευφυείς άντρες και νομίζουν ότι το μυαλό αναπληρώνει τη μπουζού μπροστά τους και τα φούτερ της μαμάς πάνω τους: να σας ελέγχουνε θέλουν.

Αλλά κι όταν ακόμα δεν θέλουνε να σας ελέγχουν και να σας ποδηγετούν και γενικώς να σας κουμαντάρουν και να σας μανουβράρουν όπως τα τάνκερ στον Ορινόκο, είναι λίγο ανυπόφοροι. Είναι βαρείς και σκυθρωποί, διότι άνθρωπος που γελάει χαζός θα είναι, εκτός και αν γελάει με τη χαζαμάρα των αλλωνών. Με το που θα οργάσουν θα τους πιάσει γλωσσοδιάρροια και θα νοσταλγήσετε τον Βαγγέλη που μετά έπεφτε ξερός για ύπνο. Θα σας κάνουνε και mindfuck, που είναι πολύ κακό πράμα: γιατί είπες αυτό που είπες και γιατί λες ότι δεν εννοούσες αυτό που είπες αφού ήξερες ότι θα καταλάβω πως το είπες για να μην το πεις αλλιώς — και πάει λέγοντας.

Επίσης, αυτοί οι ευφυείς έχουνε συνήθως κάποιο έργο. Άσχετο αν εσείς δεν το βλέπετε ή δεν το καταλαβαίνετε ή δεν το θεωρείτε έργο: το έργο υπάρχει. Ε, πρέπει να το σέβεστε όσο και τον φαλλό τους. Ίσως και περισσότερο. Να ασχολείστε μαζί του και να το κατανοείτε αλλά και να το γουστάρετε. Να αντιλαμβάνεστε γιατί ο ευφυής ο άντρας θα γίνει ζωάκι και βοϊδάκι όχι γαμώντας σας αλλά και όταν μιλάει για το έργο του αντιπάλου (πάντα υπάρχουν αντίπαλοι, παντού, η ύπαρξή τους προσφέρει δόξα στον άνδρα) ή για τη γνώμη των επικριτών του. Να μη συγκατανεύετε απλώς, γιατί τότε θα είστε χαζογκομενίδι, να μην υπερθεματίζετε, γιατί θα είστε συζυγομανούλα και θα τους ευνουχίζει που τους θεοποιείτε: πρέπει να πολεμάτε στο πλευρό του, αλλά δύο βήματα πίσω. Όπως ορίζει το πρωτόκολλο.

Αυτά για σήμερα, νέες και λιγότερο νέες. Την άλλη βδομάδα θα μιλήσουμε για το παστίτσιο ως αφροδισιακό αλλά και ως απεικόνιση του οιδιπόδειου. Έως τότε, καλά κρασιά!

Τυφλά σημεία

Κάθε κοινωνία έχει τα τυφλά σημεία της: ζητήματα ολόκληρα στα οποία η δεδομένη άποψη θεωρείται αυτονόητη και έχει την ισχύ αξιώματος, όσο σαθρή και αν είναι.

Τα τυφλά σημεία π.χ. της ελληνικής κοινωνίας είναι τουλάχιστον δύο: η θλιβερή σχέση με τον πραγματικό και τον συμβολικό δημόσιο χώρο, ζήτημα εν πολλοίς αόρατο, και η πλάνη ότι είμαστε μοναδικοί («ανάδελφοι», αν θέλετε) είτε στο μεγαλείο είτε στην αθλιότητά μας. Ένα από τα τυφλά σημεία της αμερικανικής κοινωνίας είναι το αμερικανικό όνειρο και τα συμπαρομαρτούντα του, καθώς και το θέμα της οπλοκατοχής κι οπλοφορίας. Οι Γάλλοι, οι Γάλλοι αστοί συγκεκριμένα, έχουνε τον ουνιβερσαλισμό: οι αξίες τους είναι οι αξίες του δυτικού πολιτισμού, που με τη σειρά τους είναι πανανθρώπινες. Και πάει λέγοντας.

Παρά το τυφλό σημείο του ανθρώπινου ματιού, η οπτική αντίληψή μας εξακολουθεί να είναι ενιαία και αρραφής, γιατί ο εγκέφαλος αναπληρώνει όσα χάνονται. Με άλλα λόγια, τα τυφλά σημεία της κάθε κουλτούρας δεν πρόκειται να αποκαλυφθούν, να ξεσκεπαστούν ξέρω γω, από μόνα τους: η κοινωνία πάντοτε θα βρίσκει τρόπο να αναπληρώνει όσα δεν βλέπει. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία και της (άγριας) σάτιρας αλλά και της αντικουλτούρας γενικότερα: η σάτιρα, η κριτική και το ξεφτίλισμα είναι τα τεστ που αποκαλύπτουν, προς μεγάλη μας εκπληξη και παρά την εύλογη δυσπιστία μας, ότι στο κέντρο του οπτικού μας πεδίου υπάρχει ένας σκοτεινός λεκές

Ενας θαμπός κι αμφίθυμος Βαλεντίνος

Πρέπει να τελειώνουμε. Ο κόσμος κινείται προς μία κατεύθυνση, εμείς πρέπει να κινηθούμε προς μια διαφορετική. Ο κόσμος προσπαθεί να κανονικοποιήσει όσο δυνατόν περισσότερες ερωτικές συμπεριφορές, αυτές που μπορεί να αντέξει και να εντάξει, παραγκωνίζοντας και περιθωριοποιώντας τις υπόλοιπες, δηλαδή τις περισσότερες.

Με αυτή τη βάναυση και γενικευμένη ροπή για ρύθμιση και ποδηγέτηση δεν συνδιαλέγεσαι. Δεν της απαντάς. Όπως και σε άλλα θέματα, δεν περιορίζεσαι στα πλαίσια του διαλόγου που επιτρέπει και ανέχεται η Εξουσία ή η Αυθεντία: την αμφισβητείς, αρνείσαι να την αναγνωρίσεις και αρθρώνεις τον δικό σου λόγο.

Ξεκινάμε λοιπόν: Ο απλούστατος κανόνας περί τα ερωτικά, αυτός της συναίνεσης μεταξύ ενηλίκων, ο μόνος που έχει οποιοδήποτε ηθικό χαρακτήρα, καταστρατηγείται καθώς φορτώνεται με κάθε λογής υποσημειώσεις και τροπολογίες: επικλήσεις στο φυσιολογικό ή αποφάνσεις για το τι αντανακλά ψυχική υγεία και τι νόσο,  μέχρι δισταγμούς για το κοινωνικά ωφέλιμο. Είναι όμως ο μόνος κανόνας: ό,τι κάνουνε συναινούντες ενήλικοι μεταξύ τους κι ανάμεσά τους είναι άμεμπτο και αυτοδικαίως ορθό.

Για θέματα συμβίωσης δεν μιλάω: επί της αρχής δεν αφορά την κοινωνία η ερωτική ζωή όσων επιλέγουν να συμβιώσουν και όλοι έχουνε δικαίωμα να επιλέξουν με ποιον άνθρωπο θα μοιραστούν τις μέρες, τις ώρες, τις μπουγάδες, τις δυστυχίες, τις χαρές και την πλήξη τους.

Συνεχίζω. Έχοντας ημιτελώς και σχεδόν ανεπιτυχώς εξοστρακίσει τους θεούς από την ερωτική μας ζωή, έχοντας απαλλαγεί από χαράμ, καντός, αμαρτίες, κρίματα, κοσέρ, ευλογίες και νηστείες, ήρθε η ώρα να στείλουμε κατά διαόλου και τον ίδιο τον διάολο, τον σατανά. Είναι αναγκαίο να μουτζώσουμε πια την εικονογραφία και τη μεταφορά του διαβόλου στο κορμί και του σατανά που γαμά υπέροχα, που και καλά does this thing with his tongue. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα κατάλοιπο μαγικής σκέψης που μας λερώνει, παρά για λίβελλο και κηλίδωση της ανθρώπινης φύσης, για την πιο ρυπαρή κληρονομιά του βικτωριανισμού μετά την πεφωτισμένη αποικιοκρατία. Το ερωτικό πάθος, η καύλα (ο τεχνικός όρος της μόδας), η παραφορά της κλινοπάλης και η θηριωδία του ίμερου είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Δεν είναι ούτε ο διάολος που μας καβαλάει, ούτε ο δαίμονας που μας καυλώνει.

Ούτε δαίμονας ο έρωτας, ούτε κτήνος. Είμαστε άνθρωποι (ή δελφίνια) γιατί ασχολούμαστε διαρκώς με τον έρωτα και με το γαμήσι, όπως ο καθένας το παλεύει και μπορεί. Απεναντίας, τα ζωάκια ζούνε ανέραστες και τακτοποιημένες ζωές δέκα-έντεκα μήνες τον χρόνο και απλώς κάνουνε τη δουλειά της μάνας φύσης την εποχή του οίστρου τους, γόνιμα κι αποτελεσματικά. Ζωώδες δεν είναι να ζεις και ανάμεσα στα σκέλια σου, ζωώδες είναι να αποσκωρακίζεις με έδικτο και με στυγνή πειθαρχία αυτή την όψη του κόσμου εντός σου και του βίου σου, στη μεγάλη σου πλάνη ότι έτσι αγνίζεσαι και μεταρσιώνεσαι.

Κι αφού ξεμπλέξουμε με θεούς, δαίμονες και τους τάχα ζωώδεις έρωτες, πρέπει να επιτεθούμε στις κόκκινες ζαχαρόπηκτες παραμύθες της αγάπης που κυβερνάνε την ποπ κουλτούρα και που μας ζορίζουν να ερμηνεύουμε τον έρωτα σαν κάτι που θα καρποφορήσει αγάπη — λες και δεν αρκεί ο έρωτας, όταν αρκεί, σαν να είναι ο έρωτας προνύμφη της αγάπης. Ας βγούμε να κράξουμε, έστω και φάλτσα ρε γαμώτο, την πλάνη ότι το σεξ είναι συνεκδοχή ή, έστω, προοίμιο της αγάπης. Πρέπει κάποτε να γυρίσουμε την πλάτη στον ιδεασμό ότι η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες ωριμάζουν και τελεσφορούν ως αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή ότι οδηγούν αναπόδραστα είτε προς την αγάπη είτε προς τον γκρεμό και στη δυστυχία.

Τέλος, μια και πήραμε φόρα, να ξεμπερδεύουμε και με την εξιδανίκευση του γαμησιού, με την αναγωγή του σεξ σε αυταξία και σε ευεργετική δύναμη που όλα τα επανορθώνει και όλα τα ανακουφίζει. Μάλλον για υπόλειμμα εφηβικής αδιάκοπης διέγερσης είναι αυτή η αντίληψη, ότι δηλαδή το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, κάτι εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Το σεξ είναι αυτό που το κάνουν όσοι το κάνουν — και όπως κάθε συνεργατική προσπάθεια, απαιτεί πολλά περισσότερα από ευτυχείς φυσιολογίες και καλή διάθεση.

Αν ο Βαλεντίνος είναι γιορτή του έρωτα, ας τη γιορτάσει όποιος θέλει. Αλλά να θυμόμαστε ότι είναι λίγο σαν γενέθλια, που μαζί με τη γιορτή φέρνουν ίσως και αναμνήσεις απώλειας, προοικονομία θανάτου ή τη διάθεση είτε να ξεκινήσει κανείς κάτι καινούργιο είτε να τιμήσει ό,τι θεωρεί κατακτημένο. Ας είναι θαμπός και ιριδίζων Βαλεντίνος, ούτε εξαϋλωμένος, ούτε γλασαρισμένος κόκκινος με σκέτη σοκολάτα — ούτε καν εξιδανικευτικό πανηγύρι του ξεκαυλώματος.

Ισλάμ, μπέικον, μαντήλες

Το Ισλάμ δεν είναι χειρότερη θρησκεία από τη δική μας. Και η δική μας και το Ισλάμ είναι καθολικές εξ αποκαλύψεως μονοθεϊστικές θρησκείες. Συνεπώς

  • καθολικές, άρα αφορούν όλη την ανθρωπότητα, όπως ο βουδισμός αλλά σε αντίθεση με τον ιουδαϊσμό,
  • εξ αποκαλύψεως, άρα προσκολλημένες στη θεία αποκάλυψη, είτε λέγεται Κοράνι, είτε Βίβλος (οι προτεστάντες), είτε «η αλήθεια της Εκκλησίας» και
  • μονοθεϊστικές, άρα ένας είναι ο Θεός, δεν υπάρχει άλλος, ούτε εναλλακτικές λύσεις.

Το γνωστό ιδεολόγημα ότι το Ισλάμ βρίσκεται στην ιστορική φάση που ο Χριστιανισμός βρισκόταν τον Μεσαίωνα, δηλαδή στη φάση «βαρβαρότητα και βαρβατίλα», είναι ανιστορικό και βαθιά οριενταλιστικό. Πρέπει κανείς να λάβει υπόψη δύο παραμέτρους για να το δει αυτό:

Πρώτον, τα δισεκατομμύρια των χριστιανών έχουν γενικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τα δισεκατομμύρια των μουσουλμάνων. Από τη σκοπιά του ισχυρού και χορτάτου οι φτωχοί τείνουν να φαίνονται κομματάκι βάρβαροι — συμβαίνει αυτό όταν τους κόβεις όλες τις υπόλοιπες επιλογές.  Ταυτόχρονα, το σκοτάδι της όποιας θρησκείας, και δη της μονοθεϊστικής, αποτελεί άριστο περιβάλλον για να τους κρατήσεις αδρανείς. Το Ισλάμ των ουαχαμπιστών συντηρεί τη σαουδική απολυταρχία, ο ευαγγελικός χριστιανισμός το ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Δεύτερον, υπάρχουν αυτή τη στιγμή πολλά Ισλάμ και πολλοί χριστιανισμοί. Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία βρίσκονται «στη φάση» που βρίσκεται ο αφρικανικός προτεσταντισμός και οι Βαπτιστές και οι Ευαγγελικοί των ΗΠΑ, και στην οποία βρισκόταν η Ιρλανδία της δεκαετίας του ’80. Ο εκλεπτυσμένος χριστιανισμός των αγγλικανών και του πάπα Φραγκίσκου βρίσκεται «στη φάση» του ευγενούς και φιλεύσπλαγχνου Ισλάμ των Ιορδανών φίλων μου, των Τούρκων διανοούμενων που το αντιμετωπίζουν ως ηθική δύναμη και στοιχειο παράδοσης, κάτι σούφηδων, της συμφοιτήτριάς μου Diane που αλλαξοπίστησε γιατί το Ισλάμ είναι αγάπη. Τέλος, το Ισλάμ των τζιχαντιστών και του Daesh είναι ο προτεσταντισμός της Κου Κλουξ Κλαν και του David Koresh, ο καθολικισμός του Opus Dei, η Ορθοδοξία των Εσφιγμενιτών και της μονής του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη.

Με δυο λόγια, ο μονοθεϊσμός παράγει νησίδες γαλήνης, μελέτης και αγαπητικής ενατένισης αλλά και νησίδες φρενήρους φανατισμού και ωμής βίας. Ενδιάμεσα θρέφει ενοχές, συντηρεί καταπίεση και εξανδραποδισμό, καταπραΰνει τη δυστυχία δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Επί της ουσίας: δεν οφείλουμε κανέναν σεβασμό στους ακκισμούς, καινοφανείς ή πανάρχαιους, καμμιάς μονοθεϊστικής ή άλλης θρησκείας. Θα σεβαστώ προσωπικά τον πιστό Εβραίο συνδαιτυμόνα μου και δεν θα χλαπακιάσω μπέικον μπροστά του, δεν θα παραγγείλω μπέργκερ δίπλα σε φίλο που νηστεύει. Καθαρά σε προσωπικό επίπεδο: παρομοίως θα στερηθώ το τυρί με τη βίγκαν φίλη μου και τα θαλασσινά με τη συνάδερφο που τα σιχαίνεται.

Φεύγοντας όμως από τις προσωπικές σχέσεις: τα γυμνά αγάλματα τα καλύπτουν οι Ιταλοί γιατί θέλουν να κάνουνε μπίζνες με τον Ιράν, ενώ οι Γάλλοι ακυρώνουν γεύμα με τον ηγέτη του έχοντας για πρόσχημα το κρασί επειδή τους παίρνει. Η Κύπρος εξεταζει το ενδεχόμενο να αφαιρέσει την αναδυομένη Αφροδίτη από τα διαβατήριά της για να μην προσβάλλονται οι σεμνότυφοι σαουδάραβες συνοριοφρουροί (…).

Όσο για τη μαντήλα, τα περιγράφει μια χαρά εδώ: κι αυτή μέσο άσκησης πολιτικής είναι. Υπενθυμίζω ότι η κάλυψη της γυναικείας κεφαλής ήταν παγχριστιανική πρακτική γιατί την απαιτεί ο Απόστολος Παύλος (Α’ προς Κορινθίους 11,4-14 — λέει κι άλλα όμορφα εκεί), ενώ διατηρήθηκε μέχρι πολύ πρόσφατα, πολλές φορές μεταμφιεσμένη σε καπέλο. Η κυρία Μπαζιάνα καλύφθηκε για να εμφανιστεί δημοσία στο Ιράν όχι από σεβασμό προς το Ισλάμ αλλά προς την ιρανική κυβέρνηση, πάντως από τον κύριο Τσίπρα δεν απαιτήθηκε αναλόγως να αφήσει μια ευπρεπώς ισλαμική γενειάδα.

Κι αυτό το πολιτικό παιχνίδι πάνω στο γυναικείο σώμα παίζεται: και από όσους επιβάλλουν μαντήλες, και από όσους τις συνιστούν και από όσους τις απαγορεύουν. Γενικότερα, ας μη μεταφράζουμε τις πολιτικές σκοπιμότητες σε σεβασμό και ανεκτικότητα.

Το φίδι κι η περιστέρα

Εντάξει, όλα ξεκίνησαν εκείνη τη βραδιά τη στραβή. Δεν ήθελε να έρθει πάλι σπίτι μου. Ήθελε «σέξι κιτς», «κίνκυ καταστάσεις» και «τρελή ντεκαντάνς» ο άλλος. Εντάξει, τι να του πεις κι αυτουνού, εικοσιδύο χρονών παιδί, ήθελε να ζήσει αυτά που βλέπει στις τσόντες του και, αφού τα κρίσιμα τα ουσιώδη τα κάνουμε μια χαρά, ήθελε και τα συμπαρομαρτούντα: ντεκόρ με σατέν, πολυελαίους και μωβ κρέπια στους τοίχους, τζακούζια και κρυφούς φωτισμούς. «Όλοι έτσι είστε στην ηλικία σας;», του είχα πει, «με τουντού λιστ στο πήδημα;». Μου απάντησε κάτι του στυλ σιγά που δεν ξέρεις και με τσάντισε. Τεκνατζού με είπε. Αλλά δεν το έδειξα. Είμαι άλλης πάστας γυναίκα εγώ. Κρατάω τα κρατούμενα και κατεβάζω υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα, όχι πριν. Αλλά με θύμωσε. Το μαλακισμένο. Κι ας του έχω πει ότι είναι η εξαίρεση, γιατί οι νεαροί είναι ανυπόφοροι, γνώμη τεκμηριωμένη που έχω σταθερά εδώ και τρεις δεκαετίες (να μην πω τέσσερις).

Πήγαμε με το μηχανάκι ώστε να βρει να παρκάρει, γιατί το ξενοδοχείο ήταν χωμένο κάπου στα άδυτα της Δάφνης, ή κάπου εκεί μέσα. Με είχε φυσικά να φοράω κάλτσες, κρύωναν τα κάτω μου γιατί τα φύσαγε το αγιάζι, ενώ οι ελαστικές καλτσοδέτες (σιλικόνη) ήτανε τόσο σφιχτές που μου έκοβαν την κυκλοφορία. Φτάνουμε σε ένα νεοκλασικό πάνω σε μια ανηφόρα, ανοίγουμε την πόρτα, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες και βρισκόμαστε σε ένα πάμφωτο φουαγιέ, σαν από ξενοδοχείο στην Αιδηψό. Μόνο που ήτανε γεμάτο ζευγάρια. Μιλάμε για συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης, για να κάνω κι εγώ το χιουμοράκι μου. Το μάτι μου πήρε μπροστά μας, στη ρεσεψιόν, ένα ζευγάρι τρομερά ευδιάθετο και χαμογελαστό. Αυτό με χάλασε επίσης, μετά τους υπαινιγμούς του Νίκου ότι είμαι τεκνατζού. Μεγαλώσαμε με την ντροπή. Έπρεπε να αφήνουμε να εννοείται ότι το σεξ το κάναμε για το κέφι του άντρα ή για να ξεφουντώσουμε, πάντως δεν ήτανε κάτι να το παινεύεσαι. Δηλαδή το παινευόσουν, αλλά με τις φίλες για καφέ, όταν έλειπαν οι άντρες για δουλειά. Προϊστορικά ακούγονται αυτά αλλά έτσι μεγάλωσα εκεί όπου μεγάλωσα, το σπίτι ήταν αυστηρό και οι δικοί μου ποτέ δεν μου το συγχώρησαν που έκανα του κεφαλιού μου. Κι εν πάση περιπτώσει, εγώ τώρα κοτζάμ γυναίκα στα σαρανταφεύγα να τρέχει με τον εικοσπεντάρη, που θα μπορούσε να είναι γιος μου, αν είχα παιδιά, να πάει να το κάνει στα ξενοδοχεία και να τη βλέπει κάθε καρυδιάς καρύδι, λες κι είμαι πουτάνα, ε, δεν ήταν και το καλύτερό μου.

Κοίταξα εγκάρσια τους γύρω μου. Πίσω από κάτι ψεύτικους φίκους κινέζικους ήταν ένα ζευγάρι άντρες. Ταράχτηκα στην αρχή. Μετά είδα πώς κοίταζε ο μελαχρινός τον καστανό και συγκινήθηκα. Τριαντάρηδες, ωραία παλληκάρια. Και μακάρι να με είχε κοιτάξει άντρας κι εμένα όπως ο μελαχρινός τον καστανό, αλλά τέλος πάντων, εδώ μάλλον επίτηδες κάνω ότι ξεχνάω. Πιο δίπλα ένας τσαλακωμένος σαν πακέτο Καρέλια σκληρό, με κίτρινο σακάκι, κράταγε από τον κώλο ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, αν και κάπως σαν σκυλού. Ο ρεσεψιονίστας μας είπε να περιμένουμε στο σαλόνι, εγώ πιο μέσα δεν ήθελα να μπω κι αγριοκοίταξα τον Νίκο, που είπε ότι θα στεκόμασταν εκεί, στον διάδρομο, δεν πειράζει. Πιο μέσα προς το παράθυρο ήταν ένα κουρασμένο ζευγάρι, ένας κουρασμένος άντρας και μια γυναίκα στάνταρ μια δεκαετία πιο μεγάλη από εμένα: χαχά, κέρατο, σκέφτηκα. Μετά είδα δίπλα μας το χαμογελαστό ζευγάρι, ψιθύριζαν μεταξύ τους κι είχανε ξεραθεί σε βουβά γέλια. Τους ζήλευα. Θα ήθελα να ήμουνα νέα. Κι ακομπλεξάριστη. Κι ελεύθερη. Και θα ήθελα να είχα τολμήσει να κοιμηθώ με την Ελένη στη σχολή, τη μόνη γυναίκα που πόθησα. Και άλλα πολλά θα ήθελα, που καθόλου δεν ήτανε της στιγμής.

Όχι ότι δεν ήμουν ελεύθερη. Όσο μπορούσα, ήμουν. Μέχρι τα 32, που το πήραν οι γονείς μου απόφαση ότι δεν θα παντρευτώ και με άφησαν να πάω να μείνω μόνη μου ακριβώς από κάτω τους (κι ήταν σαν να πήγα στο Αμέρικα), έλεγε για μένα ο θείος φρόνιμη ως ο όφις. Ερχόταν κάθε Κυριακή και έπινε καφέ μετά την εκκλησία. Κάποια στιγμή μεταξύ καφέ και κέικ με κοίταγε καλά καλά και διερευνητικά, ετάζων νεφρούς και καρδίας, και έλεγε αυτό το πράγμα. Κι απαντούσε ο αδερφός του, ο πατέρας ο φιλεύσπλαγχνος, «ναι, αδερφέ, αλλά να είναι και ακέραια ως η περιστερά«. Κάθε φορά το ίδιο. Εγώ τότε πίστευα, με τον δικό μου ενοριακό (έτσι τον λέγαμε τότε) κι ατίθασο τρόπο και θύμωνα: κοίτα να δεις που χρησιμοποιούν το ευαγγέλιο για να μιλήσουν για το σώμα μου, έλεγα. Που φυσικά, τότε έλεγα «σώμα» εννοώντας «μουνί». Τότε πίστευα ότι ο Χριστός ελευθερώνει, η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, έτσι είπε. Τώρα δεν ξέρω αν είμαι ελεύθερη, δεν είμαι καθόλου μα καθόλου σίγουρη. Πράγμα που μάλλον με κάνει να νιώθω πιο ελεύθερη: δεν έχω αυταπάτες, που λένε.

Στεκόμουνα λοιπόν εκεί με τον αγαπητικό μου, έτσι τον αποκαλεί η Αγγέλα, να κοιτάζω πούστηδες, μοιχούς και βιζιτούδες. Κι αυτά τα μαλακισμένα ξεδιάντροπα δίπλα μου, που χασκογέλαγαν στην προοπτική να γαμηθούνε στα σεντόνια των πολλών, που λέει κι η Βιτάλη η θεά. Πήρα μια βαθειά ανάσα, «ώπα», είπα, «ώπα, μιλάει ο μπαμπάς σου πάλι, ώπα ρε συ, είσαι μεγάλη γυναίκα, άλλες έχουν εγγόνια στην ηλικία σου, δεν είσαι για ψυχαναλύσεις μωρή». Αυτό με τα εγγόνια με ξεκαύλωσε κάπως (το «καυλώνω» έμαθα να το λέω με τον καινούργιο αιώνα, «είμαι υγρή» έλεγα πριν, σαν βλάβη σωληνώσεων), αναρωτήθηκα τι κάνω με τα θάι-χάι (μα δεν ξέρουν τίποτε να το λένε στα ελληνικά αυτοί οι 30 και κάτω;) και την κυλότα τη μικροσκοπική κολλημένη στη ρεσεψιόν συνοικιακού γαμιστρώνα. Κοίταξα τον Νίκο, έπαιζε με το κινητό του, αμήχανα. Ή έχει κι άλλη. Στάνταρ έχει. Οι προικισμένοι άντρες (αυτό θα μάθω να το λέω κυριολεκτικά τον επόμενο αιώνα, καλά να είμαστε) πάντα είναι πολυγαμικοί. Όπως π.χ. οι ψηλοί καταλήγουν μπασκετμπολίστες.

Πέρασε από μπροστά μας μια συνομήλική μου, καθαρίστρια. Κατάκοπη, φόραγε ακόμα τα γάντια της. Ωραία, τώρα ήμασταν κανονικά τα Κόκκινα Φανάρια, μόνον η σκάλα η μεταλλική στη μέση έλειπε. Είχα πλέον ξεκαυλώσει εντελώς, ήθελα να φύγω, να πάμε πίσω στο σπίτι μου, να το κάνουμε στο μπάνιο και να τον διώξω, άντε με τα φρουφρού, τα μπλακ λάιτ, τις μαλακίες και τα στρογγυλά κρεβάτια. Το βλαμμένο. Άμα θέλει ιστορία και ντεκορασιόν, να πάει να μείνει μόνος του. Αλλά πού να πάει ο άνεργος; Πάλι καλά που δεν έχω παιδιά.

Για να ηρεμήσω έπιασα να κοιτάζω τον πολυέλαιο. Απομίμηση πολυελαίου με κεριά, τύπου γαλλικό ρουστίκ πανδοχείο, φτιαγμένη καλουπωτά από κάτι σαν τσίγκο βαμμένο επίχρυσο. Με φτηνές λάμπες οικονομίας αντί για πυρακτώσεως. Και τα ντουί να προεξέχουν πλαστικά (φτηνιάρικα) τουλάχιστον δυο δάχτυλα μέσα από τους κλώνους τους τσίγκινους. Χάλι. Ας κοιτάξω κάτι να μην έχει να κάνει με τη δουλειά μου, σκέφτηκα, και παρατηρούσα το χαλί. Φθαρμένο, τύπου Μοιραράκη. Μοιραράκη, τίποτα δεν θα σημαίνει αυτό σε δέκα χρόνια. Ήθελα πολύ τόσην ώρα να ισιώσω την αριστερή καλτσοδέτα την ελαστική που είχε τυλιχτεί ρολό και μ’ ενοχλούσε αλλά ντρεπόμουν. «Η μπουτού, η χοντροπουτάνα, ήθελε και καλτσοδέτα», θα σκεφτόντουσαν. Το ζευγάρι των αντρών είχε φύγει στο μεταξύ, μάλλον τους είχαν ετοιμάσει δωμάτιο. Ο τσαλακωμούρης είχε κάτσει στον καναπέ με το κορίτσι και κοίταγαν κι οι δυο ευθεία μπροστά τώρα. Το κουρασμένο ζευγάρι στεκότανε πια πίσω από το ψεύτικο φυτό, φίκος μάλλον. Το γελαστό ζευγάρι είχε χυθεί στον άλλο καναπέ και χαμουρευόταν, αν έχεις τον θεό σου. Ο Νίκος κοίταζε το ταβάνι.

Δεν έχω να απολογηθώ για τη ζωή μου. Υπήρξα ο εαυτός μου και υπήρξα ο πιο ανελέητος κριτής του εαυτού μου, μάλιστα πιο αυστηρή απέναντί μου από ό,τι στους άλλους. Δεν το διάλεξα να μην παντρευτώ αλλά ευτυχώς δεν τα έριξα στον εαυτό μου: οι άντρες είναι κακομαθημένα και δεν το ξέρουν. Πίσω δεν έκανα ποτέ, ούτε και κώλωσα. Rien de rien, je ne regrette rien. Αν ήμουν άντρας δεν θα υπήρχε καμμιά ανάγκη να πω τίποτε από αυτά: οι άντρες είναι άνθρωποι, εμείς το δώρο του Θεού (ή η κατάρα Του) στους ανθρώπους. Δηλαδή στους άντρες.

Κι εκείνη την ώρα ανοίγει η πόρτα η ξύλινη του νεοκλασσικού και βλέπω μπροστά μου στον πάτο της σκάλας τον γαμπρό μου μαζί με μία αλόγα που του έριχνε ενάμισυ κεφάλι και φόραγε στολή εργασίας και κράταγε και βαλιτσάκι. Η σκηνή ήταν ακριβώς όπως όταν με τράκαρε ο μεθυσμένος στη Θηβών: εκτυλισσόταν πάρα πολύ αργά αλλά είχα κοκαλώσει σαν σε όνειρο. Ο μαλάκας ο γαμπρός μου ακαριαία έπιασε τη βίζιτα από το μπράτσο, τεντώθηκε, της είπε κάτι στο αυτί, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Περίμενα ένα ατελείωτο τρίλεπτο και μετά είπα στον Νίκο να φύγουμε. Με πήγε σπίτι, τον έδιωξα. Ήπια ένα νεροπότηρο γεμάτο σίβας, ανοιγμένο την Πρωτοχρονιά του 2011, έκανα κεφάλι επιτόπου, όπως ήλπιζα, μπήκα στα σκεπάσματα και κοιμήθηκα.

Οι βόμβες αυτές είναι βραδυφλεγείς. Βεβαίως, εγώ είχα πιάσει τον Αργύρη να κερατώνει την αδερφή μου με βίζιτα, άρα είχα στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ αυτός απλώς είχε δει τη γεροντοκόρη (έτσι με λέει το ζώον) κουνιάδα του με ένα τεκνό σε γαμιστρώνα. Αλλά δεν παν έτσι αυτά. Η αντρική υπόληψη είναι πουκάμισο, πλένεται και σιδερώνεται τακτικά και, αν είσαι προσεκτικός, μοιάζει κάθε φορά σαν καινούργια. Η γυναικεία υπόληψη είναι καυστήρας πολυκατοικίας: λίγο οι καλά κρυμμένες τέφρες, κάτι η σκουριά, οπωσδήποτε η χρήση, έστω κι ελαφρά (γιατί δεν είμαστε άνθρωποι, σκεύη είμαστε, σκεύη που ραγίζουνε με το ξεσφράγισμα και ξεχειλώνουν με τη χρήση) σταδιακά σπιλώνεται και φθείρεται, όση συντήρηση κι αν της κάνεις.

Άρα κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Επίσης, ποιος ξέρει τι πήγε και της είπε της μικρής ο Αργύρης της, ως προληπτικό χτύπημα, ώστε να μη μετρήσει ό,τι κι αν της πω εγώ (τίποτε δεν θα έλεγα, η μάνα μου μου έμαθε να μισώ τους καταδότες). Από εκείνη τη βραδιά δεν πολυτηλεφωνεί, όλο βιάζεται, δεν έχει χρόνο ούτε από το μαγαζί να περάσει — τέτοια. Πάνε τώρα εφτά μήνες. Επιπλέον δεν ξέρω τι διαδίδει η αδερφή μου στο σόι, γιατί με έχουνε τρελάνει στη σπόντα. Με νοιάζει; Με νοιάζει, ιδίως η θεια μου, που δηλώνει και πάλι να βρω έναν μόνιμο κύριο να έχω έναν «σύντροφο ζωής» στα γηρατειά μου.

Αλλά πόσο πια να ασχοληθεί κανείς με την υπόληψη και το καλό το όνομα; Όποια κι αν είμαι, το σόι θα με κρίνει, ό,τι και να καταφέρω πια, θα είμαι πάντοτε ο καημός με τον οποίο πέθανε ο σχωρεμένος ο πατέρας μου που δεν με αποκατέστησε, άγιος άνθρωπος, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του  κτλ. κτλ. κτλ. Η ζωή όμως είναι μικρή, εδώ παιδάκια κανονικών ανθρώπων κάθε μέρα σκυλοπνίγονται μπας και γλυτώσουνε πολέμους και τέτοια. Εγώ λοιπόν που έφτασα τα 52 δεν δικαιούμαι να σπαταλάω την τόση ζωή που μου δόθηκε: όλες οι ζωές μικρές είναι, είτε ενός μήνα, είτε ενός αιώνα. Δεν μπορώ ν’ αφήσω χέρσα τη δική μου.

Όσο για τον Νίκο, μπήκε στο ίντερνετ και βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, στο Νέο Φάληρο. «Εκεί πάνε σελέμπριτι», μου είπε, «άρα δεν κινδυνεύουμε». Και πήγαμε. Κι είχε δίκιο. Διακριτικότατα ήταν εκεί. Κι ομολογώ ότι τα σατέν σεντόνια κι οι καθρέφτες ήτανε καύλα.

Ο πίνακας είναι του Malcolm Liepke.

Η παλινωδία του μενουμευρωπαϊσμού

Στον πυρήνα της ιδεολογίας του Μένουμε Ευρώπη και όλων των προηγούμενων ενσαρκώσεων αυτού του ιδιότυπα ελληνικού κεμαλισμού βρίσκεται μια αντίφαση.

Ο μενουμευρωπαϊσμός εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο «Ευρωπαίοι» και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο «Ευρώπη». Παράλληλα, επισημαίνει την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο μενουμευρωπαϊσμός λοιπόν είναι ένα κίνημα που προσπαθεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

*

Πάμε λίγο πιο μέσα, όμως:

Τα στοιχεία που κατά τους μενουμευρωπαϊστές χαρακτηρίζουν την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους είναι στην πραγματικότητα

  • ανιστορικές γενικεύσεις («χρηστή διοίκηση»),
  • προβολές της αποικιοκρατίας («πολιτισμός»),
  • ταξικά χαρακτηριστικα («σεβασμός στον δημόσιο χώρο») ή
  • γεωγραφικές ιδιαιτερότητες.

Η Ευρώπη των μενουμευρωπαϊστών ταυτίζεται με την Mitteleuropa των αυτοκρατοριών, την αστική τάξη, κάποια τοπία πέριξ των Άλπεων και τις σκανδιναβικές δημοκρατίες.

Ειδικά το ανιστορικό στοιχείο είναι έντονο στο πώς βλέπουν την Ευρώπη τους οι μενουμευρωπαϊστές. Για να τελειώνουμε μαζί του θα αρκούσε π.χ. ακόμα και η δειλή και ανισοβαρής ανάλυση της έννοιας της Ευρώπης από τον Norman Davies στο πολωνοκεντρικό Europe: a history. Η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά ακόμα και η οθωμανική κληρονομιά, είναι οργανικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος περισσότερο και πιο ουσιωδώς από ό,τι η Ισλανδία, ο σύγχρονος αγγλικός εξεψιοναλισμός, ο Καύκασος, η αμερικάνικη κουλτούρα στρωμάτων της ολλανδικής ή της ιταλικής νεολαίας ή η γλωσσα της Μάλτας.

Δεύτερον, ο πρόχειρος και σαρωτικός τρόπος που γίνεται αντιληπτή η Ελλάδα ως θύμα της Ορθοδοξίας, ως λείψανο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως ηλιόπληκτο μεσογειακό θέρετρο ή ως απόστημα στην άκρη της βαλκανικής προϋποθέτει πλειάδα οριενταλιστικών, νεοαποικιοκρατικών και — το χειρότερο — ανιστορικών προκειμένων. Το ίδιο ισχυει και για την όποια νεοαποικιακή αβελτηρία για «μετασχηματισμό» της Ελλάδας σε «συγχρονο ευρωπαϊκό κράτος». Αναρωτιέμαι ποιο είναι το πρότυπο «σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους» των μενουμευρωπαϊστών όταν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και ο πλούτος της Ελλάδας. Η Δανία των εκατοντάδων τοπικισμών; Εάν ναι, η ανιστορικότητα τέτοιων ιδεών σοκάρει: θα απέβλεπε η πτωχή πλην με περασμένα μεγαλεία Πορτογαλία στο να γίνει η Αυστρία του Ατλαντικού;

Γυναίκες

Με ξετρελαίνει, μ’ αρέσει πώς μας ποθούν οι γυναίκες: ήσυχα, έξυπνα, μονολεκτικά. Με λεπτότητα και ακρίβεια: μας βουτάνε από τον σβέρκο, ή από αλλού, την καίρια στιγμή και μόνο. Χωρίς σάχλες, χωρίς παπάντζες, δίχως κουβέντες μεγάλες, δίχως προκαταβολικές αγάπες και παντοτινότητες. Οι γυναίκες κρατούν το ουσιώδες, είτε βογκητό είτε ιμερικά λόγια, για την ώρα του οργασμού τους. Και μετά πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια γυναίκα να χάνει τον χρόνο της. Για κανέναν λόγο. Ο χρόνος των γυναικών είναι πολύτιμος και μετρημένος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σεξιστές αμέσως θα χαμογελάσουν σαρκαστικά, θα πέσουν και αστειάκια με τα «σε 5 λεπτά είμαι έτοιμη». Όμως όσοι άντρες στερεοτυπικά χασομεράμε με τσόντες και μπάλα είμαστε οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τολμάμε να αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα του χρόνου των γυναικών. Οι γυναίκες ξέρουν και το πότε, ξέρουνε και το για πόσο — ενώ εμείς πάλι καθόμαστε και βαυκαλιζόμαστε: πάμε, ερχόμαστε, διστάζουμε, τσαμπουκαλευόμαστε, χασομεράμε, επιστρέφουμε και τελικά χανόμαστε. Γιατί είναι τόσο ικανές με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Οι γυναίκες ξέρουν γιατί ξέρουν· κάτι εικασίες που συνδέουν την αίσθηση του χρόνου που έχουν με τον μηνιαίο κύκλο τους και με το ελαστικό όριο της εμμηνόπαυσης είναι μάλλον το πώς τα εξηγούνε σ’ εμάς, μπας και καταλάβουμε: με όρους κυνηγιού και ματς.

Οι γυναίκες ξέρουν αλλά κάνουνε πως δεν καταλαβαίνουν. Οι άντρες θα σπεύσουμε συνήθως να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε για τον κόσμο. Όσοι από εμάς είναι αισθαντικάριοι θα επιμείνουν και στο πόσο βαθιά και πλήρως τις καταλαβαίνουμε τις ίδιες τις γυναίκες, έστω κι όταν απλώς ιχνηλατούμε τη σκιά του εαυτού μας που προβάλλεται πάνω τους. Μετά από πέντε χιλιετίες υπό, οι γυναίκες έχουνε μάθει να κρύβουν όσα πρέπει σε λαγούμια και αβύσσους — σύμβολα και τα δύο του αρσενικού άγχους για τον κόλπο, που είναι η μόνη πραγματική μας Ωγυγία και Αιαία. Επίσης έχουνε μάθει να κρύβουνε  σε δημόσια θέα όσα τις κάνουν ευάλωτες, ποντάροντας στην παροιμιώδη αντρική στραβομάρα. Το μυστικό είναι να τις ακούς, που είναι και το πιο δύσκολο.

Οι άντρες προστατεύουμε τον δικό μας χώρο με σύνορα, πακτώνουμε ψυχολογικά και χρονικά ορόσημα, κάτι nec plus ultra όλο φιγούρα και φαλλό. Είμαστε προνομιούχοι: μεγαλωμένοι φεουδάρχες, ορίζουμε τον κλήρο μας και τον διαφεντεύουμε. Οι γυναίκες προστατεύουν τον δικό τους χώρο κουβαλώντας τον εντός τους και αποτυπώνοντάς τον πάνω τους, γι’ αυτό και είναι αναπαλλοτρίωτος, εάν βεβαίως δεν τις σπάσεις και δεν τις υποτάξεις και δεν τους μάθεις να μισούν τη φύση τους. Το οποίο και συχνά συμβαίνει.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

Ερωτολογίες

Πάμε σιγά σιγά. Ο κόσμος δεν θέλει πια να διαβάζει, σίγουρα δεν θέλει να διαβάζει πολλά. Ο κόσμος δεν θέλει να σκέφτεται, έχει απωλέσει ακόμα και τη χαρά της κουβέντας του καφενέ.

Διάβασα πρόσφατα το παραπάνω παράθεμα από συνέντευξη του Χ. Παπακαλιάτη. Είναι κοινός τόπος αυτό που λέει, είναι μια ιδέα σε κυκλοφορία τουλάχιστον από την εποχή του «οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει». Νομίζω όμως ότι είναι πολλαπλά άστοχο το παράθεμα στο οποίο «επιμένει ο δημιουργός»: Βεβαίως και ο έρωτας μπορεί να βρεθεί πέραν της πολιτικής, όπως άλλωστε και η τέχνη. Ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες.

Ο έρωτας είναι όντως και παρηγοριά, ιδίως όταν η πολιτική λανθάνει ή αποτυγχάνει. Αλλά δεν είναι υπερπολιτικός, δεν ξεπερνάει το πολιτικό. Μπορεί μεν να μην ταυτίζονται τα δύο τελικά, ο έρωτας και η πολιτική, όμως συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοσυμπληρώνονται και χωρίς να αλληλοεξουδετερώνονται: δύο δυνάμεις που πράγματι απορούν και δυσπιστούν και επαναδιαπραγματεύονται ιδεολογίες και ταυτότητες. Ιδίως όταν βρεθούν στην αγκαλιά της τέχνης, υψηλής ή χθαμαλής.

Παράλληλα, η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.

Μεταξύ του «φυσική ανάγκη, προς πλησμονή και κένωση» και του σεξ ως μυστικής εμπειρίας κάπου θα έχει παραπέσει αυτό που είναι, δηλαδή το εργαλείο που φτιάχνει ανθρώπους και που μας κάνει ανθρώπους, μαζί με τη γλώσσα. Και όταν λέω «ανθρώπους», εννοώ ανθρώπους, όχι Ανθρώπους.

Και ο έρωτας τι είναι; Τι κάνει; Δεν ξέρω, δύσκολα είναι αυτά τα θέματα, γελοιοποιούν τις εξιδανικεύσεις αλλά δεν χωρούν και αναγωγισμούς.

Η δεύτερη φωτογραφία είναι της Irella Konof.

Πέντε σούτρες

1.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κερδίσεις μια γυναίκα ή έναν άντρα. Ο καθένας μας έχει τους δικούς του. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν θέλεις να την κρατήσεις ή να τον κρατήσεις. Αυτό είναι και το δύσκολο. Βεβαίως, για πολλούς το να κρατήσεις ένα ταίρι ταυτίζεται με την κτήση του αφού θα έχει προηγηθεί η λεγόμενη κατάκτησή του. Πώς θα επιτευχθεί η κτήση; Κι εδώ υπάρχουνε τρόποι πολλοί: η βία, η αστυνόμευση, ο πειθαναγκασμός, ο πατερναλισμός και άλλοι. Με το που θα εξασφαλιστεί η κτήση του άλλου και θα ανοίξει ο δρόμος στο φορτικό και άνυδρο «για πάντα», εξασφαλίζεται ταυτόχρονα και η απώλειά του: αυτή ή αυτός που κέρδισες είναι πλέον κτήμα σου. Και ως κτήμα χρειάζεται διαρκώς να του ασκείς βία, να το αστυνομεύεις, να το πειθαναγκάζεις, να το πατρονάρεις — απλώς και μόνο για να παραμείνει δίπλα σου, κοντά σου ή μαζί σου. Εσύ νομίζεις ότι αυτή η διαρκής διαδικασία είναι το γίγνεσθαι του έρωτα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τη διαρκή επαγρύπνηση ενός στρατού κατοχής ή μιας μηχανής προπαγάνδας. Ήδη το έχεις απωλέσει το ταίρι σου.

2.
Τον αδύναμο ή, χειρότερα, τον συντετριμμένο άνθρωπο δεν τον προσεγγίζεις με όρους δύναμης, αφού του πρώτου του λείπει και τον δεύτερο τον έχει συντρίψει. Δεν γίνεται να του ζητάς να «βρει τη δύναμη» και να την ασκήσει, δεν μπορεί να απαιτείς να συμμαζευτεί και να σοβαρευτεί και να αφήσει τις μαλακίες. Εν ολίγοις, δεν του ζητάς να πάει να κάνει αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να κάνει. Πολλές φορές αυτό που καταπραΰνει και ενδυναμώνει τον αδύναμο να τον πλησιάσεις αφού παραιτηθείς από τη δική σου δύναμη.

3.
Δεν υπάρχουν καθολικές και παγκόσμιες συμβουλές. Κάθε παροχή μη-προσωπικής βοήθειας και χορήγηση γενικών συμβουλών που βοηθούν τους πάντες είναι φενάκη, κάθε κολυμβήθρα του Σιλωάμ όπου ξεπλένονται ολωνών οι νευρώσεις, ανασφάλειες, φόβοι, ακυρώσεις, ματαιώσεις, πόνος είναι γεμάτη νεράκι Καματερού. Από αυτή την άποψη, κάθε συμβουλή ουάν-σάιζ είναι είτε παουλοκοελική αστειότητα είτε απλώς επικίνδυνη.

4.
Η έμφαση στον πόνο του έρωτα είναι καλύτερη μόνον από την ενασχόληση με ανεκπλήρωτους έρωτες. Η έμφαση στον πόνο του έρωτα και η αντίληψη του έρωτα ως πόνου και δυστυχίας και τυράννου είναι θανατολαγνία: μοιάζει με το να έχει ζήσει κάποιος μια υπέροχη ζωή και εσύ να ασχολείσαι αποκλειστικά με τον θάνατό του. Βεβαίως, πολλές φορές αυτή η ενασχόληση είναι αναπόφευκτη, εάν λ.χ. η ζωή υπήρξε υπέροχη για ελάχιστο χρόνο και εάν ο θάνατος ήταν αργός και βασανιστικός κι επώδυνος. Αλλά δεν γίνεται εξ αρχής να ταυτίζουμε τον έρωτα με τον πόνο του τέλους του. Όσο για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τι άλλο είναι παρά εμμονική αφοσίωση στο μη πραγματικό; Αντιλαμβάνομαι ότι πολλές φορές στη ζωή μας υπάρχει χώρος για το μη πραγματικό, ενδεχομένως και για τίποτε άλλο. Αλλά για πόσο;

5.
Η αυτολύπηση και η αυτομεμψία είναι πανίσχυρα δηλητήρια. Σε μικρές και ελεγχόμενες ποσότητες είναι αποτελεσματικά φάρμακα, ιδίως κατά του σολιψισμού και κατά της φρεναπάτης ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Σε μεγάλες ποσότητες απλώς σε παραλύουν και σε παραδίδουν βορά σε ό,τι ανελέητο και ανθρωποφαγικό υπάρχει.

Από τον Μεταξά στην μπαϊντούσκα

Με αφορμή την κρυφή αγάπη που εκφράζεται όχι πια τόσο κρυφά κάθε χρόνο τέτοια μέρα για τον φασίστα δικτάτορα Μεταξά.

Ι.
Η ελληνική κοινωνία είναι πράγματι μια κοινωνία που ανησυχεί περισσότερο για τους πούστηδες (κι ας τους λέει «γκέι» πια) που έχουνε πιάσει όλα τα πόστα και αλληλοϋποστηρίζονται, είναι οι νέοι Εβραίοι της άλλωστε, παρά για τους πρόσφυγες που κρυώνουν και πεθαίνουν κατά συρροή. Η νησιωτική χώρα έχει γίνει ένα απέραντο Φαρμακονήσι όπου πνίγεται κόσμος σχεδόν μέρα παρά μέρα πια, ο φράχτης παραμένει στη θέση του, αλλά το πρόβλημά μας είναι οι γυμνές γάμπες και τα τακούνια των μαθητριών που συμμετέχουν σε μιλιταριστικές τελετουργίες διάθεσης και έμπνευσης Ιωάννου Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ασχολείται με το μάθημα των Θρησκευτικών και τις σχέσεις της κυβέρνησης με τους δεσποτάδες, όταν δεν αγανακτεί με την εμφάνιση των υπουργών της, αλλά δεν φαίνεται να την απασχολεί η ίδια η κυβέρνηση που συνεχίζει τις πολιτικές λιτότητας και υποτέλειας που αφάνισαν αυτόν τον τόπο, παρότι αυτή τη δουλειά ήξεραν μια χαρά να την κάνουν και οι παλιοί, των οποίων η γραμμή διαδοχής πάει πίσω στον Ιωάννη Μεταξά.

Η ελληνική κοινωνία ανοικοδομήθηκε μετά την Κατοχή με χρήματα που μαυραγορίτες υπεξαίρεσαν από την αμερικάνικη βοήθεια και με λεφτά των νεκρών (και επιζώντων) Εβραίων. Οι δοσίλογοι στελέχωσαν τον χαφιεδομηχανισμό, πήρανε ταξί και περίπτερα, οι γερμανοτσολιάδες και οι ταγματασφαλίτες πύκνωσαν τις τάξεις του στρατεύματος. Είναι να μη θέλουμε να τους δικαιώσουμε; Για τον Βασιλιά και κατά του Στάλιν πολέμησαν, δίπλα στους ναζί στην ανάγκη, τι να γίνει. Ελλάδα, η χώρα όπου οι φασίστες θεωρούνται λίγο πιο ζωηροί και ευέξαπτοι Δεξιοί. Όπως ο Ιωάννης Μεταξάς.

Η ελληνική κοινωνία θα εορτάσει αύριο τη νίκη μας κατά του φασισμού παρά τον φασισμό που μας ξανάρθε, ες το φανερόν πια, τον φασισμό που δεν μας άφησε ποτέ, τον φασισμό που κάτιαζε μέσα στη Μεγάλη Δεξιά και που κορυβαντιούσε επί Χούντας, τον φασισμό του μπασκίνα, του χωροφύλακα, του μπάτσου. Θα εορτάσουμε το C’est la guerre (που ο λαός που πήγε στην Αλβανία και φαγώθηκε από ψείρες και κρυοπαγήματα μετέτρεψε σε Όχι) κατά του φασισμού, που είπε ο φασίστας Ιωάννης Μεταξάς.

ΙΙ.
Να μη γελιόμαστε: η ελληνική κοινωνία είναι βαθιά συντηρητική. Γι’ αυτό και το ΚΚΕ δεν ψοφάει με τίποτα, αφού αποτελεί τη βαθιά συντηρητική (άρα εντελώς νεοελληνική) εκδοχή του Μαρξισμού-Λενινισμού. Άλλωστε, είναι γνωστό: κάθε τι όμορφο και ιδανικό και σπουδαίο που βγάζει αυτός ο τόπος τα τελευταία 200 χρόνια, κάθε τέχνη και ηρωισμό και νοστιμιά και ομορφιά, θα σπεύσει να τα οικειοποιηθεί και να τα σκυλεύσει η Εκκλησία, η Δεξιά και το ΚΚΕ. Γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ έχει τον αψόφητο: δημιούργησε έναν κώδικα διαχείρισης και των τριών μαζί, μια χίμαιρα με σώμα Δεξιάς, κεφάλι ΚΚΕ και μια ουρά νεορθόδοξου πατριωτισμού.

Τα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας ήτανε και είναι συντηρητικά. Σε κάθε διχογνωμία ή διαμάχη ο πιο καθεστωτικός, ο πιο συντηρητικός, αυτός που εκλαμβάνεται ως αυθεντία κερδάει. Αυτός έχει πάντοτε προβάδισμα: ο γυμνασιάρχης, ο μπάτσος, ο άντρας, η θεούσα, ο τσέλιγκας, ο μεσήλικας, ο πρωτευουσιάνος, ο νοικοκύρης, ο παπάς, το πεθερικό, ο κτηματίας. Είμαστε βαθιά ιεραρχικοί, παντού και μέχρι τα κόκαλα, από τα οποία είναι πια βγαλμένη η Ελευθερία. Και πάει μακριά η συντηρητική κοσμοθεωρία, το ηθικό προνόμιο της αυθεντίας. Σκεφτείτε λ.χ. μια συκοφαντία. Μια οποιαδήποτε συκοφαντία. Κολλήστε την σε κάποιον δεξιό, νοικοκύρη, κληρικό. «Συκοφαντίες / τι κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του / θέλουνε να τον σπιλώσουν» κτλ. Κολλήστε την σε κάποιον «ιδεολόγο», καλλιτέχνη, κοινωνικό αγωνιστή και τον απαξιώσατε πάραυτα.

ΙΙΙ.
Η ιδιοφυής συμμαθήτριά μου Σ, καθηγήτρια πανεπιστημίου πια, που την έχω σαν αδερφή μου, οργάνωσε πριν πολλά χρόνια μια γιορτή στο Λύκειο για την 28η Οκτωβρίου. Ήθελε να την κάνει τη γιορτή γλέντι με ελληνικούς χορούς. Η θεούσα λυκειάρχισσα (την οποία σε άλλη περίπτωση είχε ξεφτιλίσει με λεπτότατο σαρκασμό και φίνα υπεροψία ο πατέρας μου, ευχαριστώ μπαμπά!) έκοψε τη Φραγκοσυριανή («χορός καταγωγίων ο χασάπικος») και άφησε μόνο δημοτικούς. Της ξέφυγε όμως η μπαϊντούσκα, ίσως γιατί δεν είχε αρχίσει ακόμα η οπερέτα του Μακεδονικού. Όταν πήρε χαμπάρι ότι θα χορεύαν λυκειόπαιδες ντόπικο εαμοσλάβικο χορό, αφήνιασε. Τελικά κατάφερε να βρει το επίμαχο τραγούδι χωρίς λόγια ώστε να το βάλει να χορευτεί έτσι, μην ακουστούνε σλαβομακεδονικά και μαραθούν τα ελληνικά αυτιά μας, που τα σκέπει κατά Σλάβων και λοιπών βαρβάρων ο Άγιος ο Δημήτριος.