Μέσα

Μέσα

Σταμάτησα να δουλεύω στις 11.20, πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως αλλά όχι αρκετά αργά. Τέλος πάντων. Ευκαιρία να γράψω για το Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Είδα συνολικά δύο ώρες από τις έξι. Ξεκινώντας από τα περιφερειακά γνωρίσματα της παράστασης, η σκηνογραφία και τα σκηνικά ευρήματα δημιουργούν αμέσως τη σωστή ατμόσφαιρα. Ξεκάθαρα. Επίσης, οι χορευτές και οι χορεύτριες φαίνεται να έχουν επιλεγεί με βάση τα σώματά τους να μην έχουν κάτι το ιδιάζον, το υπερβολικά θελκτικό ή το εντυπωσιακά άρτιο πάνω τους: είναι μεν όλα σώματα ανθρώπων που κάνουνε χορό, αλλά κοντινά στα δικά μας, ούτε υπερβολικά ποθεινά, ούτε άσαρκα και νευρώδη: αναπαριστούν τελικά σώματα καθημερινών ανδρών και γυναικών. Ο φωτισμός είναι μεταμορφωτικός όπως ακριβώς πρέπει: καθόμουν εκεί μέσα στο Παλάς και σχεδόν νοστάλγησα το λοξό πρωινό φως μέσα από τα πατζούρια και την κουρτίνα του υπνοδωματίου μου μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, όπως το είχα αντικρύσει ελάχιστες ώρες πρωτύτερα.

Το έργο είναι αποθεωτικό της φόρμας, και μάλιστα της μινιμαλιστικής φόρμας, επαναληπτικό με ενδιαφέρουσες πυκνώσεις και αραιώσεις: άλλοτε ένας επί σκηνής, άλλοτε μέχρι και έντεκα, άλλοτε ακολουθείται η τάδε ακολουθία κινήσεων, άλλοτε άλλη, άλλοτε οι χρόνοι είναι συνοπτικοί, άλλοτε εξακολουθητικοί. Μέσα από αυτή τη μινιμαλιστική επανάληψη όμως βγαίνει συναίσθημα, ίσως όχι εκρηκτικό, σαν πίδακας, αλλά γαργαριστό και λίγο-λίγο.

Η συγκίνηση, το συναίσθημα, πηγάζουν ακριβώς από τη μινιμαλιστικά επαναληπτική φόρμα: μέσα από την επανάληψη ο θεατής γρήγορα εξασκείται στο να προσέχει λεπτομέρειες: τις μικρές κινήσεις, τις μικρές διαφορές στις ίδιες κινήσεις από διαφορετικούς χορευτές (το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας, ένα ποτήρι νερό, το βγάλσιμο του εσώρουχου, ο διακόπτης του θερμοσίφωνα, η στάση μπροστά στο παράθυρο…) , τις όψεις των σωμάτων. Αναδεικνύονται κινήσεις και σώματα και τελικά αυτά πρωταγωνιστούν στο Μέσα, με φόντο τα αστικά τοπία έξω από το Μέσα, ως θέα από το μπαλκόνι. Το θέαμα ολόκληρο αναλύεται σε κινήσεις και σε μέλη, η ματιά από ηδονοβλεπτική και ερευνητική του καθέκαστου ημερεύει και ασκείται στο να δει το σώμα, την κίνηση και, μέσα από αυτά, το πυκνό αλλά ανομολόγητο συνήθως συναίσθημα που περιέχει η καθημερινότητά μας, αυτό που λέμε ρουτίνα. Η ίδια η σωματικότητα λοιπόν, όχι λ.χ. η ομορφιά ή η χάρη, δίνει περιεχόμενο και βάρος στο σκούπισμα με μια πετσέτα, στην κατάκλιση, στο πάτημα του διακόπτη, στο θρόνιασμα στη λεκάνη ή το μάζεμα του πιάτου.

Το Μέσα πάει και πιο πέρα, στο σχόλιο: ακόμα και όταν συνυπάρχουν και κινούνται ταυτόχρονα παραπάνω από ένας χορευτής επί σκηνής, είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούνε μόνοι — κάτι που στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’10 είναι τόσο ριζοσπαστικό ή άγαρμπο όσο περίπου το να λες ότι είσαι αριστερός στην Ελλάδα του ’50. Συνυπάρχουν στον ίδιο σκηνικό χώρο σαν να έχει συμπτυχθεί ο χρόνος π.χ. δεκαετίας, κατά τον οποίο πολλοί ένοικοι κατέλαβαν διαδοχικά ένα διαμέρισμα, μέσα σε λίγα λεπτά. Υπάρχει μόνο μία εξαίρεση, ένα αμφίσημο ζευγάρι που δεν ξέρεις αν συνυπάρχει ή αν είναι κι αυτό δυο φαντάσματα που χωρίζει ο χρόνος: το είδα μια φορά μόνο στις δύο ώρες αλλά το σχεδόν υπαινικτικό αγκάλιασμά τους και η ανάληψή τους στους ουρανούς, όπου η πόλη χάνεται και το μπαλκόνι βγάζει στον γαλανό ουρανό, είναι από τα συγκινητικότερα και σθεναρότερα εγκώμια του έρωτα (κι εμένα προσωπικά με έκανε να θέλω να ξαναφωτογραφίσω).

Τέλος, η εξάωρη κίνηση επί σκηνής βρίσκεται σε παραπληρωματική σχέση με τη διαρκή κίνηση του κοινού. Ώσπου οι χορευτές αφήνουνε τη σκηνή και διώχνουν το κοινό.

ἄρθρα ταῦτα τᾶν φρενῶν

Η ερώτηση τέθηκε επανειλημμένα, πριν καιρό για πρώτη φορά: τι να κάνουμε.

Δεν είμαι σε θέση να την απαντήσω. Όμως αυτό τον Απρίλη αισθάνθηκα ότι ίσως να μπορούσα να διατυπώσω κάποιες ιδέες σχετικά, περισσότερα σαν ενδείξεις για γρίφο, παρά σαν ορισμούς σταυρολέξου (όπου η απάντηση είναι μία). Φταίει και η δουλειά μου, που έγκειται στο να ψάχνουμε πρακτικές και κομψές λύσεις, συνήθως εκεί όπου δεν υπάρχουν. Τέλος πάντων.

Ζουαντεβίβρ
Έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δε χαιρόμαστε, δε φχαριστιόμαστε, δεν απολαμβάνουμε. Επίσης, πίνοντας καφέ με τον Ρακάσα, μου είπε κάτι που δεν περίμενα, ότι η εθνική μας ιδεολογία είναι ο καταναλωτισμός κι ότι κανείς δε θέλει να αλλάξει αυτό. Συνδέοντας τα δύο αυτά θέματα, φαίνεται τελικά ότι έχουμε εναποθέσει την ικανότητά μας για χαρά ή έστω για απόλαυση κυρίως στην αγοραστική μας δύναμη. Έτσι, ενώ παλιότερα ήμασταν σφιγμένοι και βικτωριανοί και πουριτανιασμένοι λόγω των απειλών της Κόλασης, της επαναστατικής ακεραιότητας, του κοινωνικού ελέγχου κτλ., νομίζω ότι πλέον είμαστε τέτοιοι και χειρότεροι γιατί έχουμε μεταθέσει τη χαρά και την απόλαυση, την όποια χαρά και απόλαυση, στο πεδίο της αναπαράστασης και της κατανάλωσης, μακριά από τη δύσκολη αρένα της εμπειρίας ή του βιώματος. Π.χ. σημασία δεν έχει να απολαμβάνεις το κρασί σου αλλά να πίνεις κρασί που θα δίνει την εντύπωση ότι απολαμβάνεις (αφ’ υψηλού κατά προτιμηση). Περισσότερο σε φτιάχνει να κουβεντιάσεις τι (δεν) κάνει η πιστοποιημένα δυστυχής και ατάλαντη εθνική ροζ δεσποινίς ή έστω οι τηλεοπτικοί άνθρωποι παρά τι (αποκοτιές, ενδεχομένως) κάνεις πίσω από κλειστές πόρτες. Επειδή τα έχω ξαναπεί στα τρία λινκάκια, να μην σας τα ζαλίζω πάλι.

Η επαρχιώτικη κατσικοσύνη και η βλοσυρή κατήφεια στο Κωσταλέξι πέθαναν, το λάιφσταϊλ το παίρνει ο διάολος (μαζί με τη χώρα και τους φτωχούς — αλίμονο). Λέω να γυρίσουμε στη χαρά του αφράτου κεφτέ, αφού το μπισκ δεν το νιώθουμε όλοι· του τραγουδιού που μας αρέσει και του τοπίου που μας φτιάχνει· στα μαγαζιά που περνάμε καλά, κι όχι εκεί που θα δούμε τον Χατζηαπαυτόνανε με την Κοντοσταυλίδου· στα ποτά που μας φτάχνουνε· στη βόλτα στο πάρκο (εποχή που είναι) κι όχι για σουβλάκια-κινητό στο μωλ και σκατουτσίνο με μισή χούφτα ζάχαρη· στα ατελή αλλά πρόθυμα ζωντανά κορμιά· στην παρέα που μοιράζεται τη χαζαμάρα μας· στα ταξίδια που μπορούμε και τις διακοπές που μας αρέσουν· στους φίλους που μας αγαπούν ανεξήγητα ή έστω δε μας φασκελώνουνε· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους. Και να φχαριστιόμαστε κιόλας, τρελά.

Τι να πω: ψόφο στον καταναλωτισμό, ζήτω ο ηδονισμός; Ανακριβές αλλά ευσύνοπτο. Ορίστε, το ‘πα.

Σεξωστρέφεια
Διάβασα αυτό και απόρησα: ψιλοκατακραυγή μυρίστηκα. Ξεκινάω από τα προφανή (αλλά κι εδώ, αμ θα μου ξεφεύγατε;) και παρακάμπτω την ενόχλησή μου που ακόμα υπάρχει τόση εμπάθεια απέναντι σε ανθρώπους που, ξέρω γω, πηδιούνται επί σκηνής ή κατ’ ιδίαν (ενώ άμα εξευτελίζεσαι επί σκηνής είναι οκέι). Έχει κανείς αντίληψη του τι είναι το πανεπιστήμιο; Το πανεπιστήμιο δεν είναι το Βατικανό του Έθνους ούτε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Ευπρεπείας. Είναι χώρος διαλόγου και διαφωνίας. Αλλά πάλι γκρινιάζω.

Πρέπει να ανοίξουμε προς τα έξω. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασκεύασε την ιστορία του Σιντάρτα Γκαουτάμα Σακυαμούνι (του Βούδα) ως την ιστορία του Ιωσαφάτ και Βαρλαάμ γιατί προφανώς του φάνηκε πνευματικότατη, η Άννα η Κομνηνή προσπάθησε να το παίξει έως και Θουκυδίδης γιατί προφανώς πίστεψε ότι μπορούσε. Οι Ινδοί έκαναν την πατάτα αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας κουζίνας τους μέσα σε 100 χρονάκια. Οι Γιαπωνέζοι το έχουνε ξεφτιλίσει. Εμείς καθόμαστε και ανασκαλεύουμε την παράδοση ξανά και ξανά. Και καλά κάνουμε: η παράδοση είναι αυτό που είμαστε, ακόμα κι όταν είναι επινοημένη, λιμαρισμένη, βερνικωμένη ή ευφάνταστα αναστυλωμένη. Αλλά δεν μπορούμε να μένουμε εκεί. Δεν μπορεί να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια. Προσέχτε: δε λέω καν να κοιτάξουμε (μόνον) έξω και μακριά όπως ο Δαμασκηνός ή Άννα Κομνηνή. Λέω να πάψουμε να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια, ιδίως λ.χ. στη μουσική και στα λογοτεχνικά. Υπάρχουνε κι αλλού φόρμες και θέματα, και πολλές φορές μας αφορούν τρελά.

Το εργόχειρο
Και ναι: πώς θα βγούμε από την κρίση; Δε θα βγούμε. Ξεχάστε το. Είπαμε: λάιφσταϊλ και καταναλωτισμός τέλος (εκτός και αν μένετε Φιλοθέη-Πανόραμα-Νίκαια Λάρισας οπότε μη στενοχωριέστε: ούτε εσείς χάνεστε, ούτε το τρίλιτρό σας, ούτε οι γόβες σας). Το ζήτημα δεν είναι αν θα βγούμε φτωχότεροι, θα βγούμε φτωχότεροι. Το θέμα είναι να μην καταστραφεί και ξεπουληθεί ολοκληρωτικά η χώρα. Να σώσουμε τα νοσοκομεία και τα σχολεία.

Ναι, αλλά τι να κάνουμε; Ό,τι ξέρουμε. Να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι ξέρουμε. Το ευνοεί και η εποχή: κάνε μουσική, δε χρειάζεσαι πια πανάκριβα όργανα, γράφε, δε χρειάζεται πια να ξημεροβραδιάζεσαι σε ταβέρνες με ξινούς διανοούμενους που ψάχνουν αίμα νεανικό για να σου βγάλουνε το ποίημα, κάνε θέατρο και βίντεα και ξέρω γω και βαλ’ τα στο διαδίκτυο, βγάλε φωτογραφίες χωρίς σκοτεινό θάλαμο, κόκκινη λάμπα και κωλοχημικά τον καιρό του φλίκερ. Κάντε όχι ό,τι ξέρετε αλλά ό,τι σας αρέσει. Όλο και κάτι θα βγάλετε.

(Υμνητική κριτική του ‘Μέσα’ του Παπαϊωάννου προσεχώς, ήδη έχω κωλοβαρέσει ανεπίτρεπτα.)

Frashokereti!



Προς τη Δύση

Μεγάλη Παρασκευή. Σε αντίθεση με τον άθλιο δρόμο Κορίνθου-Πατρών, τώρα και ξεχαρβαλωμένο από βραδυκίνητα έργα, η ανοιξιάτικη φύση ήταν για θαύμασμα.

Γύφτοι
Μετά τον Γέροντα πέσαμε σε μποτιλιάρισμα. Ρωτήσαμε τι συμβαίνει και μας είπαν ότι κάτι γύφτοι έκλεισαν τη γέφυρα του Ευήνου. Κατάλαβα το «γύφτοι» για βρισιά και υπέθεσα ότι μάλλον επρόκειτο για κλιμάκωση πάγιων διαμαρτυριών των κατοίκων της περιοχής που ζητούσαν την ίδρυση Δήμου Ευήνου ήδη από τον Καποδίστρια (το σχέδιο, όχι τον Κυβερνήτη).

Οι διαμαρτυρόμενοι όντως είχανε κλείσει τη γέφυρα του Ευήνου κι αφήνανε την κυκλοφορία να περνάει με το σταγονόμετρο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω κάποιος οδηγός που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση μας έδειξε μια προκήρυξη, την οποία όμως δε μας έδωσε γιατι ήθελε να την κρατήσει ο ίδιος για να αποδείξει στη γυναίκα του ότι δε χασομέρησε αναίτια στον δρόμο. Μας είπε πάντως ότι τον δρόμο τον είχανε κλείσει κάτι γύφτοι γιατί πέθανε μια γύφτισσα που είχε πάει στην Αθήνα για εξωσωματική γονομοποίηση.

Στο μεταξύ, μερικοί από όσους είχαμε κολλήσει στην ουρά σταματούσαν κάποια οχήματα που μας προσπερνούσαν από αριστερά, χρησιμοποιώντας το κενό αντίθετο ρεύμα, και λογομαχούσαν με τους οδηγούς τους, μερικές φορές απειλώντας με χειροδικία και τέτοια.

Μετά από περίπου 90 λεπτά από το πρώτο φρενάρισμα φτάσαμε στο μπλόκο. Ένα πανώ πληροφορούσε ότι μια γυναίκα 38 χρονών, μητέρα τεσσάρων παιδιών, πέθανε στην Αθήνα από ιατρικό λάθος (άρα μάλλον δεν ίσχυαν τα περί εξωσωματικής γονομοποίησης), το πανώ ζητούσε να αναληφθούν ευθύνες. Πράγματι, φαίνονταν τσιγγάνοι αυτοί που είχανε κλείσει τον δρόμο, χαρακτηριστικά ξανθοκάστανοι και μαυριδεροί, άρα τζάμπα ταλαιπωρούσαν εμάς τους ανθρώπους την ώρα της Αποκαθήλωσης. Στο κάτω-κάτω, γύφτισσα πέθανε, εντάξει. Αυτοί γενικά πεθαίνουν, όταν δε σκοτώνονται μεταξύ τους. Τέλος πάντων, πέρα από κουβέντες, ούτε την πρώτη στιγμή που άκουσα τη φήμη ότι η διαμαρτυρία ήτανε για κάποια που πέθανε, ούτε όταν έμαθα γιατί, στη γέφυρα του Ευήνου, ούτε ενδιάμεσα, ένιωσα αγανάκτηση που μια χούφτα ανθρώπων έκοψε τον δρόμο, τον δρόμο μου, μεγαλοπαρασκευιάτικα. Ίσως επειδή ξέρω ότι αν είσαι Τσιγγάνο (ή Ρομ, αν προτιμάτε) η ζωή σου είναι λίγο πιο φτηνή από ενός αδέσποτου σκύλου, ίσως επειδή νόμισα ότι δε θα καθόταν κανείς να επανδρώσει μπλόκα για ασήμαντη αφορμή. Ίσως γιατί ήταν όμορφα τριγύρω.

Πυγολαμπίδες
Το βράδυ μετά τον Επιτάφιο είδα πυγολαμπίδες μέσα στα χορτάρια. Δεν είχα ξαναδεί.

Στον γάμο του Καραγκιόζη
Η Ανάσταση στο χωριό ήτανε σοκ. Έχω κάνει Ανάσταση σε τουλάχιστον τρία-τέσσερα χωριά, δεν ήμουνα και κανας πρωτάρης. Στο συγκεκριμένο χωριό πάντως δεν έβγαλαν Ανάσταση σε εξέδρα, παρά μέσα στην εκκλησία. Γενικά, ήταν καλή ιδέα να παραμείνει κανείς μέσα στην εκκλησία, αφού διάφορα κακόμοιρα (κανονικά θα τα έλεγα ‘μαλακισμένα’ και ‘καυλωμένα’, αλλά δεν κάνει, εντάξει) χωριατόπαιδα πετούσαν αλλεπάλληλα κροτίδες μέσα στον κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν πάρα πολύ δυσάρεστο, δυο-τρεις φορές το ωστικό κύμα ζούπηξε τα στομάχια μας, κλαίγαν τα μωρά, δεν ακούστηκε τίποτα, κανείς δεν κατάλαβε τίποτε για ακόμη μια χρονιά. Η πίστη σε αυτό που λέμε «Ορθοδοξία» έχει πλέον δώσει τη θέση της στην Ορθοδοξία ως κουλτούρα, σε αυτό το πράμα που έχει και χιώτικους αναστάσιμους πυραυλικούς αγώνες και έθιμα που μας θυμίζουν τα παιδικάτα μας και ωραίες περικοπές κι ύμνους από ακολουθίες και ξωκκλήσια με παπαρούνες και εικονίσματα και, και, και. Πίστη τέλος, μόνον κουλτούρα. Πρέπει να διαβάσω το σχετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη. Άσε που η ίδια η πίστη φαίνεται να έχει περάσει στα χέρια κυρίως φανατικών.

Αρνιά
Μετά από το κενό περιεχομένου μεταίχμιο της Ανάστασης (δεύτε λάβετε φως, Ευαγγέλιο που κανείς δεν άκουσε, φάλτσο Χριστός Ανέστη που κάλυπτε η μηχανική καμπάνα και οι εκρήξεις, φευγιό του εκκλησιάσματος ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός), το χωριό έφαγε, ίσα-ίσα έχοντας μετά βίας προλάβει να κάψει έναν πόντο λαμπάδα με μπάρμπι ή τρανσφόρμερς, ή ποια ητανε φέτος η μόδα. Μετά κοιμήθηκε για να ξυπνήσει και να φάει μωρά ζώων, αφού τα ψήσει υπό τους ήχους της πιο τελειωμένης μουσικής που μπορεί να βγάλει ένας πολιτισμός. Αν έχετε πληροφορία οτι κάπου στην ιδανική επαρχία το Πάσχα ο κόσμος ακούει δημοτικά και χορεύει τσάμικα-καλαματιανά-νησιώτικα-μπαϊντούσκες ή έστω Γαβαλά-Αγγελόπουλο-Χριστοδουλόπουλο-Μπάση, παρακαλώ να τη μοιραστείτε μαζί μου. Για να μην είμαι άδικος, το πρωί με ξύπνησαν τα άπαντα της Αλεξίου (πασχαλιάτικα!), ενώ από μακριά ακουγόντουσαν Κιάμος, ακατονόμαστα ψευτοποπάκια κι ένας που νομίζει πως είναι Καζαντζίδης.

Λοιπόν, σοβαρά τώρα: Χριστός Ανέστη, χριστιανοί. Στους υπόλοιπους, τις καλυτερες πασχαλινές ευχές μου.

Elementary, dear.

Μπήκα πριν μισή ώρα στο σπίτι. Είμαι τόσο αλοιφή που θα τη βγάλω με τιβί, ίντερνετ και άντε κανα βιβλίο απόψε.

Σκεφτόμουν περπατώντας στον δρόμο ότι στην Ελλάδα η ελευθερία του λόγου δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στις προτεραιότητές μας. Δεν αναφέρομαι σε καμμιά περίπτωση στον γνωστό νόμο, για τον οποίο έχω διαβάσει πολλά κι έχω καταλάβει ελάχιστα. Μιλάω για το ότι όσο και αν σκεφτώ, πηγαίνοντας ακόμα και πίσω στον νεοελληνικό διαφωτισμό, την ελευθερία του λόγου δεν τη θεωρούμε θεμέλιο της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Όσες υπερασπίσεις της ελευθερίας του λόγου και της ελευθεροτυπίας μπορώ να σκεφτώ είναι θεμελιωμένες στο αίτημα να «μη φιμώνεται η αλήθεια», να «ξεσκεπαστούν οι Χ», να «μάθει ο κόσμος τι συμβαίνει». Απεναντίας, ελευθερία του λόγου είναι να λέει ο καθένας ό,τι τον φωτίσει ο θεός του ή, καλύτερα και ακριβολογώντας, να λέει ο καθένας ελεύθερα ό,τι του καυλώσει.

Γυρνώντας σπίτι διάβασα για τον Γουώτσον και το καδρόνι, εκδήλωση προσεγμένης καφρίλας, που λέει κι η helion. Τα έχω ξαναγράψει τότε με τη Σώτη και τ’ αυγά. Όσοι το (ξανα)διαβάσετε θα σπεύσετε να μου πείτε ότι ταλαντεύομαι κι εγώ ο ίδιος όσον αφορά τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Θα σας απαντήσω ότι άλλο να προβληματίζομαι (και γενικά μεμνάσθαι απιστείν) και άλλο να θεωρώ την ελευθερία του λόγου διακοσμητικό και δευτερεύον αξεσουάρ της δημοκρατίας. Η ελευθερία του λόγου είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας — κατά το παλαιό, φθαρμένο και ψευδεπίγραφα βολταίρειο: «διαφωνώ με ό,τι λες αλλά κτλ κτλ κτλ».

Η περίπτωσή του Γουώτσον πάντως είναι γνωστή στους παροικούντες. Σε όσους με ρωτάνε «μα πώς γίνεται επιστήμονας άνθρωπος να λέει τέτοια πράγματα», προτείνω να διαβάσουν το Golem, το οποίο με ακλόνητα επιστημονικά επιχειρήματα βγαλμένα από τη ζωή αποδεικνύει ότι οι επιστήμονες είναι άνθρωποι άρα, ενίοτε, κουμασάκια. Όσο για την περίπτωση του Γουώτσον, ακόμα και οι επιστήμονες ξεκουτιαίνουν.

Nolo contendere

Δουλεύω πάρα πολύ τις τελευταίες βδομάδες και η κατάσταση θα γίνει χειρότερη. Φυσικά δεν παραπονιέμαι, αγαπώ τη δουλειά μου. Απλώς είμαι πάρα πάρα πολύ κουρασμένος. Από τότε που άνοιξα το μπλογκ πρέπει να είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά που δε γράφω γιατί δεν προλαβαίνω ή δεν έχω κουράγιο.

Δεν είναι όμως μόνον αυτός ο λόγος που δεν είδα ή δε θα δω το Debtocracy. Ο λόγος είναι ότι δε βλέπω βίντεο παρά σπάνια. Ειδικά ντοκυμαντέρ και τέτοια, αν δεν έχουν κινηματογραφικές αρετές, όπως λ.χ. μιας φίλης μου που δε θα ονομάσω. Γιατί δε βλέπω βιντεάκια και ντοκυμαντέρ; μα γιατί βαριέμαι: τα περισσότερα χρειάζονται 30 και 60 λεπτά από τη ζωή σου για να σου πουν ό,τι μια σελίδα εφημερίδας. Ίσως κιόλας να φταίει ότι διαβάζω γρήγορα.

Πάντως, στην περίπτωση του Debtocracy, δεν είμαι σίγουρος και τι θα καταλάβω, αν θα το καταλάβω σωστά και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Δε θα ξανακάνω την πλάκα που έκανα κάποτε ότι τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη. Ενδεχομένως να είναι επιστήμη, αλλά κοινωνική: το πολύ να μπορεί να ερμηνεύσει τα φαινόμενά της, να προβλέψει δεν μπορεί, πάει και τελείωσε. Να πάψουνε να παίζουνε με τα μοντέλα τους.

Βεβαίως, οι οικονομοτέτοιοι του 21ου αιώνα είναι σαν τους ιστορικούς και τους φιλολόγους του 19ου και τους φιλοσοφους του 20ου: είναι τόσο βαθιά χωμένοι στο πολιτικό παιχνίδι, στη διαμόρφωση συνειδήσεων, στον ρόλο τους ως οινοχόοι της εξουσίας, που είναι αδύνατο να κάνουνε σωστά τη δουλειά τους. Έτσι, οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι του 19ου εργάζονταν λ.χ. για τη δόξα της Γερμανίας και του εκάστοτε έθνους, οι φιλόσοφοι του 20ου υφαίνανε τη σάρκα της ιδεολογίας που χρειαζόντουσαν οι δυτικοευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες, ο σοσιαλισμός ή (άλλα) ανοσιουργήματα, οι οικονομοτέτοιοι του 21ου υπηρετούν τις τράπεζες, τις «αγορές», τις πολυεθνικές. Άντε να βγάλεις επιστήμη και τέτοια μετά.

Γράφω λοιπόν το μπλογκ 6 χρόνια και μονίμως γκρινιάζω. Το γράφω τακτικά, μετά τους Ολυμπιακούς είμαστε στον κατήφορο. Και βέβαια μού την πέφτουνε πολλοί ότι οι Ολυμπιακοί ήτανε μια πολυδάπανη φιέστα, αλλά τι δεν είναι πολυδάπανο και υπερτιμολογημένο στην Ελλάδα; και αναλογικά με τη φιέστα που βγάλαμε και με τη σημασία της, χαλάλι οι σπατάλες: εδώ πληρώναμε τις πλαστικές σημαίες του Μπιρσίμ για τον θνήσκοντα Παπανδρέου, πληρώσαμε τις φωτιές του Ανιψιού, πληρώνουμε λεφτά πεταμένα σε ημιτελή έργα υποδομής ή σάπια — γιατί κλαίμε τα ολυμπιακά δις που θα μπορούσανε να μας δώσουν όραμα και να γίνουν απαρχή αναγέννησης της Αθήνας; Αλλά, όπως κλαίγομαι επί εξαετία, Ελλάδα και όραμα είναι έννοιες που δύσκολα συγκατοικούν. Σαν να λέμε Εγγλέζος και προσωπική υγιεινή: με το ζόρι και μόνο για τα μάτια του κόσμου.

Γρήγορα κατάλαβα (τον Δεκέμβριο του ’08 και, μετά, τον Μάη του ’10) ότι αυτά περί οράματος είναι ξεπιάσματα. Δεν υπάρχει η στοιχειώδης αλληλεγγύη στην κοινωνία μας. Μετά από τόσους μήνες κρίσης, δείτε τι γίνεται: όσοι ευθύνονται — και, ελάτε, ξέρουμε ποιοι έχουν ευθύνες, πάλι θα τα λέμε; — εξακολουθούν να κάνουν τα ίδια και χειρότερα, όσοι χυδαίοι και γλοιώδεις δεν έχουν αποθρασυνθεί δηλαδή, ενώ οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν λ.χ. όσους προμηθεύουν το Στράτευμα ή παρασιτούν σε αυτό (ένα τυχαίο παράδειγμα έφερα) είναι πλέον φανερό ότι δε θα γίνουνε ποτέ, ακόμα και σε όσους έχουνε τη λάμψη στα μάτια του καλέσματος σε Μετάνοια «να αλλάξουμε». Παράλληλα, η κυβέρνηση του Γιου πελεκάει συστηματικά ό,τι έχει μείνει από το κράτος πρόνοιας, οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες στη φτώχεια, κι έχουμε ακόμα αυτόκλητους σχολάρχες και ιεροκήρυκες να μας ψέγουν που δεν είμαστε αρκούντως πειθήνιοι, εφησυχασμένοι και πρόθυμοι να συμμορφωθούμε. Μα κύριοι δημοσιογράφοι, ο ελληνικός λαός κοντεύει να ξεπεράσει τα επίπεδα άψογης συμμόρφωσης και συνεργασίας που επέδειξε επί χούντας, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι τώρα πρόκειται να πεινάσει.

Οπότε: όραμα, τον πούλο· αλληλεγγύη, τον πούλο. Ποιος είναι ο τρίτος πούλος; Μα φυσικά η πνευματική παραγωγή, η παραγωγή σκέψης. Δε θα μιλήσω για τη λογοτεχνία, γιατί θα ανοίξω αναίτιο μέτωπο, κυρίως μέσα από μια αλληλουχία παρεξηγήσεων. Σκεφτείτε τον πολιτικό λόγο. Επιτρέπεται να παράγει ο παιγνιώδης ολντμπόυ, ο αινιγματώδης Αντώνης ράντικαλ και ο καταρρακτώδης Τάλως σημαντικότερη πολιτική σκέψη και λόγο από μια στρατιά στοχαστώνε, δημοσιογράφωνε και πνευματικών ανθρώπωνε; Επιτρέπεται να μην υπάρχει ουσιωδέστερη υπεράσπιση του Μνημονίου από την Ξαφά και (με τον τρόπο του) τον Γεωργελέ; Επιτρέπεται να αναπολούμε το Μαλβινάκι το καλό; Επιτρέπεται να σχολιάζουμε εκτενώς κι εμβριθώς χρονογραφηματάκια του Πρετεντέρη, του Μανδραβέλη, του Γιανναρά ή και του Ξυδάκη, αν θέλετε, λες και είναι βαρυσήμαντα ολοσέλιδα κείμενα γνώμης; Επιτρέπεται η σάτιρα να είναι στα χέρια του κουρασμένου Λάκη και του αμήχανου Κανάκη; Βεβαίως ο πούλος που λέγεται ένδεια σκέψης συνεπάγεται ότι, να, ο ολντμπόυ, ο Αντώνης, ο Τάλως και όλοι οι άλλοι έχουν την ευκαιρία να επηρεάσουν κόσμο, ενδεχομένως μια ολόκληρη γενιά. Αυτό είναι καλό για εκείνους. Ίσως και για τη γενιά. Δεν παύουν όμως να είναι οι ψαρούκλες μέσα στη χαβούζα, που λένε κι οι Αμερικάνοι: φαίνονται ψαρούκλες επειδή η χαβούζα είναι μικρή. Κι αν νομίζετε ότι η χαβούζα ήτανε κάποτε, ξέρω γω επί γενιάς του ’30, λίμνη ή και η Κασπία, παρηγορηθείτε: τουλάχιστον εξέλιπαν ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Παπανούτσος κι ο Κώστας Ουράνης. Πίσω δεν πήγαμε αλλά ούτε και μπροστά.

Γενικά, δε νομίζω ότι πάμε πουθενά εδώ και πολύ καιρό: οι ζωές των φτωχών ξοδεύονται συστηματικά και πολλές φορές σπαταλιούνται, όπως πάντα. Και για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες θα έχουμε σύντομα περισσότερους φτωχούς, ακόμα και πολύ κοντά σε όσους διαβάζουν αυτά που γράφει ένας κουρασμένος άνθρωπος πριν πάει για ύπνο.

Με αφορμή ταινίες

Μιλώντας για το τι μας αρέσει, μιλάμε για τον εαυτό μας. Ο ολντμπόι το έκανε με πολύ θάρρος εδώ, μιλώντας φυσικά για τις αγαπημένες του ταινίες. Βεβαίως, ο άνθρωπος έχει δει περίπου 15 φορές περισσότερες ταινίες από τον μέσο άνθρωπο.

Ωστόσο, ζήλεψα και θέλω να πω κι εγώ για τις αγαπημένες μου ταινίες. Βεβαίως δεν είμαι σινεφίλ, είμαι μάλλον της μουσικής, της ζωγραφικής και των βιβλίων. Άρα δεν έχω με τις ταινίες τη σχέση ενός ανθρώπου που πραγματικά αγαπάει το σινεμά. Επίσης είναι αλήθεια ότι δε βλέπω τόσο σινεμά όσο παλιότερα, ενώ εδώ και πολλούς μήνες έχω κόψει και τα ντιβιντί. Είναι επίσης γεγονός ότι όταν διαλέγεις δέκα ταινίες, αφήνεις έξω πολλές, πάρα πολλές: The Piano, Από την άκρη της πόλης, 9 Songs, Συνήθεις ύποπτοι, A bout de souffle, Brazil, Τα κόκκινα φανάρια, In the Mood for Love, ο Δρακουλας του Κόππολα, Monster’s Ball, Στέλλα, Old Boy, Ου μοιχεύσεις, Ου φονεύσεις, Manhattan, Τα 400 χτυπήματα, The Hudsucker Proxy, 25th Hour, Ο Νονός (1, 2, 3), American History X, και πάμπολλες άλλες (θα δίνω τους τίτλους όπως τους θυμάμαι). Επίσης αφήνεις έξω ταινίες που μπήκαν μέσα σου και σε κατέλαβαν, σαν απρόσωπο δαιμόνιο, για μήνες ή και χρόνια και που μετά τις ξόρκισες και τις ξέχασες. Θα φέρω ένα αστείο παράδειγμα: όταν ήμουν 4 ή 5 χρονών είδα τη Μαίρη Πόππινς κι έπαθα πλάκα. Η ταινία που πήρε τη θέση της ήτανε το Footloose, πολλά χρόνια μετά, το 1984. Τέλος, υπάρχουν ταινίες που βρέθηκαν στις δέκα πρώτες σου (κρατάω λίστες σε παμπάλαια ημερολόγια) και απλώς εξαφανίστηκαν γενικώς, αφήνοντας ωραίες αναμνήσεις, ωραιότερες από την ίδια την ταινία: Αμελί, My own private Idaho, Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, Bowling for Columbine, Μάτριξ κτλ.

Πάμε λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερη σειρά:

Αντρέι Ρουμπλιόφ. Ίσως η ουσιαστικότερη ταινία που έχει γίνει ποτέ. Και ανάμεσα στις ομορφότερες. Την είδα για πρώτη φορά στην τότε πρόσφατα αποκατεστημένη εκδοχή της στο Άλφαβιλ όταν ήμουν μαθητής και βγήκα κλαίγοντας. Έκτοτε την ξαναείδα τρεις φορές, κλαίγοντας αλλά αγαλιάζοντας στο τέλος. Μπορώ να πω απίστευτες μεγαλοστομίες για αυτήν την ταινία αλλά προτιμώ, όπως συνήθως τώρα τελευταία, να σιωπήσω και να προτείνω να τη δείτε.

Δαμάζοντας τα κύματα. Την έχω δει μία φορά, στο Renoir στο Λονδίνο, και τη θυμάμαι πεντακάθαρα. Ό,τι έχει να πει κανείς για τον έρωτα. Το αριστούργημα του Φον Τρίερ, μεταξύ των δύο φάσεων του έργου του. Την πήρα σε ντιβιντί πριν πολλά χρόνια, το οποίο όμως δεν έχω δει ποτέ γιατί φοβάμαι ότι τώρα πια η ταινία θα μου φανεί κατώτερη της εμπειρίας του 1996 — το ντιβιντί είναι δηλαδή λίγο σαν τον δαυλό του Μελέαγρου.

Τα φτερά του έρωτα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε με την καλύτερη ταινία του Βέντερς (μετά τον κατέστρεψε ανεπιστρεπτί η σχωρεμένη η Σολβέιγ), αλλά την είχα ήδη δει 3-4 φορές. Παραμένει ταινιάρα. Αυτό που λένε «ποιητικός κινηματογράφος», αλλά χωρίς πόζα και ανοησία, χωρίς στόμφο.

Damage. Λουί Μαλ και ξερό ψωμί. Ανεπανάληπτες ερμηνείες, «ισορροπημένο δραματούργημα, η αποθέωση του γαλλικού σινεμά. Όλη η αμηχανία, η ερημιά και η δόξα και του έρωτα σε μια ταινία».

Intimacy. «Αριστούργημα. Σπαρακτική αλλά ψύχραιμη ματιά στον έρωτα και στις ανθρώπινες σχέσεις, χαμηλών τόνων ωστόσο, με φόντο το Λονδίνο όπως το έζησα.» Όταν όμως λέμε «σπαρακτική», εννοούμε σπαρακτική. Επίσης, η μόνη ταινία που μπορώ να μυρίσω.

Blade Runner. Τι να πω. Αναρωτιέμαι πώς ένας τόσο κουτός σκηνοθέτης κατάφερε τόσα πολλά και τόσο άρτια στην εποχή του Star Wars. Εδώ δε χρειάζεται να μυρίσεις το Νέο Λος Άντζελες, χώνεσαι μέσα του. Και δεν είναι μόνον το όραμα, όραμα έχει και ο υπερφίαλος Κιούμπρικ (ο πιο υπερτιμημένος σκηνοθέτης όλων των εποχών), όραμα έχει κι ο Τεό. Εδώ όμως το όραμα ζει κι ανασαίνει κινηματογραφικά, παρότι — σημειωτέον — η ταινία πάσχει σεναριακά ακόμα και στην περίφημη βερσιόν του σκηνοθέτη.

Πολίτης Κέιν. Ταινία του ’41. Τόσο λιβανισμένη, τόσο αναλυμένη, που κάθησα να τη δω με τη χειρότερη δυνατή διάθεση κριτικά. Ηττήθηκα κατά κράτος. Τι να πω. Τι δεν έχει αυτή η ταινία; Δεν ξέρω, χρώμα. Όλα τα άλλα τα έχει.

Trainspotting. Δεν ξέρω. Την έχω τέσσερις ή πέντε φορές. Κάθε φορά μου αρέσει εξίσου. Περνάω καλά. Τη χαίρομαι. Ταυτίζομαι και με τον ήρωα, αφού δεν είμαι του αυτοελέγχου και της αυτοκυριαρχίας, εκτός όταν είμαι. Κι έχει πελώριο σάουντρακ. Είναι ακριβώς η εποχή της. Μ’ αρέσει.

Μπλε Ταινία. Ιστορία μου αμαρτία μου. Είχα δει τη Βερόνικα. Είχα πάθει απόλυτη πλάκα. Απόλυτη. Εντάξει, φοιτητής ήμουνα, μην έχουμε κι απαιτήσεις. Πήγαινα στα δισκάδικα και παρακαλούσα για το σάουντρακ: «μόνο σε σιντί», «μα δεν έχω σιντί». Μετά βγήκε η Μπλε. Την είδα μια κρύα βραδιά στην Έλλη με την κοπέλα μου. Έπαθα απολυτότερη πλάκα. Ωστόσο, μου είχε φανεί σαν Γκρήναγουεη, ένα ρηχό εστέτ-εικαστικό πράμα, εναλλαγή υπέροχων (κυρίως μπλε) κάδρων, πολλών με τη Μπινός, την οποία δυστυχώς δεν κατάφερα να παντρευτώ. Μου άφησε ανεξίτηλες εντυπώσεις και μια δυο σκηνές που θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης και να είχα γυρίσει. Ξηλώθηκα και πήρα το σάουντρακ εισαγωγής, σε βινύλιο. Πίστευα ωστόσο ότι δεν έχει στόρυ η ταινία, ότι η συσχέτιση με την Ελευθερία ήταν μπουρμπούτσαλο. Ήμουνα βλήτο. Την ξαναείδα πολλά χρόνια ύστερα, με τη συμβία, αφού μου είπε τρεις κουβέντες: κατάλαβα ότι η ταινία έχει αμέτρητο βάθος, ότι πραγματικά μιλάει για την πιο δύσκολη ελευθερία και τη διαδικασία απελευθέρωσης από την ενοχή και το πένθος. Πήγα και την αγόρασα. Σε ντιβιντί.

Zoolander. την έχω δει 7-8 φορές, την ξέρω απ’ έξω. Η πιο αστεία κωμωδία.

Αθήνα

Εικόνες εδώ. Τα παρακάτω αποσπάσματα από εδώ:

Προσπαθούσα να καταλάβω την πόλη, να μάθω τις οδούς, τις γειτονιές και τις συνοικίες. Κάθε περιοχή με το δικό της φως, το δικό της χρώμα, τις δικές της μυρωδιές. Το ωχρό Γαλάτσι, η ήρεμη Λαμπρινή, τα φωτεινά Πατήσια, τα γκρίζα Εξάρχεια, η θαλπωρή της Πλάκας, η γλύκα του Πειραιά, η καμαρίλα των βορείων προαστίων, η σύγχυση των δυτικών κλπ.

[…]

Κι η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι στην Αθήνα (οι γηγενείς) μου μοιάζανε λίγο διαφορετικοί. Περισσότερο “υποψιασμένοι”, πιο ήπιοι, προσηνείς, με ευρύτερη σκέψη, με λιγότερη έπαρση και λιγότερη αλαζονεία από μας τα βλαχαδερά […]. Άλλαξα πολλά σπίτια όλα αυτά τα χρόνια. Όπου κι αν έμενα αυτοί που συνήθως δημιουργούσαν προβλήματα στην πολυκατοικία, στην γειτονιά, ήταν κάτι επαρχιώτες καρτσαπλιάδες, σαν την αφεντιά μου, χωρίς κοινωνική συνείδηση που επιζητούσαν να κάνουν υποφερτή την ανυπαρξία τους με φωνές και φασαρίες.

Και την αγάπησα πολύ την Αθήνα. Με τις ομορφιές και τις ασχήμιες της. Με τις αντιφάσεις και τα στραβά της…

Καταλαβαίνω σε ένα βαθμό τους ανθρώπους που “παίρνουν τα βουνά”. Μπορεί το lifestyle κίνημα “επιστροφή στις ρίζες” ή όπως αλλιώς το λένε, που θέλει την αναπαλαίωση εγκαταλελειμμένων σπιτιών σε χωριά και ραχούλες (συνήθως από μεγαλοαστούς με λυμένο το οικονομικό), να με βρίσκει αισθητικά αντίθετο, αλλά δεν παραγνωρίζω ότι μπορεί έστω και κατ’ ελάχιστο να είναι επωφελές για την Αθήνα (αν και συνήθως στο τέλος αυτά τα σπίτια δεν καταλήγουν να είναι η κύρια κατοικία αλλά απλά ένα ακόμη εξοχικό). Απ’ την άλλη οι επαρχιώτες που δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν και πάντα διατηρούσαν την σπίθα της επιστροφής πολύ καλά κάνουν και επιστρέφουν στις πόλεις και τα χωριά τους (όσοι επιστρέφουν). Η περιφέρεια πρέπει να “γεμίσει” ξανά. Η ζωή πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου η αστυφιλία των προηγούμενων δεκαετιών την στράγγιξε.

Δεν δικαιολογώ όμως κανέναν που κατηγορεί την Αθήνα. Δεν αντιλέγω πως σίγουρα υπάρχουν πόλεις στο εξωτερικό που σου προσφέρουν πολύ καλύτερες συνθήκες διαβίωσης όμως κακά τα ψέματα. Αυτά που σε δένουν με ένα μέρος υπερβαίνουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Και βλέπεις πόσο ευλογημένος είναι αυτός ο τόπος όταν παρά το ότι έχουν ασελγήσει ασύστολα πάνω του για δεκαετίες ολόκληρες κυβερνήσεις, εργολάβοι, βιομήχανοι και εφοπλιστές (είναι οι ίδιοι που σήμερα το παίζουν οικολόγοι και κάνουν καμπάνιες από τα κανάλια τους για δεντροφυτεύσεις, καθαρισμούς ακτών κλπ.) σου προσφέρει ακόμα και σήμερα απλόχερα τα δώρα του: το εξαιρετικό κλίμα, το μοναδικό φως, τα προϊόντα της γης, το όμορφο φυσικό τοπίο (όπου δεν έχει κυριαρχήσει το τσιμέντο) κλπ.

Οι αναφορές μου στα άυλα (φως, κλίμα) δεν είναι ούτε ποιητικές ούτε μεταφυσικές. Δεν θα ‘ταν του χαρακτήρος μου άλλωστε (εξάλλου άλλες είναι οι “ερωτικές” κατά τα άλλα πόλεις με την αποπνικτική υγρασία και το διαπεραστικό κρύο). Έχουν απλά να κάνουν με την τοποθεσία και το ανάγλυφο. […]

The wasted life of Brian

«Βγήκε ταινία για τον Γρηγορόπουλο», είπε η συμβία. Πήγα να τη δω. Πήρα και τον έρμο τον Βυτίο, τον καλό νέο, μαζί μου.

Η ταινία Wasted Life έχει τόση σχέση με τη χαμένη ζωή του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου όση σχεση έχει το Life of Brian με τη ζωή του Χριστού. Πολύ μεγάλη, δηλαδή, αν είσαι από την Τούβα, τη Δυτική Νέα Γουινέα, ή την Εσωτερική Μογγολία. Αν αφήσει κανείς στην άκρη την εξαιρετική ερμηνεία και τον πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα του βασανισμένου και δυστυχισμένου μπάτσου (που τελικά δεν ξέρουμε τι μας κόφτει η ζωή του, αφού το χαζοτσογλανάκι που βρίσκεται in loco ΑΓ το σκοτώνει ένας άλλος, αυτός που βλέπει τσόντες στο iPhone εν ώρα υπηρεσίας ντε, χωρίς ακριβώς να καταλάβουμε γιατί).

Αυτά. Μην τη δείτε. Αν είστε γνωστός ή συγγενής του Γρηγορόπουλου, αποφύγετε την ταινία σαν τον διάολο: είναι επιεικώς υβριστικό που αυτό το χάλι λανσαρίστηκε σεμνότυφα ως μια ταινία όχι εμπνευσμένη από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αν σας αρέσει το σινεμά, αποφύγετε την ταινία σαν τον διάολο: παλιό κακό ελληνικό σινεμά με ολίγο εικαστικό πασάλειμμα από Σπιρτόκουτο (και γκεστ σταρ τον ίδιο τον Γιάννη τον Οικονομίδη!).

Είμαι επιεικής με τον ολντμπόι γιατί έχει και παιδί.

εκ Δυτικής Λιβύης

Αυτή τη φορά οι επιδρομές έχουν νομιμοποίηση, όχι όπως στην περίπτωση της Σερβίας, όταν το ΝΑΤΟ υποκατέστησε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιταλία δίστασαν να επέμβουν γιατί κόπιασαν τόσο να πιάσουν φιλίες με τον σκηνίτη αρχικαθήκη δολοφόνο.

Διάβασα λοιπόν αυτό το σχόλιο του Δύτη.

α) Όλο και περισσότερο σχηματίζω την εντύπωση ότι στη Λιβύη δεν έχουμε χαρακτηριστικά τόσο εξέγερσης τυνησιακού ή αιγυπτιακού στυλ, όσο φυλετικού εμφυλίου.
β) Δεν νομίζω ότι οι νίκες του Καντάφι μέχρι τώρα βασίστηκαν στην αεροπορία του. Ως εκ τούτου, ζώνη απαγόρευσης πτήσεων είναι ίσως μια τρύπα στο νερό όσον αφορά τον αγώνα για την τελική επικράτηση στη Βεγγάζη.
γ) Ο πόλεμος στη Σερβία (και, επίσης, στο Ιράκ) έδειξε ότι ο μόνος τρόπος να νικήσεις έναν πόλεμο από αέρος είναι να ισοπεδώσεις τις υποδομές της χώρας. Ως εκ τούτου, η δυτική επέμβαση ή θα πρέπει να βομβαρδίσει δικαίους και αδίκους ή να συμπληρωθεί με χερσαίες επιχειρήσεις.

Ιδίως το α) με ξένισε. Όλες οι επαναστάσεις (Γαλλική, Οκτωβριανή κτλ) και όλοι οι εμφύλιοι (αγγλικός, ελληνικός επί επαναστάσεως, ο πόλεμος που οδήγησε στη διάλυση της Μεγάλης Κολομβίας, ισπανικός, ελληνικός ’46-’49, λιβανέζικος, όλοι οι αφρικανικοί κτλ) έχουν εντονότατα τοπικά και «φυλετικά» χαρακτηριστικά. Αυτό είναι συνέπεια και του ότι τα εθνικά κράτη είναι ιστορικά ατυχήματα και (γεω)πολιτικά κατασκευάσματα που στιβάζουν μαζί τόσες διαφορετικές ομάδες (εθνοτικές, θρησκευτικές κτλ κτλ κτλ). Άλλωστε, απ’ όσα λίγα μάθαμε, και στην Τριπολίτιδα υπήρχαν εξεγερμένοι.

Το να επικαλούμαστε «τις φυλές» και να μιλάμε για «φυλετικό εμφύλιο» (τι παράδοξος όρος!) στην περίπτωση της Λιβύης ενδεχομένως μαρτυρεί ότι βλέπουμε τους Λίβυους ως γραφικά ημιάγρια γιάχαλλα-μπάχαλα, που δεν μπορεί να έχουνε πολιτικές επιδιώξεις, έστω και αν είναι απλούστατες: να διώξουν τον στυγερό δικτάτορα. Οριενταλισμός όζει, θαμμένος βεβαίως βαθιά στο ασυνείδητο στην περίπτωση του Δύτη (θα ήτανε γελοίο να προσάψει κανείς έστω και υποσυνείδητο οριενταλισμό στον Δύτη).

Τέλος, ο Καντάφι αποκαλείται κάπου «ημιπαράφρων». Δεν ξέρω τι χρειάζεται για να αποκαλέσουμε κάποιον 100% παράφρονα αν ο Μουαμάρ είναι στο ντεμί.

Γενικά, με ενοχλεί βαθιά η υπόγεια συμπάθεια σε αυτόν το υπερτσαουσέσκου, μεγαλουκασένκο, κιμτζονγκιλικό φρανκόσκυλο. Ιδίως η σύγκριση με τον σκατόψυχο είναι ενδιαφέρουσα: δε δίστασε να στρέψει ξένους μισθοφόρους εναντίον αμάχων που έβγαιναν από προσευχή. Όπως και ο Caudillo, σφάζει μέχρι την υστάτη. Υποψιάζομαι ότι η πηγή της ένοχης, και πια ενοχοποιημένης, συμπάθειας στον Ηγέτη της Πράσινης Επανάστασης είναι η εξής: στην Ελλάδα οι πολιτικές ιδεολογίες έχουνε μικρή σημασία, τουλάχιστον μικρότερη από την έννοια της αντιαμερικανικής συμπαράταξης. Έτσι, στην Ελλάδα υποστηρίξαμε, καλωσορίσαμε και ασπαστήκαμε διάφορους δικτάτορες και τυράννους , προσχηματικά σοσιαλιστές αλλά και καθόλου σοσιαλιστές, με γνώμονα όχι μόνον το συμφέρον της χώρας μας (όπως όλοι, στο κάτω κάτω,) αλλά κυρίως με γνώμονα το αν ενοχλούνε τους αμερικάνους — για οποιονδήποτε λόγο κι αν ενοχλούσαν τους αμερικάνους, εξισώνοντάς τους με λαϊκούς ηγέτες. Έτσι, δίπλα στο λαϊκό κίνημα τον Σαντινίστας, λατρεύουμε τον ύστερο Κάστρο, δίπλα στον λαοπρόβλητο και γενναίο Μοράλες των φτωχών γηγενών, βάζουμε μετάνοια στον διαστροφέα της (έτσι κι αλλιώς άρρωστης στη Βενεζουέλα) δημοκρατίας Τσάβες. Πιο κοντά δεν πλησιάζω — γνωστά πράγματα.