Η ωλένη, οστούν του κρανίου

Η λεγόμενη ‘ζούγκλα’ των μπλογκ, μάλλον φέρνει περισότερο προς τη λεγόμενη ‘ζούγκλα των πόλεων’ παρά προς κάποια άναρχη κατάφυτη λόχμη όπου σε κεντούν αράχνες στο μέγεθος πιατέλας και μετά σε τρώνε οι λεοπαρδάλεις. Δηλαδή, στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δε συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του. Γι’ αυτό στις μεγάλες πόλεις, άμα διαλέξεις τις παρέες σου, περνάς καλά. Φυσικά, ο καθένας έχει τις ασχολίες του, καμμιά φορά χάνονται λίγο οι φίλοι και οι γνωστοί μεταξύ τους, αλλά έτσι δεν είναι οι άνθρωποι; Φυσικά, όλο και κάποιος διαταραγμένος μπορεί να σου χτυπήσει το κουδούνι, όλο και κάποιος θα σε βρίσει τζάμπα, όλο και κάποιος άσχετος θα σου γδάρει το αμάξι. Αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μη ζεις στην πόλη.

Παρομοιάζω λοιπόν την μπλογκοκοινωνία με μια πόλη, όπου ο καθένας φτιάχνει τις παρέες του. Δίνω έμφαση στο ότι άμα διαλέξεις σωστά τις παρέες σου, γενικά περνάς καλά. Γιατί τα λέω αυτά.

Όταν πρωτοξεκίνησα εδώ είχα μια φοβία ότι θα μου την πέσουν από παντού ψυχασθενείς και φασίστες. Ότι, λόγου χάρη, θα γεμίσει το ιμέιλ μου βρισίδια κι απειλές σαν κι αυτές που λάβαινα κάπου 8-9 χρόνια πριν, επειδή είχα ισχυριστεί δημοσία πως υπάρχουν παλιά αλβανικά και μακεδονικά τοπωνύμια στην Ελλάδα. Ο Τάλως με είχε καθησυχάσει. Δεν είναι έτσι στα μπλογκ, μου είχε πει. Είχε δίκιο.

Πρόσφατα έγραψα ένα ποστάκι εν είδει συγκρίσεως. Για τα ελληνικά δεδομένα, ήταν ελαφρώς εμπρηστικό (αν και σε μια κοινωνία όπου η κριτική σκέψη έχει εμπεδωθεί θα ήτανε μόνο στοιχειωδώς ενδιαφέρον και, τελικά, μάλλον μπανάλ). Η συζήτηση που επακολούθησε ήτανε πάρα πολύ ενδιαφέρουσα, έντονη αλλά κόσμια — στο τέλος εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι πως έμαθα και πέντε πράματα παραπάνω. Επιστρέφοντας στη μεταφορά της πόλης, ούτε μου άνοιξαν το διαμέρισμα, ούτε το αυτοκίνητο μου έκαψαν, ούτε μου σέρβιραν κηροζίνη για τζιν.

Για μένα η διαφορά διαφάνηκε πολύ έντονα λόγω συγκυριών: στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας έκανα το λάθος να γράψω ένα γράμμα σε (κανονική, έντυπη δηλαδή) εφημερίδα επισημαίνοντας κάποια σφάλματα σε ένα άρθρο της. Θα σας το πω πάλι με παραβολή:

Ας πούμε πως είμαι ορθοπαιδικός / ορθοπεδικός (πώς σιχτίρι πρέπει να γράφεται) και διαβάζω ένα άρθρο σε εφημερίδα για την ωλένη που μαζί με άλλα οστά απαρτίζει το κρανίο, για τους τέσσερις ιπποκρατικούς χυμούς και πώς ρυθμίζουνε τη συμπεριφορά και για το ότι το έλκος οφείλεται αποκλειστικά στο άγχος κι όχι σε παθογόνους μικροργανισμούς. Γράφω λοιπόν στην εφημερίδα αναιρώντας τα παραπάνω. Ο αρχισυντάκτης, ευγενέστατος, προωθεί το γράμμα μου στον υπαίτιο, αν και με ενημερώνει ότι δεν μπορεί να δημοσιεύσει την επιστολή αφού δε δημοσιεύουν επιστολές αναγνωστών.

Ο υπαίτιος στην απάντησή του με ειρωνεύεται, προβάλλει τις σπουδές του στη ΣΒΙΕ, αρνείται να αποδεχτεί τα χονδροειδή σφάλματά του και εν γένει με μπινελικώνει, κατακεραυνώνοντας την επιστημοσύνη μου και το αυστηρό ύφος μου. Ολοκληρώνει διαμηνύοντάς μου πως γιατρούς σαν κι εμένα, που δεν μπορούν να καταλάβουν το συναίσθημα και τον υποκειμενισμό (γιατί φυσικά υπάρχει υποκειμενισμός στην Ιατρική, όλα είναι ρευστά και ανατρέψιμα, πολτός, καπνός, Θρασύβουλας — που λέει κι ο Ρακάσας), δεν τους αναγνωρίζει και δεν τους παραδέχεται. Και τα λοιπά.

Οπότε, μπλογκ και πάλι μπλογκ. Καλύτερα η ψευδώνυμη λογοδιάρροια και περιστασιακή θρασυδειλία παρά η επώνυμη αγυρτεία.

Δύο μέτρα δυο σταθμά

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουνα πάλι το Κοσσυφοπέδιο.

Αναρωτιόμουν τι να απέγινε η Florina Krasniqi, που γνώρισα το ’95: ήταν αρκετά μορφωμένη και μετριοπαθής για να αποτελέσει στόχο οποιασδήποτε πλευράς.

Αναρωτιόμουν πού να το πήγαινε το ντοκυμαντέρ που είδα στην ΕΡΤ για την εισαγωγή κυνηγετικών όπλων στο Κοσσυφοπέδιο μέσω Αλβανίας για να πουληθούν στον UCK. Μήπως στο ότι οι έμποροι όπλων που συνεργάζονται με το UCK είναι άτιμοι; Υπάρχουν τίμιοι έμποροι όπλων;

Τελικά απλώς κατάφερα να ξαναθυμηθώ την ξεκάθαρη και μνημειώδη υποκρισία της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και της ελληνικής κοινής γνώμης όσον αφορά την εν λόγω σερβική επαρχία.

Η υποκρισία της πολιτικής ηγεσίας δεν είναι τελικά αξιοσημείωτη. Όπως μου είχε πει και ο μέγας Διδάσκαλος (όχι ρε σεις, δεν είμαι μασώνος) στο υπόγειό του με τους δράκους (ούτε σατανιστής) στο Λονδίνο (ούτε μέλος των Μπητλς): Governments are not moral agents. Οπότε…

Όσον αφορά την ελληνική κοινή γνώμη όμως; Με τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της; Που πονάει τον πονεμένο και μισεί τον πονηρό; Που αγαπάει τους Παλαιστίνιους χωρίς ίχνος αντισημιτισμού;

Ήδη εδώ και καιρό ανησυχούσα για την πόλωση του κόσμου και την περιχαράκωσή του σε άσπρα και μαύρα στρατόπεδα. Όμως γράφει πολύ ωραιότερα για το θέμα ο Γεωργελές στην τελευταία AV (ούτε ο Γεωργελές είμαι). Οπότε εδώ απλώς να δώσω ένα δείγμα του μέτρου της υποκρισίας (μεγάλου μέρους) της ελληνικής κοινής γνώμης:

Κόσοβο, Κύπρος και ο τίμιος ελληνικός λαός.

Οι Ελληνοκύπριοι αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες και μιλάν ελληνικά. Άρα είναι Έλληνες.
Οι Κοσοβάροι, αν και αυτοπροσδιορίζονται ως Αλβανοί και μιλάν αλβανικά, είναι αλβανόφωνοι.

Το 80% του πληθυσμού της Κύπρου είναι Ελληνοκύπριοι. Άρα δεν μπορούν να τους λένε το 20% τι να κάνουν.
Το 95% του πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου είναι Αλβαν(όφων)οί. Αλλά μπορεί το 5% να τους λέει τι να κάνουν.

Οι Ελληνοκύπριοι είχαν ασυζητητί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (δηλαδή της ένωσης με την Ελλάδα). Η αυτοδιάθεση ακόμα αποτελεί το παραπονάκι των ελληνοκυπριακών εθνικοφρόνων σωματείων και των περί αυτά πνευματικών ανθρώπων της Μεγαλονήσου (συνήθως ανώτατων δημοσίων υπαλλήλων).
Οι Κοσοβάροι επ’ ουδενί δεν έχουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (δηλαδή της ενδεχόμενης ένωσης με την Αλβανία).

Ο ένοπλος αγώνας των Ελληνοκυπρίων κατά των Βρετανών αποικιοκρατών (και κατά των άμαχων κομμουνιστών και — μετά το ’57 — κατά των Τουρκοκυπρίων) ήταν τίμιος, ιερός, δικαιολογημένος, επιβεβλημένος και άντε τολμήστε μέχρι και σήμερα να τον επικρίνετε (βλέπε υπόθεση Π. Ηφαίστου).
Ο ένοπλος αγώνας των Κοσοβάρων κατά των Σέρβων εθνικιστών (και των άμαχων Σέρβων του Κοσσυφοπεδίου) ήταν βρώμικος, ξενοκίνητος, δόλιος — καθαρή τρομοκρατία και ούτε καν αντάρτικο.

Η βούληση των Ελληνοκυπρίων είναι ιερή και απαράβατη, όπως εκφράστηκε με το δημοψήφισμα του 2004 (και με τα δάκρυα της Κονσουέλας).
Η βούληση των Κοσοβάρων είναι αδιάφορη και μάλλον δεν θα δούνε δημοψήφισμα όσο και αν δακρύσει η Κονσουέλα τους.

Δεν υπήρξε τζαμί στην Πάφο ούτε ανατινάχτηκε ποτέ. Το περίπου 33% των Τουρκοκυπρίων της περιοχής απλώς έβοσκαν πρόβατα.
Τα μνημεία της Ορθοδοξίας μας στο Κοσσυφοπέδιο φρουρούνται. Το ότι αποτελούν στόχους επιθέσεων οφείλεται σε παγκόσμια συνωμοσία, μάλλον αμερικανοκαθολικοσιωνιστική.

Un año de blog

Ζμπουφρρρρ! Μέσα σε καπνούς και θειάφια είδα μπροστά μου να εμφανίζεται ο Ρακάσα με υπόκρουση μουσική του οξαποδώ. Ολοζώντανος. «Τι θες ρε;» του είπα. Μου υπενθύμισε πως εορτάζουμε ένα χρόνο (σχεδόν) χωρίς μαλάκες (σχεδόν) κι εξαφανίστηκε.

Τι έμαθα αυτόν τον χρόνο;

Πρώτον, δεν κυκλοφορούνε τόσοι ανώμαλοι στον Ιστό όσοι νόμιζα στην αρχή. Ιδίως μέσα στην ελληνική μπλογκοκοινότητα κυκλοφορούν πολύ λίγοι (πλην όμως εκλεκτοί, ακούραστοι εργάτες της οιονεί κακοποίησης).

Δεύτερον, λίγοι θέλουνε και να ακούν, οι πιο πολλοί θέλουνε μόνο να μιλάνε.

Τρίτον, πολλές φορές μιλάνε και λένε ό,τι λένε για να γίνεται ψιλό λακριντί. Που καταντά λιγουλάκι αηδία, ενίοτε. Ιδίως όταν γίνεται νταβραντισμένα κι επιθετικά.

Τέταρτον, δυστυχώς το μπλογκάρισμα δεν υποκαθιστά την ψυχοθεραπεία, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς.

Πέμπτον, η γενικότερη έλλειψη πνευματώδους πλάκας και χιούμορ από την οποία χειμάζεται η ελληνική κοινωνία δεν έχει (ακόμα) μολύνει τα μπλογκ με τη θανατερή μπόχα της σοβαροφάνειάς της.

Έκτον, μερικοί γράφουνε πάρα πολύ ωραία και το μπλογκ ως μέσο τους πάει γάντι. Αισθάνομαι τρελή ευφροσύνη να τους διαβάζω, κάθε νέο τους ποστ μ’ ενθουσιάζει. Είναι οι μικρούληδες Σαικσπηρέτοι του μπλογκαρίσματος: η γραφή τους και ορίζεται από το μέσο και το ορίζει. Αν δεν έχετε ήδη καταλάβει ποιους εννοώ, και θέλετε να μάθετε ντε και καλά, ε, ρωτήστε.

Έβδομον, ακόμα κι αυτοί που δε γράφουν πια και τόσο ωραία, μπορούν ωστόσο να σε φέρουν σε επαφή με θαυμαστά και θαυμάσια πράματα και να σε προβληματίσουν. Μπορείς να μάθεις από αυτούς. Λίγο είναι;

Ευχαριστώ που διαβάζετε και σχολιάζετε.

Πλούσιοι για πάντα;

Για εμάς τους πλούσιους, δηλαδή για όσους έχουνε φαΐ στο πιάτο τους, νερό στη βρύση τους, ξέρουνε γράμματα, έχουνε στέγη πάνω από το κεφάλι τους και ρούχα κατά του χιονιά, η φτώχεια είναι είτε αποκρουστική είτε γραφική (αυτό το δεύτερο το είπε κι η Μαφάλντα).

Η φτώχεια είναι αποκρουστική, επειδή η φτώχεια συνεπάγεται βρωμιά (Τσιγγάνοι) ή, σε ελαφρύτερες μορφές, ακαταστασία (διαμερίσματα Ποντίων), μικροαπατεωνιά (οι μαύροι με τα CD) και ακαλαισθησία (Αλβανοί, κυρίως προ πράσινης κάρτας, όθεν εκφράσεις όπως ‘αλβανικό κοτλέ’, ‘αλβανικό μπουφάν’ κ.ο.κ. — για να μαθαίνουν κι οι νεώτεροι). Ας ονομάσω αυτή την κατάσταση βρωμιάς, ακαταστασίας και ακαλαισθησίας, ξέρω γω, «εξαθλίωση«. Εκεί σταματούν οι πλούσιοι άνθρωποι, παραπονιούνται για την εξαθλίωση των τάδε, π.χ. «μα πώς μυρίζει έτσι;», «καλέ, ζούνε στον δρόμο…», «πώπω, πετάνε τα χαρτιά (άρα Αθηναίοι;) / τα άδεια μπουκάλια (άρα Λονδρέζοι;) στον δρόμο!», «είναι φοβερό που μπορεί να πάει ο νους του [Χ] για να πεί ψέμματα και να καταφέρει αυτό που θέλει.» (αυτό το τελευταίο από λεβεντομπλόγκ που δε συνιστώ.)

Όσοι είναι τάπιροι (να μη βρίσω τα προσφιλή γουρούνια που μας χαρίζουν ακουσίως μπέικον, γύρο, μπριζολάκια) τσακώνουν κάτι θεωρίες πως η εξαθλίωση είναι στο ‘ντιενέι τους’, ‘στην κουλτούρα τους’, ‘στο αίμα τους’ — ανάλογα με τη θεωρητική αποσκευή και το επιστημονικό τους υπόβαθρο.

Απλώς να υπενθυμίσω και στους πλούσιους ανθρώπους και στους πλούσιους ταπίρους πως η φτώχεια είναι εύκολη, πολύ εύκολη. Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.

Η φτώχεια είναι εύκολη, η εξαθλίωση εκπορεύεται απευθείας από αυτήν. Δείτε και το Lamerica.

της (Λαϊκής Δημοκρατίας της) Κορέας

Μιλώντας για εθνόσημα, κι άλλα τέτοια βαρετά, σας προτείνω να γουρλώσετε τα μάτια σας και να κοιτάξτε αυτό:


Πωπώ πρωί-πρωί, δηλαδή.

Μια και φάγατε που φάγατε την πίκρα, κοιτάξτε και την επίσημη σελίδα του κράτους, η οποία είναι έτσι λιγάκι πονηρούλα. Λόγου χάρη, μόλις περάσετε τον κέρσορα πάνω από το Enter, να σου η σημαία του κράτους, ενώ κλικάροντάς το μεταφέρεστε (όπως σαν να τρυπώσατε μέσα από τον μαγικό καθρέφτη της Αλίκης) σε έναν θαυμαστό και μαγεμένο κόσμο (τύφλα να έχει ο Νικήτας), αλλά πολύ πιο ‘dark’ (όπως αρέσκονται οι αμερικανοί κριτικοί να προσδιορίζουν οποιαδήποτε ταινία δεν έχει γεύση μίλκσεϊκ και αφή μοχαίρ, λ.χ. το δεύτερο Μπάτμαν με τα παπάκια και τους ασπρόμαυρους πιγκουίνους).

Απολαύστε.

Καλαί συστάσεις

Πνιγόμαστε: εγώ ανέλαβα και εξωτερική εργασία, παράλληλα με το κονσομασιόν, αλλά μόνο για τα λεφτά, ενώ ο Rakasha ασχολείται με γκόμενες, αλλά όχι (μόνο) με τον τρόπο που νομίζετε.

Στεγνώσαμε: μέχρι και στο ίνμποξ μου ησυχία, γενικά δε γράφουνε πολύ οι μπλογκάδες τώρα τελευταία. Είναι κι αυτό το μεθεόρτιο στίψιμο, περάσαμε δεν περάσαμε καλά, έχει και δουλειές ο κόσμος, δε βγαίνει κιόλας.

Όθεν, συνιστώ να διαβάσετε τη συναρπαστική σειρά του Κουκουζέλη (ναι, πάλι αυτός, αφού γουστάρω, τι θέλετε τώρα;) περί αυτογνωσίας, λεπτοφυών διαφορών και (όχι πάντα φαιδρών) παρεξηγήσεων. Μια και είστε εκεί, κοιτάξτε και μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνοψη, που δυστυχώς έμεινε ασχολίαστη, όπως συμβαίνει πολλές φορές με σημαντικές κουβέντες. Ενώ άμα ήταν καμμιά Ιερά Σύνοψη του Χοιροβοσκού (γεια σου μπατζανάκη!), θα σας έλεγα εγώ: 144 comments, και βάλε… ;-Ρ

Οι αϋπνίες του ποδηλάτη

Χτες το βράδυ είχα αϋπνίες. Σπάνια μου συμβαίνει κάτι τέτοιο πια, πού καιρός για αϋπνίες τη σήμερον ημέρα. Για μία περίπου ώρα, εκεί που πήγαινα να βουλιάξω στον ύπνο, τσουπ, αναδυόμουν ξανά.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σ’ άλλες — μακριά από πάνω μας — η ζωή περνάει μπροστά από τα μάτια σου, «σαν κινηματογραφική ταινία», που λένε. Στη δική μου κατάσταση (και λόγω και του σεναριακού υλικού που η ζωή μου προσφέρει στον ασυνείδητο σκηνοθέτη), ήτανε λίγο ασυνάρτητη και σύντομη η ταινία. Μία σκηνή μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Θυμήθηκα που μάθαινα αγγλικά και διαβάζαμε ένα κειμενάκι που έλεγε πως κάποιοι ερευνητές ισχυρίστηκαν πως το να κάνεις ποδήλατο μέσα στην πόλη δεν είναι απαραίτητα υγιεινή συνήθεια, αφού μπουκώνεις με το περιρρέον μονοξείδιο του άνθρακα. Η τελευταία παράγραφος επισήμαινε πως αυτά τα συμπεράσματα αμφισβητήθηκαν από κάτι άλλους ερευνητές που βρήκαν πως και στις Ορκάδες (στο τρέχα-γύρευε πέρα προβατόνησο, δηλαδή) οι ποδηλάτες είχαν παρόμοια ποσοστά απορρόφησης μονοξειδίου του άνθρακα — ή κάτι τέτοιο.

Από την αϋπνία πέρασα στην απογοήτευση. Συνειδητοποίησα πως σε ολόκληρη την παιδική και εφηβική μου ηλικία, σοβαρή και μη-εκθεσάδικη αντιπαράθεση λόγου και αντίλογου, επιχειρήματος και αντεπιχειρήματος δε βρήκα ούτε στο σχολείο, ούτε στα βιβλία του, ούτε στους δασκάλους του. Μάλιστα, ακόμα και οι πιο φωτισμένοι δάσκαλοί μου δογμάτιζαν, απλώς δογμάτιζαν συναρπαστικά, κάπως σαν τον παπαρίσκο στο Dead Poets Society που παίζει ο πώς-τον-λένε — αλλά καλύτερα, χωρίς να είναι παπαρίσκοι, αφού μας εξέθεταν τουλάχιστον σε πρωτόγνωρες και ερεθιστικές απόψεις. Τίποτε από αυτά δε μου έδωσε ούτε το Πανεπιστήμιο (που με έκανε ένα επηρμένο ζονκ που έπαιρνε δεκάρια γράφοντας πονηρές εκθέσεις ιδεών), ούτε η πολυσχιδής εκκλησιοκεντρική εμπειρία μου, ούτε η ΕΤ 2, ούτε ο Τύπος, ούτε οι αναρχικές ημιγκόμενες και γκόμενές μου (αυτές κι αν δογμάτιζαν).

Σε ολόκληρη την παιδική και εφηβική ηλικία μου, αντιπαράθεση λόγου και αντίλογου, τεκμηριωμένου επιχειρήματος και σοβαρού αντεπιχειρήματος βρήκα μόνο σε ένα κωλοβιβλίο για το Προφίσενσυ που μίλαγε για ποδήλατα και μονοξείδια, από αυτά τα βιβλία που γράφουν με το κιλό κάτι τύποι που ξέρω και προσωπικά, δηλαδή οι «πληβείοι του πνεύματος», να ‘ουμ’, για να τα πουσάρει το Βρετανικό Συμβούλιο. Αυτή η ελληνική έλλειψη εν μέρει εξηγεί γιατί «έχουμε ανάγκη από πιο πολλή πρόοδο», όπως το έθεσε πολύ όμορφα ένας θυρωρός πρόσφατα. Όσο για πρωτόγνωρες και ερεθιστικές απόψεις, στα ελληνικά και στην Ελλάδα, ξαναβρήκα πρόσφατα σε κάτι μπλογκ και σε κάποια edito του Γεωργελέ. (Προσθήκη 17.Ι.2006: εννοώ αυτό της 15ης Δεκεμβρίου 2005.)

Συγγνώμη αν πλατείασα: ο σκηνοθέτης-ασυνείδητο(ς) είναι ερασιτέχνης. Δεν είχε και σενάριο να πατήσει. Οπότες…

Υ.Γ. Μην τολμήσετε (ναι, ‘τολμήσετε’) να μου μεταφέρετε εδώ φαγωμάρες και σαχλαμπούχλες περί AV και ούτω καθεξής. Την AV την έχω γενικά γραμμένη, όπως και όλον τον ελληνικό Τύπο, διαβάζω ανθρώπους που γράφουν και λένε κάτι, όχι έντυπα ή μέσα εν είδει κομμάτων, ποδοσφαιρικών ομάδων ή φραξιών. Δε γνωρίζω προσωπικά κανένα δημοσιογράφο, τουλάχιστον από αυτούς τους δεύτερους και τρίτους που απασχολούν τον κόσμο: είχα γνωρίσει την κυρία Ελένη Βλάχου όταν ήμουνα στο δημοτικό και τον κύριο Αντώνη Καρκαγιάννη στο γυμνάσιο — ο πατέρας μου ήξερε εξ όψεως «τον Πάνο», αλλά τώρα έγινε κι αυτός υπουργός. Δεν είμαι δημοσιογράφος. Δε με κάλεσαν να γράψω σε ελληνικό έντυπο και ούτε πρόκειται, απ’ ό,τι φαίνεται. Δεν είμαι γκέι. Δεν είμαι στρέιτ. Δεν είμαι Έλληνας. Άρα δεν είμαι άνθρωπος.

Η ποίηση ως υπερβατική συνάρτηση

Έχω γράψει και παλιότερα για το πώς η ποίηση (με την ευρύτερη έννοια) καταφέρνει να υπερβαίνει τις ιδεολογικές καταβολές και αφορμές της, μεταμορφώνοντάς τες. Κάπως έτσι είναι και ο έρωτας, αφού υπερβαίνει τις προϋποθέσεις και καταβολές του, δηλαδή τον πόθο και το φιστίκωμα, μεταμορφώνοντάς τα.

Έτσι είναι και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, «ένα ελληνικό ποίημα». Ξεκινάει με τον ελληνοκεντρισμό και το αντικατοχικό παράπονό του και μας πάει, νομίζω, πολύ μακριά. Είμαι πολύ χαρούμενος που το λινκ που σας δίνω βγάζει σε ολόκληρο το ποίημα, μήνες τώρα το ψάχνω ονλάιν για να σας το προσφέρω.

Το παράδειγμα που θέλω να σας δώσω είναι το εξής.

Πρώτον, πάρτε το κάτωθι εθνόσημο (της Λιβερίας):

Δεύτερον, δώστε το στον Εγγονόπουλο.

Τρίτον, παρατηρήστε τι προκύπτει: από τους πιο δυνατούς στίχους που έχουνε γραφτεί στα ελληνικά:

αντιστροφή
(the love of liberty brought us here)

τ’ άροτρα στων φοινικιών τις ρίζες κι’ ο ήλιος
που λαμπρός ανατέλλει
σε τρόπαι’ ανάμεσα
και πουλιά
και κοντάρια
θ’ αναγγείλη ως εκεί που κυλάει το δάκρυ
και το παίρνει ο αέρας στης
θαλάσσης
τα βάθη
τον φριχτότατον όρκο
το φρικτότερο σκότος
το φριχτό παραμύθι :

L i b e r t a d

Ένα ποίημα, καλησπέρα

Αναδημοσιεύω, κατόπιν αδείας, το ποιητικό σχόλιο του thas στο προηγούμενο ποστάκι:

Τα καημένα τα ποστάκια

Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Τα ποστάκια είναι στα δένδρα,
τα ποστάκια είναι στα δάση,
τα ποστάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι
κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν
στις αυλές με το φαράσι…

Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε,
φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται
τα καημένα τα ποστάκια…

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα ποστάκια!

Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια,
μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα ποστάκια τα καημένα,
τα ποστάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα…

Ναπολέων Λαπαθιώτης