Δεν έχει (;) σίδερα η καρδιά σου να με κλείσει

Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με το Κυπριακό από 15 χρονών, ενώ εδώ και κάμποσα χρόνια κατέληξα και να πηγαινοέρχομαι στην Κύπρο. Οι εμπειρίες μου από τη Μεγαλόνησο (συνήθως χαρακτηριζόμενη και ως «μαρτυρική» από τους εξ Ελλάδος) θα συμπυκνωθούν κάποτε σε έναν πολυτελή τόμο, τον οποίο όλο και κάποιος θα μου φέρει στο κεφάλι (να ένας κίνδυνος που δε διατρέχουμε μπλογκάροντας).

Όσοι έχουν περάσει από την ελληνική κοινωνία (μέγα σχολείο, η ελληνική κοινωνία, κάτι σαν το ορφανοτροφείο του Όλιβερ Τουίστ), γνωρίζουν τη στάση και τα στερεότυπά της απέναντι στους (Ελληνο)Κύπριους. Όσοι Καλαμαράδες έχουνε ζήσει στην Κύπρο, έχουνε ζήσει την αντιφατική στάση των (Ελληνο)Κυπρίων απέναντι στον Ελλαδίτη / Καλαμαρά / εξ Ελλάδος / Αδελφό / Πουστοκαλαμαρά. Δε θα σταθώ σε αυτά. Να επισημάνω μόνο πως η Κύπρος μαζεύει (δυσανάλογα;) μεγάλο ποσοστό αλιτήριων Ελλαδιτών, καιροσκόπων και υπερφίαλων νεοαποικιοκρατών που βρίζουν, χλευάζουν κι ασχημονούν και λένε μεγάλα λόγια, αφού αισθάνονται άρχοντες και βεζύρηδες στο νησί σε σχέση με την Κυψέλη, την Τριανδρία, την Κοζάνη και το Ληξούρι, απ’ όπου κουβαλήθηκαν φοροφυγαδες, φυγόστρατοι, φυγόδικοι — ή τι στην ευχή. Φυσικά υπάρχουν και καλοί Ελλαδίτες στην Κύπρο (πρέπει να κάνω τέτοιες ρητές επισημάνσεις, μη μου βγει και τ’ όνομα πως μισώ τους ομοίους μου…).

Ξέρετε πως οι Έλληνες στην Αίγυπτο (όπως καταγράφει και μαρτυρεί και ο Τσίρκας στην Αριάγνη), στο Κογκό, στη Νότια Αφρική αλλά και στην πατρογονική μου Πόλη έσπευδαν να συντάσσονται με τους αποικιοκράτες. Είμαστε απαρηγόρητοι που δε μας δόθηκαν αποικίες. Κι έτσι συμπεριφερόμαστε προς την Κύπρο, ως μία αποικία, όπου έχουμε στρατό και αεροπορία και μια κυβέρνηση που μας κοιτά στα μάτια σαν κακοποιημένος πιτσιρικάς μουρμουρίζοντας τον δικό μας εθνικό ύμνο, την ιταλιάνικη μάρτσια ενός κόντε. Κι έτσι, πότε τους αναγορεύουμε ακρίτες υπερέλληνες, πότε μιξο-ανατολίτες μπάσταρδους τουρκόσπορους. Πότε τους βαφτίζουμε βρετανόμουτρα διαβρωμένα με τους αγγλισμούς τους, πότε ανατολίτικες σκυλόφατσες με τα τουρκόφωνα (τάχα μου) ch και dzh και mba και ndou, πότε καθαρούς και ιδανικούς Αχαιούς με τις αρχαίες λέξεις και τα διπλά τους σύμφωνα. Πότε συνθέτουμε παιάνες και θρήνους για τη φτώχεια, την καρτερία, την απλότητα και την καθαρή καρδιά και ματιά τους ριγώντας μπροστά στη φρικτή προσφυγιά, πότε τους φτύνουμε σαρκάζοντας για τα λεφτά, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα και τα διαμερίσματα. Άλλοτε σιχτιρίζουμε την Ευρώπη που παραγνωρίζει τα δίκια τους, άλλοτε τους κακίζουμε που ήρθαν στην Ελλάδα και μας πήραν τις δουλειές, τις μπίζνες και τα πάλκα.

Βεβαίως οι Έλληνες καλή κουβέντα δεν έχουν για κανένα. Βεβαίως ο ακυρωμένος αποικιακός μας οίστρος δεν αφορά και κανέναν πέραν από εμάς. Βεβαίως διανύουμε μια εποχή κατά την οποία έχουμε άλλα κι άλλα που μας καίνε και επιεικώς χεστήκαμε για την Κύπρο. Όμως, αυτά (και άλλα) που ανθολόγησα παραπάνω, έχουν εσωτερικευθεί από πολύ μεγάλο μέρος των Κυπρίων. Κοινώς, οι Ελλάδα και οι Ελλαδίτες οικειοποιούνται τη φωνή των (Ελληνο)Κυπρίων. Θέλουμε να μιλάμε εκ μέρους τους και αυτοί να ασπάζονται το τι λέμε γι’ αυτούς και να το παπαγαλίζουν ευλαβικά.

Μιλάμε εξ ονόματός τους, κοινώς, κι αυτοί ακούνε τι έχουμε να τους πούμε για τη ζωή τους. Μετά το αναπαράγουν άψογα.

Εδώ και δεκαετίες, οι Ελλαδίτες προσπαθούνε να επιβάλλουν στους (Ελληνο)Κύπριους πώς να σκέφτονται, πώς να αισθάνονται, ποιοι να είναι. Ξεκινώντας από την πολιτική ηγεσία, τους διπλωμάτες, τον Σεφέρη, τη διανόηση και κατεβαίνοντας προς τους απλούς Καλαμαράδες (στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα). Έτσι, όλα τα παραπάνω μεταφράζονται σε, κατά καιρούς αντιφατικές μεταξύ τους, οδηγίες προς τους (Ελληνο)Κύπριους, τις οποίες καλούνται να ενστερνιστούν: «να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Έλληνες», «να αισθάνεστε πολύ / λίγο / καθόλου Κύπριοι», «είστε ανατολίτες», «είστε Ευρωπαίοι», «να ζήσετε αγκαλίτσα με / να ζήσετε παράλληλα με / να εξοντώσετε τους (Τουρκο)Κύπριους». Και πάει λέγοντας.

Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας, του εξ ορισμού εθνικού κέντρου των (Ελληνο)Κυπρίων, επελαύνει ανεξέλεγκτος, αναντίλεκτος, αγέρωχος. Ορίζει ποια ντόπια ψελλίσματα είναι προς βρώσιν και ποια ακάθαρτα. Τυποποιεί αναλόγως ιδέες, στάσεις και κινήσεις στο νησί. Απαιτεί την ανεπιφύλακτη υιοθέτησή του από τους ντόπιους. Έρχεται στη νήσο να της τραγουδήσει πώς πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Ο δεσποτικός λόγος της Ελλάδας καθορίζει ακόμα και το πώς πολλά άτομα βλέπουν τον εαυτό τους ως Κυπραίους εδώ στο νησί (το θυμάστε αυτό; υπάρχουν πολλά).

Κι όλα αυτά αναδύονται και μορφοποιούνται μέσα από την απέραντη ασχετοσύνη, άγνοια και άξεστη ιδεοληψία της Ελλάδας περί την Κύπρο, έναν κυκεώνα (τουρλού, καλύτερα) υλικών όπως ψέματα, προπαγάνδα, αποσιωπήσεις. Τουλάχιστον σε αυτό, η συνεργασία μεταξύ (κάποιων) Ελλαδιτών και (κάποιων) (Ελληνο)Κυπρίων ήταν αγαστή και, σχεδόν, ισότιμη.

[επιδόρπιο]

«[…]
Τελειώσαµε το φαγητό χωρίς να πούµε κουβέντα, σαν αστοί που παριστάνουν τους ευγενείς – που µε τη σειρά τους παριστάνανε τους καλόγερους. Μού ξαναγέµισε το ποτήρι σιωπηλά ώσπου αδειάσαµε το µπουκάλι. Εγώ δεν έλεγα τίποτα γιατί το κεφάλι µου κολυµπούσε µέσα στους αφρούς και τα τελευταία κυµατάκια της µουσικής που αποτραβιόταν σιγά σιγά

[…]

«Πάω να φέρω το επιδόρπιο.»
Χαµογέλασα χαριτωµένα, ελπίζοντας πως δεν θα φάµε τίποτε µπακλαβάδες ή µαχλέπια µε σιρόπι από νεράτζι και τήλιο. Ευτυχώς ήρθε παγωτό, κι όχι καϊµάκι µε βύσσινο.
«Μη µού πεις πως κι αυτό το έφτιαξες µόνος σου;»
«Όχι, είναι παγωτό maple από το Sainsbury εδώ κοντά.»
«Πολύ ωραίο, µπα, δεν έχω ξαναφάει τέτοιο πράγµα.» Έχει κι ωραίο άρωµα. Τι θα πει ‘mapple’; Ο τελευταίος απόηχος της µουσικής έσβηνε στα αυτιά µου.
[…]»

[Μπερδεψομαγειρέματα]

στον Αθήναιο, που μας ανοίγει την όρεξη


“[…]
Κάθησα στο τραπέζι. Είχε ένα εξαιρετικό λινό λευκό τραπεζομάντηλο και το σερβίτσιο το είχε στρώσει, απ’ όσο καταλάβαινα, εννοείται, σύμφωνα με όλα τα έδικτα και τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ. Τα ποτήρια είχαν μια διαυγέστατη υποκύανη χροιά. Πώς είναι δυνατόν ένας φοιτητής να έχει κρυστάλλινα ποτήρια κρασιού; Μήπως κι αυτά τα βρήκε εδώ, μαζί με το πιάνο; Μήπως έτσι ζούνε όλοι οι διδακτορικοί φοιτητές κι απλώς εγώ δεν το ξέρω; Ο Μάρτιν έφερε από την κουζίνα μια σαλάτα και ξαναπήγε μέσα – «θέλεις βοηθεια;» «όχι, με τίποτα, κάτσε εκεί που είσαι, δεν θ’ αργήσω.» Πώς γίνεται να τρώω στο σπίτι κάποιου που γνώρισα ούτε σαραντα οκτώ ώρες πριν; Μήπως είμαι μια παρδαλή ξετσίπωτη και δεν το ξέρω; Α, ναι: ήρθα για τον Μπετόβεν.
Από ’κεί που καθόμουνα δεν έβλεπα τον φούρνο, κι έτσι αυτό το πράγμα που μύριζε υπέροχα παρέμενε μυστήριο. Ξανάρθε μέσα με μια μπουκάλα κρασί. Ξαναπήγε στην κουζίνα. Από κάπου, ίσως το διπλανό σπίτι, ακουγόταν μια τηλεόραση, μια φωνή μπουκωμένη μέσα από τη μεσοτοιχία έλεγε «the man from the guesthouse in Dorset» και κάτι γέλια κοινού. Τι κάνω εδώ μέσα περιμένοντας τον ξένο να με ταΐσει σαλάμια, πουρέδες και ζάουερ-κράουτ. Αισθάνθηκα το στομάχι μου να αντιδράει και από εκνευρισμό και στην πείνα. Ο Μάρτιν εμφανίστηκε με κάτι που έμοιαζε με δύο πιάτα γεμάτα κάτι που έμοιαζε με τυροπιτάκια.
«Ορεκτικά. Θα μού πεις αν τα πέτυχα.»
«Τι είναι;”
«Burekia – typical Northern Greek recipe.»
Τον κοίταζα με όλη την κατάπληξη του κόσμου. Γιατί από την Βόρεια Ελλάδα; Πώς μπορεί να ξέρει πως είμαι από κει; Πώς ξέρει να φτιάχνει μπουρεκάκια; Μήπως έχει καμμιά Ελληνίδα γιαγιά γκασταρμπάιτερ; Γιατί μού έφτιαξε ελληνικό φαγητό; – κάτσε να το φάμε πρώτα, να δούμε αν είναι ελληνικό και, κυρίως, αν είναι φαγητό.
«Πού τη βρήκες την συνταγή;»
«Σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Greek Cooking. Το είχα αγοράσει όταν είχα πάει διακοπές στην Κρήτη με την οικογένειά μου.» Τοποθέτησε τα πιάτα στο τραπέζι και κάθησε.
Φαντάστηκα κάτι μουστακαλήδες βρακοφόρους με τσουγκράνες και κοσές να υποδέχονται αλεξιπτωτιστές αλλά δεν τού είπα τίποτε.
«Καλά, και πώς ήξερες πως είμαι από την Βόρεια Ελλάδα;»
«Μού το είπε ο Ρολάνδος.»
«Και πού άκουσε ο Ρολάνδος τη φωνή μου;»
«Στο προχθεσινό πάρτυ, καπνίζατε φούντα μαζί στον πάνω όροφο.»
«Α.»
Κοκκίνισα μέχρι το λαρύγγι και δάγκωσα ένα μπουρέκι. Το φύλλο ήτανε τραγανό απ’ έξω αλλά σωστά ψημένο κι όχι στεγνωμένο από μέσα, η γέμιση ήτανε το κάτι άλλο… ναι, φέτα, φέτα είναι, ρε – ούτε μυτζήθρες, ούτε ανθότυρα και κασέρια. Πού να το περίμενα πως θα ξαναφάω φέτα στο Λονδίνο στο σπίτι ενός Γερμανού. Και ωραία φέτα.
«Πώς σού φαίνεται;»
«Just like home. Or even better.»
Τότε άρχισε κι αυτός να τρώει ένα μπουρέκι, το πήρε με το χέρι, καθώς πρέπει. Ενώ το μάσαγε κομψά αλλά όχι χωρίς να το φχαριστιέται πετάχτηκε ξαφνικά επάνω και κατευθύνθηκε προς ένα μικρό στερεοφωνικό στη γωνία της τραπεζαρίας, που δεν το είχα προσέξει. Είχε ξεχάσει τον Μπετόβεν. Απλώς πάτησε το πλέι και επέστρεψε στη θέση του και το πιάτο του. Μια αργή μελωδία τσούλαγε τώρα μέσα από τα ηχεία. Δεν είπε τίποτα, δεν είπα τίποτα και συνεχίσαμε το ορεκτικό μας. Εγώ πάντως προσπαθούσα να τρώω αργά, μην γίνω ρεζίλι, λες και δεν είχα φάει από προχτές. Επίσης πρόσεχα πολύ μην πέσει κανα ψίχουλο στο λαδί το φόρεμα και είμαι γελοία ολόκληρο το υπόλοιπο της βραδιάς. Ακροβατούσα τέλος ανάμεσα στο καίριο βάψιμό μου, τα δόντια μου και τα θρύμματα του φύλλου κρούστας. Πιεζόμουνα λίγο, γενικά.

[…]

«Πάω να φέρω το κύριο πιάτο.»
Έφυγε για την κουζίνα κι εγώ τσίμπησα λίγη από τη σαλάτα κατευθείαν μέσα από το μπωλ, να τσιμπήσει κι αυτός μετά κι έτσι να με φιλήσει έμμεσα. Ντράπηκα με την ηλίθια αυτή ιδέα, ένιωσα κανονικότατα μαλακισμένη. Ήθελα να ξαναδώ αυτή τη θεσπέσια αχλύ. Απέναντι μου η πόρτα του διαδρόμου, απ’ όπου μπήκα, και στα αριστερά το πιάνο. Την αδιάφορη μουσική που ακούγαμε πριν την διαδέχτηκε μια παρόμοια κι εξίσου γλυκερή μελωδία. Οκέι. Τι περιμένω εδώ, εκτός από το φαγητό; Μέλλον ή παρόν; Ταύτιση ή τη γέφυρα που θα συνδέσει τα όσα γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν διαφορετικά; Θυμήθηκα τον χάρτη του Bloom. Το Αμβούργο πρέπει να βρισκόταν κανονικά στη θέση του, στη Γερμανία, στη ρίζα της χερσονήσου της Δανίας αλλά θυμάμαι πως, όταν έψαξα την Κομοτηνή, δεν υπήρχε πουθενά σ’εκείνον τον χάρτη· μόνο μια παραθαλάσσια τοποθεσία με τ’ όνομα Asbenosa δεξιά από τους Φιλίππους, στη χώρα Romania, τον τόπο των Ρωμιών στην άλλη άκρη της Ευρώπης, πίσω από πολλά βουνά, πίσω από τους Τούρκους και τον Δούναβη… Από πού ξεκινήσαμε για να συναντηθούμε τυχαία σε μια βιβλιοθήκη σε μια τρίτη άκρη της Ευρώπης; Άραγε έχουνε συναντηθεί ποτέ οι γραμμές των οποίων είμαστε οι απολήξεις; Θα συναντηθούν τώρα; Για πόσο;

[…]

Ο Μάρτιν μπήκε κρατώντας ένα ταψί που αποδείχτηκε η πηγή της ευωδιάς που είχε διαχυθεί σε ολόκληρο το σπίτι. Το άφησε πάνω σ’ ένα ψάθινο σουπλά κι αφού σέρβιρε και στα δυο πιάτα έκατσε στην θεση του.
«Συγγνώμη που άργησα, ήθελα να είναι στην εντέλεια.»
Αντίκρυσα ένα κρέας με σάλτσα και κάτι πατάτες στο πιάτο μου. Η σάλτσα είχε ελιές και μύριζε αυτό το γνώριμο μυρωδικό, «τι μυρωδικό είναι αυτό;»
«Αρνί με σάλτσα από ελιά και δεντρολίβανο. Με πατάτες, βεβαίως.»
Πήρα σαλάτα με την κουτάλα κι έβαλα στο πιάτο μου. Δοκίμασα μια πατάτα. Τραγανή απ’ έξω και ψωμωμένη από μέσα. Πολύ ωραία. Έφαγα λίγη σαλάτα. Ψωμί, πολύ περίεργο. Ο Μάρτιν με κοιτούσε μάλλον, μάλλον περιμένοντας να δει αν θα δοκιμάσω από το αρνί.
«Τι ψωμί είν’ αυτό;»
«Σικάλεως γερμανικό. Σού αρέσει;»
«Πολύ ωραίο.»
Έφαγα άλλη μια πατάτα. Θεσπέσια. Τώρα πρέπει να αντιμετωπίσω το αρνί και τη σάλτσα του. Μάλλον με ξανακοίταξε. Τελικά σήκωσα το μαχαίρι με το δεξί μου χέρι και έκοψα ένα μικρό κομμάτι εκεί που δεν έφτανε η σάλτσα. Πολύ ωραίο. Καλοψημένο και τρυφερό, πολύ τρυφερό και, ευτυχώς ευτυχώς, δεν μύριζε καθόλου αρνίλα, αυτή την ξινολιγδερή μυρωδιά που στάζει στο χώμα και στα ποδοπατημένα χόρτα και κηλιδώνει σβησμένα κάρβουνα κάθε Πάσχα Ελληνικό. Το είπα στον μάγειρα, πόσο καλοψημένο και λαχταριστό το αρνάκι του είναι από κάθε άποψη εξαίσιο. Αυτός ένευσε και με παρότρυνε να δοκιμάσω κι από τη σάλτσα. Τι να κάνω κι εγώ, έκοψα ακόμα ένα κομματάκι και το βούτηξα στη σάλτσα μάλλον με δισταγμό. Ωχ, ποιος ξέρει τι θα βάλω πάλι στο στόμα μου… κι αν το δεντρολίβανο έχει γεύση απαίσια παρά το άρωμά του, όπως η βανίλια; Κατόπιν θυμήθηκα κι ένα ειδεχθές αρνί με μέντα που είχα φάει μαζί με κάτι συναδέλφους από τη Σχολή σε μια παμπ ‘με πάρα πολύ καλό φαΐ’· ήταν αηδιαστικό, σαν αρνί (το αρνί είναι αρνί) πασαλειμμένο με τσίχλα χωρίς ζάχαρη. Μόνο που μέχρι και ζάχαρη πρέπει να είχε εκείνη η σάλτσα. Δοκίμασα κι εγώ λοιπόν από τη σάλτσα του αρνιού του Μάρτιν.
Δεν ήταν τόσο άσχημη, μύριζε ωραία, έδενε με το αρνάκι και οι ελιές κόβαν την κρεατίλα. Μάλλον εξωτική γεύση μού φάνηκε. Καθόλου άσχημο. Τού το είπα. Τού είπα επίσης πως μού φάνηκε εξωτική συνταγή. Πήρα άλλο ένα κομμάτι προσέχοντας πάντα μη στάξει στο τραπεζομάντηλο.
«Μού κάνει πάρα πολλή εντύπωση που σού φάνηκε εξωτικό το φαγητό. Εγώ διάλεξα να σού το φτιάξω για να σού ξαναφυσήξει λίγη από τη θαλασσινή δροσιά της πατρίδας σου εδώ στο ανταριασμένο Λονδίνο…»
«Όχι, δεν κατάλαβες. Μού αρέσει, με προκαλεί, ας πούμε.» Και δεν είμαι θαλασσινή και ο καιρός στο Λονδίνο τελευταία είναι μια χαρά.
«Κατάλαβα. Πάντως εγώ το έφτιαξα, όπως και τα burekia για να φάμε μεσογειακή κουζίνα σήμερα, πώς να το πω.»
«Τι εννοείς με το ‘μεσογειακή’; Ιταλία, Ισπανία; Μήπως Μέση Ανατολή; Η Μεσόγειος είναι μεγάλη.»
«Εε, νόμιζα πως πιο πολύ φέρνει προς την ελληνική κουζίνα.»
«Μπα, όχι απ’ ό,τι ξέρω. Πολύ βαριά αρώματα… Μάλλον, για να δούμε, βορειοαφρικανική φαίνεται η συνταγή.»
«Δηλαδή μάλλον δε σ’ αρέσει, αυτό θέλεις να μού πεις;»
«Γιατί το λες αυτό, επειδή είπα πως η συνταγή μοιάζει βορειοαφρικανική;»
«Όχι, επειδή σού φαίνεται βαρύ το φαγητό…»
Τσαντίστηκα. «Όχι, μ’ αρέσει, σού είπα. Δεν μού φαίνεται καθόλου βαρύ.» Μάς τα ’πρηξες. Στο μεταξύ σταμάτησε κι η μουσική να βγαίνει από τα ηχεία. Αφοσιώθηκα στο φαγητό μου. Δεν αρχίσαμε καλά. Άντε, να φάω και να πηγαίνω κι εγώ. Μού έκανε νόημα και ύψωσε το ποτήρι σε σιωπηλή πρόποση. Να δούμε από πού είναι κι αυτό, από τα ερείπια της Καρχηδόνας; Από αμπελάκια ανάμεσα στους κέδρους του Λιβάνου; Πήρα μια γουλιά κι ήταν υπέροχο, πάντως. Ένα ωραιότατο κόκκινο κρασί. Πολύ ωραίο.
«Το κρασί από πού είναι;»
Γαλλικό απλώς.
[…]”

Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα

εν Ιατνάνα, 25 Νοεμβρίου

Αγαπητέ Rakasha,

κουλτουριάρηδες μας ανεβάζουν, γκρινιάρηδες μας κατεβάζουν, δυσνόητους μας πάνε, κύμβαλα αλαλάζοντα μας φέρνουν. Λέω λοιπόν κι εγώ: άντε να διαβάσουμε και τίποτα εύθυμο κι ευτράπελο.

Κι εσύ, ω στωικέ, στείλε κανα μήνυμα. Ή πέρνα για σάντουιτς κι αφέψημα. Μας έχει φάει η δουλειά, σχόλασαν κι οι γάμοι, μας ξέχασε κι ο Κουκουζέλης

Sraosha (με σήμα το πετεινάρι — ανησυχητικό αυτό)

Εγκλεισμός

Αφού κακώς-κάκιστα δε σχολιάζετε όσα εύστοχα λέει ο Ρακάσας (πουλάκια μου, αλλού κι αλλού είστε λαλίστατοι και ζητάτε το άδειο κεφάλι του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ επί πίνακι ενώ θα καίγονται γλυκά οι δυτικές συνοικίες πρωτεύουσας και συμπρωτεύουσας, εδώ όμως μούγκα ομοθυμαδόν), θα σας πω κι εγώ κάτι έλασσον, να ζοχαδιαστείτε και να ανάψουνε τα πληκτρολόγια (καλά, σιγά, λέμε τώρα, μη φοβηθείτε κιόλας).

Με αφορμή τα όπλα φωσφόρου και σε σχέση με κάτι που έγραψα κυριακάτικα πριν κανα μήνα, θυμήθηκα τα Φυλακισμένα Μνήματα της Λευκωσίας, τα οποία επισκέφτηκα μια Κυριακή πριν κανα χρόνο.

Τα Μνήματα βρίσκονται μέσα στις κεντρικές φυλακές της πόλης, οπότε περίμενα στην ουρά με συγγενείς κρατουμένων. Μπαίνεις μέσα και σου αναθέτουν ξεναγό έναν δεσμοφύλακα. Βλέπεις τα κελιά που δεν έχουν κάγκελα, παρά ψιλές τρύπες σαν του κόσκινου, για εντονότερη διέγερση του αισθήματος απομόνωσης του έγκλειστου, και μια τρύπα σαν καμένη από τσιγάρο, ακριβώς για να περνούνε μέσα τα τσιγάρα. Βλέπεις τη μιαρή αγχόνη, μέσα σε μια αίθουσα που από αισθητική θυμίζει καμπινέ στρατώνα και από καθαριότητα ήδη νεκροτομείο, και τίποτε από τις ιλουστρασιόν βιτρίνες πίσω από τις οποίες σε εκτελούν μερικές Ηνωμένες Πολιτείες. Βλέπεις τα μνήματα. Μέσα στα μνήματα κάτι ανήλικα, κυρίως.

Μην περιμένετε να σας πω εδώ για την ΕΟΚΑ. Ρωτήστε καναν άλλον. Ούτε να μου πείτε για την ΕΟΚΑ. Σύμφωνοι;

Όταν τα είδα αυτά ένιωσα αποστροφή. Στο μυαλό μου δούλεψε αντανακλαστικά το εύκολο μοντερνιστικό άλλοθι: «Θανατική ποινή. Φρικτά κελιά. Έγκλειστοι νεκροί. Α, η κατάσταση του κόσμου τότε.» Κι όμως, υπήρχαν φωνές στη Βρετανία εναντίον αυτού του απροκάλυπτα στυγνού μηχανισμού άτεγκτης καταστολής. Υπήρχε αντίληψη του τι γίνεται και πώς. Ήδη από την εποχή των Νεάντερταλ η τιμή στους νεκρούς θεωρείται δεδομένη, μας λένε. Άρα;

Άρα επρόκειτο για τρομοκράτες που εκρατούντο σε χώρους υψίστης ασφαλείας. Είχανε καταδικαστεί ως τρομοκράτες από πολιτικό δικαστήριο. Καλύτερα από το Γκουαντάναμο, λόγου χάρη. Και αν τους θάβαν εκτός φυλακής, θα δημιουργούσαν τόπους προσκυνήματος και εστίες αναταραχής. Απλά τα πράγματα, πρακτικά.

Άρα ο κόσμος δε βρισκόταν σε εγρήγορση. Δεν έβλεπε την ουσία του πράγματος και το αυγό του φιδιού που κυοφορούσε η αποικιοκρατική καταστολή. Βρίσκεται τώρα; Ενδεχομένως. Τι βλέπει; Ρωτάω απλώς, δεν ξέρω τις απαντήσεις. Και στο βαθμό που και βρίσκεται σε εγρήγορση και βλέπει ό,τι πρέπει να βλέπει, μήπως κοιτάει μόνον προς την πλευρά της μεγάλης δύναμης και όχι προς τα δικά μας κοντέινερ που περιέχουν μετανάστες;

(Σας παρακαλώ, μην αναφέρετε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης: δείξτε στοιχειώδη σεβασμό. Επίσης, μη μου στείλετε σχόλια για το αν το τάδε μπορεί να συγκριθεί με το δείνα και για το ποιος αρκουδιάρης είναι ο πιο κακούλης. Όπως είπε κάποτε κι ο Τσόμσκυ, το Λουξεμβούργο δεν είναι εκ φύσεως φιλειρηνικό. Κοινώς, ό,τι μπορεί κάθε ιμπεριαλισμός να κάνει, το κάνει…)

Θα ξαναφωνάξετε ‘Κρεμάλα στους φασίστες’;

Της μάνας μας (το ελληνικό DNA)

Ακόμα ζαλισμένος με τις ανοησίες, τον εθνικισμό καφενέ και τους υποκριτικούς πομφόλυγες που ακούσαμε χτες στη Βουλή (πρέπει το θέμα να έχει σχολιαστεί εκτενώς, εγώ μόνον αυτό είδα), σας προτείνω να διαβάσετε και τίποτε εποικοδομητικό, λόγου χάρη το μπλογκ μιας βρετανής η οποία, ναι μεν δεν έχει την ατυχία να είναι ελληνίδα, έχει όμως τη δεινότερη ατυχία να ζει στην Ελλάδα χωρίς να είναι ελληνίδα. Καλό συμπλήρωμα αποτελεί κι αυτό το ποστάκι.

The darkness of mere being

Συγγνώμη που επανέρχομαι σε κάτι μάλλον γνωστό. Διάβασα το πρωί κατά τις οχτώ και μια καταχώριση του ΥΚ που κατέληξα να τη σκέφτομαι όλη μέρα σήμερα. Ειδικά ένα απόσπασμά της, που παραθέτω πιο κάτω και περιγράφει αυτό που συνοψίζει και ο τίτλος, μου φάνηκε στην αρχή κομψό χαριτολόγημα, μετά ακριβολόγος σάτιρα, κατόπιν πικρό και κοφτερό αναστέναγμα και τώρα πια, προς το τέλος της ημέρας και όσο πλησιάζουν τα μεσάνυχτα, απλώς δυσοίωνο και ζοφερό, έτσι που αποτυπώνει το υπαρξιακό κνέφας (ωραία λέξη, πηχτή, σχεδόν ψηλαφείς το σκοτάδι της).

Επιχειρηματίες που έχουν κλείσει αεροπορικές εταιρίες, εφοπλιστές που έχουν βυθίσει τουλάχιστον δυο καράβια έκαστος, υπουργοί που έχουν περικόψει μισθούς και συντάξεις, κρυπτογκέι λαϊκοί τραγουδιστές που προσπαθούν να ξεπεράσουν τον χωρισμό από την γυναίκα της ζωής τους, φτηνά γύναια της τηλεόρασης, δημοσιογράφοι του lifestyle τύπου, σύζυγοι εκδοτών που προσπαθούν να χτίσουν το δικό τους όνομα με τα λεφτά του άντρα τους σαν εκδίκηση για τις νεότερες γκόμενες που πηδάει εκείνος, σχεδιαστές μόδας που τα ρούχα τους κάνουν τα Zara να μοιάζουν haute couture, κυρίες παλαιάς κοπής και παρελθούσης δόξας, χαριτωμένα gay κατοικίδια από αυτά που αστειεύονται και χαχανίζουν δίπλα σε διασημότητες στις κοσμικές συνάξεις, αναβαθμισμένες βίζιτες που δεν θα έλεγαν όχι για ένα ακόμη βράδυ στο δωμάτιο παρακείμενου ξενοδοχείου με αντάλλαγμα ένα μονόπετρο –ή έστω 200 Ευρώ-, άντρες και γυναίκες που με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια, έψαχναν να βρουν ποιον τραβά ο φακός της κάμερας, ή έστρεφαν το κεφάλι βιαστικά, με το χαμόγελο καρφωμένο στο στόμα, για να προλάβουν ένα ακόμη φευγαλέο φλας…

Οδηγός μπλογκανάγνωσης

Περισσότεροι γράφουνε μπλογκ παρά διαβάζουν. Οπότε, αυτομάτως, αυτή η καταχώριση καθίσταται περιττή, αφήστε την κι άντε να γράψτε στο μπλογκάκι σας.

Μπα, ακόμα εδώ είστε; Περιμένετε τον οδηγό; Καλά λοιπόν.

Κατ’ αρχήν, περί ορέξεως, σπανακοτυρόπιτα (ξέρω την αυθεντική ρήση, αλλά δε μ’ αρέσει η κολοκυθόπιτα). Άρα, μην τρελαίνεστε όταν τα γούστα του έρμου του ανθρώπου που γράφει το μπλογκ δεν εφάπτονται των δικών σας, πήζοντας τα σχόλιά του στο μπινελίκι. Δεν πειράζει. Άλλο τα γούστα, άλλο οι απόψεις. Εκεί χωράει και μπινελίκι.

Δεύτερον: όπου βλέπετε πολύ σεξ, και μάλιστα ιστορίες σεξ, σηκωθείτε όπως είστε και

α. είτε αγοράστε το λογοτεχνικό ένθετο του Free (‘Love Letters’ λέγεται),
β. είτε, εάν ντρέπεστε την περιπτερού, ξανακαθήστε και πηγαίνετε στον Ευταξία, όπου μερικές ιστορίες μπορεί και να είναι αληθοφανείς.

Τρίτον και κυριότερον, μακριά από τα μπλογκ που αναπαράγουν την τηλεοπτική πραγματικότητα. Γιατί να διαβάζετε κάτι που θα μπορούσε να σας το πει και η τουβού με μία εικόνα; (Βεβαίως, 1 εικόνα=1000 λέξεις.) Πολλώ δε μάλλον, γιατί να το γράφετε; Ε; Εε;

Το βοτάνι της ευγλωττίας

Σήμερα συνέβη κάτι αξιοσημείωτο που με προβλημάτισε. Μπήκε στο γραφείο μου στη Λευκωσία ένας άγνωστος κύριος, κάθιδρος και ταραγμένος. Μου είπε πως πουλάει κάτι βιβλία. Αμέσως σκέφτηκα «αμάν, πλασιέ ρε γμτ» και όπλισα τα μπουρλότα (κοτζάμ Σραόσα να μην έχω ένα αξεσουάρ;) αλλά του είπα να καθήσει.

Μου είπε πως ετοιμάζει ένα βιβλίο για τα φαρμακευτικά βότανα της Κύπρου. «Έχω φοβερό πρόβλημα με την ορθογραφία, με τα τελικά ‘ν’. Τι να κάνω, σας παρακαλώ βοηθήστε με.» Παρότι έζεχνε από ιδρώτα (διόλου δύσκολο με τους 30 βαθμούς που είχε έξω), φαινότανε μάλλον σοβαρός άνθρωπος και ανέδιδε, συν τοις άλλοις, πραγματική αγωνία για αυτό που με ρώταγε. Αφόπλισα τα μπουρλότα. Έβγαλε και μου έδειξε ένα δακτυλόγραφο δεμένο με σπιράλ, καλοστημένο και με ολοσέλιδες καταχωρίσεις για κάθε βότανο και δύο φωτογραφίες (δικές του) ανά βότανο: ολόκληρο φυτό και άνθος / καρπός. Τα βότανα τα είχε κατανεμημένα σύμφωνα με την τοξικότητά τους: από τα χαμηλής τοξικότητας προς τα υψηλής. Ωραία και στρωτή παρουσίαση, όπως είπα.

«Κοιτάξτε, είμαι εντελώς αναρμόδιος να σας βοηθήσω. Γιατί δεν πάτε το βιβλίο σας σε έναν επιμελητή;» Όντως, καμμία σχέση με τη δουλειά που κάνω, παρότι πέρασα κάποτε κι από τη Φιλοσοφική.
«Και πού θα βρω επιμελητή;»
«Ε, σε κάποιον εκδότη.»
Και μετά συνειδητοποίησα πως δεν έχει (πραγματικούς) εκδότες στη Μεγαλόνησο. Άρα τι να κάνει ο άνθρωπος. Στο μεταξύ με είχε συγκινήσει η αγωνία του να βγει σωστό το βιβλίο από κάθε άποψη, όταν στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα, σου βγαίνουνε τα μάτια ανάποδα ξεφυλλίζοντας έντυπα ‘πραγματικών’ εκδοτών από λάθη στο στήσιμο, κακές μεταφράσεις, τυπογραφικά λάθη και νεγκλιζέ επιμέλειες…

Του είπα να ρίξω μια ματιά, μήπως και μπορούσα να τον καθησυχάσω. Διάβασα το άρθρο για τον αγάπανθο (μέσης τοξικότητας). Μετά άλλα δύο. Άψογα γραμμένο, περιεκτικό, πληροφοριακό.
«Μα πού είναι το πρόβλημα;»
Μου έδειξε σε ένα άλλο άρθρο ένα χωρίο όπου έγραφε «το γάμο»; Με ρώτησε αν το ‘ν’ χρειάζεται ή όχι. Να μην τα πολυλογώ, του εξήγησα πως όλη αυτή η ιστορία με τα τελικά ‘ν’ είναι μία κατάσταση φέξε μου και γλίστησα και καλύτερα να μην τον αγχώνουν αυτά και να κοιτάξει να του βάλει σωστά τις φωτογραφίες ο εκτυπάνθρωπος, μη γίνει η μπελλαντόνα μαντζουράνα. Ησύχασε κάπως, μου είπε πως ελλέβορος (το βοτάνι των τρελών) δεν υπάρχει στην Κύπρο, πως στο νησί παίζουν πολύ αφρικανικά βότανα και άλλα πολλά. Συζητήσαμε λίγο ακόμα και έφυγε ήρεμος και ήσυχος.

Θα διακατείχε μία αντίστοιχα έντονη γλωσσική ανασφάλεια έναν Κρητικό, έναν Καρδιτσιώτη, έναν Καβαλιώτη, έναν Κομοτηναίο, έναν Καλαματιανό ερασιτέχνη βοτανολόγο; Μάλλον όχι. Λόγω έλλειψης φιλότιμου; Πιθανότατα όχι. Τότε; Τότε πρέπει κανείς να έχει υπ’ όψη του το γλωσσικό κόμπλεξ των ελληνοκύπριων και πώς επιβάλλεται και συντηρείται από τις γλωσσικές πολιτικές του κυπριακού Υπουργείου Παιδείας, σχιζοφρενική η κάθε μία τους. Πολιτικές, λόγου χάρη, που απαγορεύουν δια ροπάλου τη χρήση της διαλέκτου εν ώρα μαθήματος, πολλώ δε μάλλον αποκλείουν τη διδασκαλία και ουσιαστική καλλιέργειά της. Πολιτικές που οδηγούν στον στιγματισμό όσων χρησιμοποιούν τη διάλεκτο δημοσία (εξόν αν είναι παλιάτσοι ή αν κάνουν πλάκα). Πολιτικές ελλαδικής και ντεμοντέ έμπνευσης, με τη διάλεκτο να παίζει τον ρόλο της μαλλιαρής, πολιτικές που ζηλώνουν τη γλωσσική εξαφάνιση και την (εν πολλοίς) διαλεκτική ισοπέδωση που επισυνέβη στην Ελλάδα. Γιατί; Γιατί η διάλεκτος θα «αποκόψει την Κύπρο από το σώμα του ελληνισμού», όπως μου είπε κάποιο μεγάλο καπέλο κάποτε. «Έχετε πάει στα Γιάννενα;» τον ρώτησα. Δεν κατάλαβε.

Η κυπριακή διγλωσσία (δε μιλάω για την εξωτερική πολιτική τους τώρα) δεν είναι πια τόσο μοναδικό και ανεπανάληπτο φαινόμενο, δε διαφέρει π.χ. από της Βαυαρίας, όπου τα βαυαρικά απέχουν από την επίσημη γερμανική σχεδόν όσο η κυπριακή από την κοινή ελληνική. Έχετε υπ’ όψη σας να μην καλλιεργείται η βαυαρική διότι θα αποκόψει τάχα το νότιο κρατίδιο από το σώμα του «γερμανισμού»; Δε χρησιμοποιούν οι Βαυαροί γερμανικά στο(ν) δημόσιο βίο και βαυαρικά στον ιδιωτικό; Η ερώτηση δεν είναι ρητορική, περιμένω αντιδράσεις.