Θερμοπληκτικό

Ο ένας μας δείχνει υποβρύχια κουρέματα, ο άλλος τις μασχάλες της Σοφίας Λόρεν. Δεν είμαστε για συζητήσεις (και πότε είμαστε; τέεεελος πα). Συμπέρασμα: πολλή ζέστη, ρε παιδί μου, λιώσαμε.

Μετά το υποβρύχιο κούρεμα, ακόμα κάτι νέο: το υποβρύχιο σπάσιμο μπιμπικιών.

Τέλος, άντε, τη δροσιά τους να ‘χετε. Προσοχή στα κουνούπια.

(Εδώ κολλάνε διάφορα εφημεριδοειδησεογραφικά κλισέ: «Τρεις Χάριτες», «Δροσερά Κορίτσια», «Ανάσα Δροσιάς» κτλ.)

Μια φάση κι αυτή; ενδέχεται

Με ρωτήσανε πολλοί τι σήμαινε το ‘αντίο’ στο προηγούμενο ποστάκι. Θα εγκαταλείψω το μπλογκ;

Είναι δύσκολο να εγκαταλειφθεί ένα μπλογκ, όπως έχει γράψει και ο θας εδώ:

Και να φύγει κανείς από το μπλογκ του, δεν έχει πού να πάει. Το πολύ μέχρι το κρεβάτι, και πάλι πίσω. Άντε καληνύχτα, παίδες εν καμίνω. Εδώ θα βράσουμε, όλοι μαζί, στο ζουμί μας.

Απλώς, για μένα, άλλη μια θεματική ενότητα μάλλον έκλεισε οριστικά. Πριν μήνες έγραψα ότι θα «πάψω να ασχολούμαι με το σετάκι ‘Ελλάς-Ορθοδοξία-Δύση-Ορθολογισμός’ «. Νομίζω τώρα ότι δεν μπορώ άλλο να γράφω για το θέμα «ελληνική πραγματικότητα», γενικά, αφού πια δε βλέπω να μπορώ να το κάνω με εποικοδομητικό τρόπο. Άσε που είναι κουραστικό να επαναλαμβάνω όσα έχω ξαναπεί ή όσα λένε μεστότερα ή και ευστοχότερα άλλοι.

Εντωμεταξύ, υπάρχει ένας ουδός αθλιότητας των προς συζήτηση θεμάτων αλλά και αποστροφής δικής μου, τον οποίο έχω διαβεί πια: βιντεάκια εξευτελισμών τραβηγμένα με κινητά — όπως οι πιτσιρικάδες απαθανατίζουνε τα εφηβικά γαμήσια τους και οι γονείς τα βήματα των παιδιών τους στην παραλία, άνθρωποι-μπάζα, ομόλογα και πολλά ανομολόγητα… Όπως ακριβώς το είπα: ζω την ελληνική πραγματικότητα σαν εφιάλτη, με φρίκη, αλλά περιμένοντας (ματαίως) ότι κάποια στιγμή θα ξυπνήσω.

Θα το ρίξω λοιπόν στα πανανθρώπινα και υψιπετή, στον εσώτερο βίο και στον κόσμο των απολαύσεων — μάλλον κυρίως των αισθητικών και διανοητικών, αφού τα φαγιά τα έχουνε καπαρώσει άλλοι, τα ποτά σε κακοχαρακτηρίζουν, ενώ τα ερωτικά μαρτυρούν «αλογόκαυλες«, οπότε άσε. Ίσως έτσι καταφέρω και να πλησιάσω κάποια από τα μπλογκοκειμενικά πρότυπά μου: helion, kuk, alberich, George Le Nonce και άλλους.

Σ’ αυτόν τον τελευταίο έβαλα ζεύξη γιατί άμα πας να τον βρεις από το γκουγκλ, πρόκοψες. Όσο για τον alberich, άστατος και άπιαστος, πότε εμφανίζεται, πότε λανθάνει. Τους άλλους δύο τους έχω διαφημίσει επαρκώς, ασιχτίρι πια. 😉

Ευχαριστώ πάρα πολύ που διαβάζετε, πάντως.

Κακό τριπάκι

(ψύχραιμοι, προσπεράστε)

Περικοπή, εκ του Πετεφρή:

Αυτοί που προσπαθούν να σπάσουν τα στερεότυπα, λειτουργούν κυρίως με κριτήρια εικαστικής συνείδησης […] Σε αυτά, προσθετέες οι αντιλήψεις περί συγγραφής άρθρων και σχολίων από τον έξω κόσμο, από τον κάτω κόσμο, από τον κόσμο των εφημερίδων, από τον κόσμο του βιβλίου, από τον κόσμο των συνθημάτων, ακόμη και από τα στριπάκια που ρέουν κάτω από την τηλεοπτική εικόνα, αλλά και από την διαφήμιση.

[…]

[‘Ε]γινε ένας εμφύλιος στην Ελλάδα. Ξέρεις γιατί έγινε της μάμαλης και διαστρεβλώθηκε ακόμη και η σχέση νικητών και ηττημένων; επειδή τσακώθηκαν μεταξύ τους αγρότες και κανένας άλλος. Δηλαδή η γραμματοσειρά ήταν ίδια: τόσο ο δεξιός, όσο και ο αριστερός μπαμπάς, λόγου χάρη, πίστευαν ότι ο γιός τους όταν γαμεί, είναι παιδαράς, ενώ η κόρη τους, όταν γαμιέται, είναι πουτάνα. Και οι δύο «μαχητές» θα πάθαιναν έμφραγμα άν η κόρη τους έφερνε έναν γύφτο γιά γαμπρό. Αστα τα υπόλοιπα: όταν κοινωνικώς οι άνθρωποι μοιάζουν, και προσκυνάνε τις ίδιες αρχές, δεν χρειαζεται να μιλάμε γιά πολιτική. Και μάλιστα γιά την ανατροπή της.

(η υπογράμμιση δική μου)

Όλη μέρα χτες σκεφτόμουνα την παραπάνω περικοπή. Μετά πήγα για μπύρες με κάτι συναδέρφους. Κοιτούσα τον κοσμάκη στο ροκόμπαρο και ξαφνικά με χτύπησε μια εικόνα σαν κακό τριπάκι: είδα (ή νόμισα ότι είδα) όλα τα ελληνικά σπίτια όπου έχω μπει, όλα αυτά τα αναρίθμητα σπίτια όπου δεν υπάρχει βιβλίο ούτε για προσάναμμα.

Πριν από λίγο μιλούσα μ’ έναν φίλο (η περικοπή ακόμα στο μπάσσο κοντίνουο, έτσι;) και του λέω ότι όλοι σκέφτονται πια το ίδιο, ότι δεν έχουμε counterculture στην Ελλάδα. Οι ‘διανοούμενοι’ (όλοι τους οργανικοί) είναι υπηρέτες της κρατούσας ιδεολογίας, η διαφθορά επιβραδύνει την ανάπτυξη και συντελεί στην εξάπλωση της φτώχειας κι εμείς καυλώνουμε για τη Μακεδονία και την Πάνια ή κοροϊδεύοντας τη Θώδη.

Στο μεταξύ μας δουλεύουνε ψιλό γαζί.

Αλλά πώς να μη μας δουλέψουν; Αφού όλοι σκέφτονται το ίδιο και ελάχιστα — έτσι παντού, όμως αλλού υπάρχει και counterculture. Βγαίνει ο άλλος και σου λέει: «κοίτα, αυτό που βλέπεις μαύρο, είναι άσπρο». Ενδεχομένως λένε παπαριές. Όμως δε σκεφτονται όλοι το ίδιο, δε λένε όλοι τα ίδια.

Στην Ελλάδα, μέχρι και αναρχικοί πυρήνες της Σαλονίκης συμπορεύονται με το ΚΚΕ. Το οποίο συμπορεύεται με ξέρετε ποιους. Οι οποίοι συμπορεύονται γενικώς.

ήμουνα χτες
πού ήμουνα;
α ναι
σε ένα μπαρ
μπεκρόπινα
και μου ήρθανε σε όραμα τα σπίτια των Ελλήνων
που δεν έχουνε μέσα βιβλία ούτε για δείγμα
το έχεις προσέξει;
σαν κακό τριπάκι με χτύπησε
μόνον εγκυκλοπαίδειες
και ο Θαυμαστός Κόσμος των Ζώων

Το βλέπεις παντού
και στους μπλογκάδες:
Ό,τι ξέρουν είναι από το ίντερνετ και το χαζοκούτι
άντε και το Βήμα…

Μετά περιμένουμε μετά κρίση και νουνέχεια και εγρήγορση.

Τα σπίτια μας δεν έχουνε βιβλία.

(ψύχραιμοι, αγνοήστε)

The Battle Hymn of the Republic

Αντώνιος Γκράμσι και Νίκος Εγγονόπουλος: Non serviam ή ο καλός αγών των πυγών και των μαζών. Ίκαρος, 2009. σσ. 87-88

Το έτος είναι 1788 και κάποιος μεταξοκώλης γραφικός αριστοκράτης με μακριά ρεντιγκότα, ονόματι William Wilberforce, εκφωνεί έναν λόγο στη Βουλή των Κοινοτήτων κατά, λέει, της δουλείας.Κάτι κουτοί παπάδες, κουάκεροι, δημοδιδάσκαλοι και σχολάρχες, όπως ο Σραόσα ο Δίκαιος, ο Ωραίος σαν Έλληνας, ενθουσιάζονται και συνυπογράφουν και αγωνίζονται. Τα πετεινάρια του καιρού εκείνου και, ολωσπαραδόξως, κάποια ταπεινά πλην τίμια τσομπανόπουλα διαμαρτύρονται. Λένε δε τοιάδε:

«Και τι σημαίνει ‘κατάργηση της δουλείας’; Πέρα απο τις ιδέες που έχουμε στα κεφάλια μας, δηλαδή. Πού και πώς πραγματώθηκε σε μεγάλα κοινωνικά σύνολα; Υπήρξε πολιτισμός μέγας χωρίς δούλους, ω άφρονες; Θα διώξουμε τον δουλοκτήτη (που νιάζεται για τα έμψυχα υπάρχοντά του) και θα τον υποκαταστήσουμε με τον αδιάφορο και απάνθρωπο καπιταλίστα της νέας εποχής των μηχανών και του 19ου αιώνος;»

Πηδούμε στο φουτουριστικό 2007: πού υπήρξε ποτέ δικαιοσύνη και ανοιχτή κοινωνία; Όπου υπήρξε αγώνας και για όσο ήταν τίμιος. Ή, αν θέλετε, εκεί όπου υπήρξε και υπάρχει η Βασιλεία των Ουρανών: εντός ημών αλλά και (χμ) στο μέλλον.

Γεωργελές και πάλι

Από τη σημερινή Αβού, οι υπογραμμίσεις δικές μου:

Έτσι το πρόβλημά μας πια, δεν είναι οι «ανησυχούντες πολίτες». Aυτοί τη δουλειά τους κάνουνε. Eίναι η κοινωνία, το πολιτικό σύστημα, τα Mέσα Eνημέρωσης, ο δημόσιος διάλογος, που δεν έχουν καθόλου αντιστάσεις, που σταδιακά διολισθαίνουν σε όλο και πιο αντιδημοκρατική ατμόσφαιρα. Tο πρόβλημα δεν είναι οι φανατικοί. Tο πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά φαίνονται αυτονόητα. Ότι στα κανάλια υπάρχουν πια σε όλα τα θέματα δύο απόψεις και η μία είναι ο Άδωνις. Ότι οι δημοσιογράφοι λένε, μα να ακούσουμε και την «άλλη άποψη». O σκοταδισμός είναι η «άλλη άποψη».

[…]

Έτσι σιγά σιγά η κοινωνία γίνεται κλειστοφοβική, φοβισμένη, πουριτανική, συντηρητική, […]. Xωρίς να το καταλάβει. Tα αδιανόητα γίνονται αυτονόητα. Eίναι όμως έτσι; Ήταν πάντα έτσι; Σκέψου ξανά ακόμα και την ίδια τους την καταγγελία. Πόσο δυστυχισμένος πρέπει να είναι κάποιος που βλέπει μια κοπέλα να χαϊδεύεται και αυτός βάζει τίτλο «Άσεμνες εικόνες»;

Εγγονόπουλος και πάλι

Κάνοντας την έρευνά μου για την επόμενη άσκηση του Hotel Memory, ξανάπιασα τον Εγγονόπουλο. Ξαναβρήκα αυτό, μια ωραία αντίστιξη στην Ιθάκη:

Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο

mitt der Dummheit kampfen die Götter
selbst vergebens — Fr. Schiller

το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
όχι — όχι — μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήση να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

να ελπίζης — να ελπίζης πάντα — πως ανάμεσα εις τους
ανθρώπους
— που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία» —
θα συναντήσης απαλές ψυχές με τρόπους

που τους διέπει καλωσύνη — πόθος ευγένειας — ηρεμία

ίσως όχι πολλές — ίσως νάσ’ άτυχος: καμμία —
τότες εσύ προσπάθησε να γενείς καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να ερθή κάποια σχετική ισορροπία

άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζωνται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου — τώρα πια — με τι γλυκειά γαλήνη
προσμένεις νάρθ’ η ώρα να ξαπλώσης στο παρήγορο του
θάνατου κρεβάτι

Ο θάνατος, ο πόνος κι εμείς: ανώφελες πάρλες

τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος

Αυτές τις μέρες, με την υπόθεση της κοπέλας, θυμάμαι τον αγαπημένο μου Φ. Χρόνια γκασταρμπάιτερ, αφού γλίτωσε από μια περικαρδίτιδα στη Χαϊδελβέργη, ήρθε στην Ελλάδα. Εδώ τον περιέλαβε ο καρκίνος του παχέος εντέρου, γιατροί, εξετάσεις, δύο επεμβάσεις και φακελάκια, φυσικά. Όχι φακελάκια, κλασέρ ολόκληρα με πεντοχίλιαρα, που λέει ο λόγος. Πριν τη δεύτερη επέμβαση, μετά τη μετάσταση, ο γνωστός χειρουργός, ο μάγος, ο θεός, ο σαμάνας, περίμενε το φακελάκι του για να ξεκινήσει. Αφού το πήρε και μέτρησε τα γκαφρά, μπήκε στο χειρουργείο. Εκεί εξανέστη με το θράσος του νεοπλάσματος να απλώνεται. Ο βοηθός του μας είπε ότι «τον έπιασε αμόκ και άρχισε να σφάζει». Έτσι είπε, ίσως για καλό. Πάντως ο Φ βγήκε από το χειρουργείο με αυτό που στην Ελλάδα λέμε «παρά φύσει έδρα» (αυτό ήταν αναπόφευκτο), με ανικανότητα και με βλάβη στα νεφρά. Ο Φ πέθανε το 1992 από επιπλοκές της νεφρικής ανεπάρκειας μετά από δύο χρόνια αιμοκάθαρσης. Εντάξει, θα τον σκότωνε ο καρκίνος. Μπορώ να κακίσω τον μάγο, τον θεό, τον σαμάνα;

Πέρσι τον Οκτώβριο ο πατέρας μου κινδύνεψε να τυφλωθεί στο ένα μάτι από αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Εισήχθη άρον άρον στο νοσοκομείο. Ο γιατρός που τον ανέλαβε ήταν ο καλύτερος, μας είπαν. Ρωτούσαμε πόσα θέλει. Κανείς δεν ήξερε. Μετά την πεντάωρη επέμβαση, η οποία αποδείχθηκε δυσκολότερη από ό,τι περιμέναμε, τον πλησίασε η αδερφή μου με ένα φάκελο με €900 (έτσι μας σφύριξε ένας συνάδερφός του). Δεν τα έπαιρνε. «Είναι ένα ‘ευχαριστώ’ από εμάς», είπε η αδερφή μου (ήτανε σε δημόσιο νοσοκομείο, επιπλέον δεν είχε καμμιά υποχρέωση να τον αναλάβει). Το πήρε δυσαρεστημένος και το έριξε κατ’ ευθείαν σε ένα συρτάρι. Μπορώ να τον κακίσω τον άνθρωπο;

Για τα δέοντα σας παραπέμπω στον Όνειρο, για προβληματισμό στον γνωστό συγγραφέα Αρτέμη Κουκουζέλη.

Μόνο, ρε παιδιά, μια παράκληση: δεδομένης της επιλεκτικής και βραχύβιας συλλογικής μνήμης μας (ο Όνειρος κάτι λέει και για φιλότιμο), μην τα ξεχάσετε ρε σεις όλα αυτά μέχρι να βρεθείτε κι εσείς σε νοσοκομείο, όπως ξεχάσατε τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες όσων είναι αναμεμειγμένοι, λ.χ., στην υπόθεση Ήλιος… ή στην υπόθεση Σαμίνα… ή με τις πολυκατοικίες του σεισμού του ’99, ή…, ή…

Επίμετρο 2.VI: Ευστοχότερος, ως συνήθως, ο Τάλως:

Να σημειώσω όμως κάτι: το φακελάκι, η αναλγησία, η αδιαφορία και τα παρεμφερή φαινόμενα, είναι ένα υποσύνολο μιας περιρρέουσας κατάστασης συστηματοποιημένης διαφθοράς και στυγνού ατομικισμού. Στην υγεία τα φαινόμενα αυτά αποκτούν άλλη οξύτητα, αλλά η αθλιότητα αυτή δεν είναι εντοπισμένη στο ΕΣΥ, κάθε άλλο. Η πραγματικά εθνική οικονομία της Ελλάδας είναι μαύρη, η αρπαχτή θεωρείται η μεγαλύτερη μαγκιά, ο κοινωνικός ιστός έχει διαρραγεί, η αλληλεγγύη είναι περιθωριακή πλέον έννοια και ο γιατρός που παίρνει φακελάκι, γεννιέται από την εμπέδωση και την αποδοχή ενός μηχανισμού γενικευμένης καθημερινής διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα και από την αποδιάρθρωση κάθε αξιακού συστήματος, την υποτίμηση ή την χρηματική αποτίμηση σε τελική ανάλυση, της έννοιας της αξιοπρέπειας.

Αδερφοί και αδερφές

Από το ρουμάνικο Orthodox Calendar.

Είναι θλιβερό που ζούμε σε μια κοινωνία, σε έναν κόσμο μάλλον, όπου η πίστη έχει γίνει και πάλι τρέχον πολιτικό και κοινωνικό νόμισμα, και μάλιστα σκληρό νόμισμα, ώστε να αναγκάζομαι να ξανασχοληθώ μαζί της. Αλλά τι να κάνουμε, αυτός είναι ο κόσμος, αυτή είναι η εποχή. Από τις γόβες φετίχ βρεθήκαμε στα κομποσχοίνια φετίχ.

Ο φίλος μου ο Κωνσταντίνος είναι από τη Φλόριντα. Για να παντρευτεί ορθοδόξως την ορθοδόξου δόγματος γυναίκα του, έπρεπε να βαφτιστεί Ορθόδοξος. Ο Κωνσταντίνος ήταν ήδη νηπιοβαπτισμένος Βαπτιστής του Νότου, όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία απαιτούσε επίσημα έγγραφα που να το πιστοποιούν, στο πλαίσιο αυτού που οι εν Ελλάδι θεολόγοι αποκαλούν «συναλληλία» ή, λιγοτερο υποκριτικά, «ασφυκτικό εναγκαλισμό του κράτους».

Επειδή στις φανατισμένες Ηνωμένες Πολιτείες θρησκεία και κράτος είναι διά συνταγματικού ροπάλου χωρισμένα, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν εφοδιασμένος με τέτοια έγγραφα. Οι Ορθόδοξοι ζήτησαν να κατηχηθεί και να βαφτιστεί. Ο ντόπιος Αγγλικανός επίσκοπος τον γλίτωσε από εκτενή κατήχηση, πιστοποιώντας αρμοδίως, ως Φράγκος προφανώς, ότι ο Κωνσταντίνος είναι εξοικειωμένος με τα στοιχεία της χριστιανικής πίστης. Στο τέλος μια κατηχησούλα δεν την απέφυγε.

Τον ρώτησα πώς αισθανόταν που αλλαξοπίστησε. Μου είπε πως είναι άθεος/αγνωστικιστής (αυτό δεν είμαστε όλοι τελικά; έως και ο Ζουράρις: «Υπάρχει Θεός;» «Ενδέχεται» ― τι τον ρώτησαν τον χριστιανό!). Ωστόσο χαίρεται που προσχώρησε σε μια ομολογία στην οποία το περιεχόμενο της πίστης είναι συλλογική, κοινοτική και συνοδική υπόθεση και όχι κάτι που επιδικάζεται από την παπική αυθεντία ή, χειρότερα, από την κορανική αυθεντία της Βίβλου.

Τον προειδοποίησα ότι όλα αυτά ισχύουν, βεβαίως, (μόνο) σε επίπεδο αρχών και όχι στην πράξη. Επειδή είναι αμερικανάκι, άρα δεν έφαγε στη μάπα ένα κοινωνικό-πολιτικό σύστημα ιδανικό σε επίπεδο αρχών και ολοκληρωτικό κι ασφυκτικό και μίζερο σε επίπεδο πράξης, μου είπε πως είναι άξιο και δίκαιο να κρίνεις ένα σύστημα ιδεών ή πεποιθήσεων με βάση τις αρχές του και όχι με βάση το πώς κατάντησε. Το κρατάμε λοιπόν αυτό.

Έτσι ο Κωνσταντίνος βαφτίστηκε (ξανά) στο όνομα της αγίας, ομοουσίου και αδιαιρέτου τριαδικής Θεότητας από έναν καταπιεσμένα κρυπτογκέι παπά που τον μπάνιζε και τον χούφτωνε πριν, κατά και μετά το μυστήριο και ο οποίος μετατίθεται από χωρίου εις χωρίον και από επίσκοπη σε επισκοπή.

Όπως μας υπενθύμισαν οι αδερφοί ορθόδοξοι διαδηλωτές (πρέπει να υπήρχαν και πολλές αδερφές ανάμεσά τους), Ορθοδοξία και ομοφυλοφιλία είναι ασύμβατες. Επίσης μάς υπενθύμισαν ότι, ιστορικά, σε επίπεδο συλλογικό, κοινοτικό και συνοδικό, η ομοφυλοφιλία όπως και σχεδόν όλες οι ανθρώπινες ερωτικές συμπεριφορές, καταπιέζονται, καταδικάζονται και αναθεματίζονται απερίφραστα με συνέπεια και συστηματικότητα· συνέπεια και συστηματικότητα οι οποίες απουσιάζουν από την καταδίκη άλλων εγκληματικών και οπωσδήποτε αμαρτωλών πράξεων, ενεργειών, λογισμών, κλίσεων.

Έτσι οι αρσενοκοίτες και οι συγκυλιστές και οι πόρνοι και οι πόρνες και οι γυναίκες όλων των ασύλληπτων αμαρτιών (λ.χ. αμβλώσεων, αποβολών, να «αποστρέφονται τα τέκνα» ή και να έχουν οργασμούς) στερούνται Κοινωνίας για χρόνια, ενώ οι τύραννοι, οι βιαστές και δάρτες σύζυγοι, οι απατεώνες, οι ψεύτες, οι πολεμικοί σφαγείς, οι καταχραστές, οι εκμεταλλευτές και οι δεν ξέρω ποιοι άλλοι (δεν με αφορούν οι παραβατολογίες, με αφορά η ανθρώπινη φύση) γίνονται συνήθως αντικείμενο συμπόνοιας και οικονομίας. Λόγω αρχών; ή, όπως ισχυρίζονται πολλοί, λόγω μιας δισχιλιόχρονης κατάντιας;

Όμως, έχει νόημα να μιλάμε για δισχιλιόχρονη κατάντια αν δεν είμαστε προτεστάντες, οπότε θα έφταιγε η επίμονη παρερμηνεία της Βίβλου; Έχει νόημα να μιλάμε για δισχιλιόχρονη κατάντια αν δεν είμαστε καθολικοί, οπότε η πίστη αλλάζει, μεγαλώνει και πετάει νέα κλαριά σαν το δέντρο που κλαδεύει και ποτίζει ο Αμπελουργός Χριστός και ο παραγιός του ο πάπας; Έχει νόημα να μιλάμε για δισχιλιόχρονη κατάντια αν είμαστε ορθόδοξοι, όπου η δισχιλιόχρονη Παράδοση και η δισχιλιόχρονη Ζωή της κοινότητας-εκκλησίας είναι το δόγμα, είναι η πίστη, είναι η αλήθεια; Μόνον αν είμαστε επιλεκτικοί, δηλαδή αιρετικοί

Εν κατακλείδι, και επειδή πολλοί από εμάς (κι εγώ, έτσι;) διαβάζουμε ποστάκια πηδώντας πέντε-πέντε τις αράδες: οι Ρώσοι Ορθόδοξοι και οι φρικαλέες θέσεις και απάνθρωπες ιδεοληψίες τους δυστυχώς μας υπενθυμίζουν ότι η Ορθοδοξία είναι αυτή που είναι όχι λόγω ελλαδικότητας και εθνικισμού ή κάποιας ιστορικής παρεξηγησούλας. Όσοι θέλουν να πιστεύουν (και θέλουνε πολλοί, είναι στην ανθρώπινη φύση και αυτό) χωρίς να πρέπει να απαρνηθούν τη φύση τους και να γίνουνε σαν τον δυστυχισμένο παπά που ανέφερα στην αρχή, καταντούνε, δυστυχώς (;;), επιλεκτικοί και εκλεκτικιστές (δηλαδή αιρ…): είτε πρόκειται για μινιμαλιστές ορθοδόξους, είτε για αναρχορθοδόξους, είτε για καβαφογενείς ορθοδόξους διανοητές, είτε ακόμα και για τον κραταιό αντισημίτη Γιανναρά και τη νεορθόδοξη στρατιά. Μία, δύο, τρεις, πολλές Ορθοδοξίες. Κι ας αφήσουμε στην άκρη και την αρχετυπική πιστή γριούλα, το φαντασιακό «λείμμα», η οποία αβίαστα θα έκαιγε τους «ανώμαλους» και τις μοιχαλίδες στην κόλαση αλλά θα άφηνε στη χλόη και την τρυφή του Παραδείσου άλλους κι άλλους.