Καρκινικά

P1050418.JPG

Το πρωί πήγα να πάρω καφέ και συνάντησα έναν συνάδερφο που βλέπω μια φορά τον μήνα. Τον σύστησα στη φίλη μου που τυχαία πέρναγε από εκεί αλλά ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν το σωστό όνομα.

Δεν θυμάμαι ονόματα ανθρώπων. Από παιδί. Πολλές φορές αυτό δικαίως παρεξηγείται ως αδιαφορία, αλλά εδώ δεν θυμόμουν ονόματα κοριτσιών που μου άρεσαν. Απεναντίας θυμάμαι ονόματα λογοτεχνικών ηρώων. Θυμαμαι λόγου χάρη τον Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες.

Ο Χλάντνικ συνελήφθη από τους ναζί και όσο ήταν έγκλειστος έβαλε τον εαυτό του να σκεφτεί κάθε λογής συμφορά, πεπεισμένος ότι άν σκεφτεί κάτι κακό δεν πρόκειται να του συμβεί: με το να σκεφτείς δυσάρεστα ή φρικτά ενδεχόμενα, με το να τα περιμένεις, τα αποτρέπεις. Αυτή η μαγική μέθοδος οξύμωρα συνυπάρχει μέσα μου με την ασυμβίβαστη δοξασία του «κατά φωνή κι ο διάολος» (ναι, μεταξύ γαϊδάρου και speaking of the devil).

Η μάνα μου κλίνει σαφώς προς τη σχολή του να μην πιάνεις στο στόμα σου το κακό. Από τότε που τη θυμάμαι φοβάται τον καρκίνο. Είναι ογδόντα χρονών, την έχουνε βρει ένα σωρό, τα έχει ξεπεράσει όλα ή τους έχει υποταχτεί (οι αντοχές μας δεν είναι ανεξάντλητες) αλλά από καρκίνο τίποτα προς το παρόν. Στο μεταξύ έχει χάσει δύο αδερφούς από την αρρώστια, χωρίς να υπάρχει σαφής κληρονομική προδιάθεση — έτσι μας λένε.

Έχω κληρονομήσει την καρκινοφοβία της μάνας μου. Στον γιατρό θα τρέξω μόνον αν νομίζω ότι έχω καρκίνο (συνήθως σε περιόδους άγχους ή θλίψης) ή ότι κινδυνεύω να παραμορφωθώ, όλα τα άλλα εντάξει, μια χαρά, είμαι βράχος, είμαι θύελλα, είμαι δέντρο κτλ. Ναι, ξέρω: νευρωσάρα. Και η καρκινοφοβία ξεκίνησε όταν ήμουν μικρός.

Ερχόταν λοιπόν ο παππούς ο Πολίτης στο σπίτι κάθε Κυριακή και μου έλεγε ότι στην Πόλη του 1919 τού έμαθαν δύο καρκινικές επιγραφές. Κλώτσαγα λίγο στο «καρκινικές», ακόμα δεν είχα μάθει τι είναι palindrome. Μου έλεγε λοιπόν ότι η μία επιγραφή είναι η πασίγνωστη

ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ

που δεν καταλάβαινα και με ζόριζε: τότε με ενοχλούσε να μην καταλαβαίνω κάτι, με το να μην καταλαβαίνω με συμφιλίωσε η ποίηση, πάρα πολύ αργότερα. Ο παππούς μου καθόταν και μου το εξηγούσε αλλά εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω πώς ξεπλένονται τα ανομήματα με νερό.

Η άλλη καρκινική επιγραφή ήτανε χειρότερη:

ΑΝΑΣΤΑΣΚΑΜΠΑΚΣΑΤΣΑΝΑ

«Τι λέει εδώ ρε παππού;»
«Αναστάς καμπάκ σατσάνα.»
«Τι θα πει;»
«Ο Αναστάσης πουλάει κολοκύθια.»
«Σε ποια γλώσσα;»

Κι εδώ άρχιζε το πρόβλημα γιατί ο παππούς ο Πολίτης, όπως πολλοί Πολίτες, ήταν μισότουρκος, και πώς να πει στον εγγονό ότι ήταν τούρκικα; Με τα πολλά τον κατάφερα και τον ρώτησα αν είναι πραγματική καρκινική επιγραφή, αφού τα τούρκικα δεν γράφονται με ελληνικά γράμματα. Η απάντησή του ήταν ότι «ναι, αλλά άμα τη γράψεις με ελληνικά γράμματα, η πρόταση είναι καρκινική».

Κάπου εδώ βρίσκεται κρυμμένη μια μεταφορά για τη μνήμη και το ασυνείδητο. Ίσως.

Άγιο Φως

Illuminated Letter E, Ezekiel's First Vision

Αντιλαμβάνομαι ότι οι αναγνώστες μου είναι πάρα πολύ ορθολογιστές και εντελώς πεφωτισμένοι. Τολμώ όμως να διαπιστώσω ότι καταλαβαίνουν ελάχιστα την ορθόδοξη πίστη και στη θεολογική της διάσταση και στην καθημερινή μπρουτάλ ευλάβειά της.

Ας δούμε πρώτα τι πίστευε μέχρι προχθές ο μέσος πιστός για το Άγιο Φως: ότι βγαίνει από μια ρωγμή μιας από τις κολώνες του Ναού της Αναστάσεως ή ότι πηγάζει από τον Πανάγιο Τάφο· ότι μπαίνει στον Πανάγιο Τάφο ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων φορώντας μόνο ένα αντερί με σκοπό την αφή του· ότι στην πρωτογενή του μορφή, εν τη γενέσει του, το Άγιο Φως είναι ψηλαφητό και σαν ενός είδους δροσιά που μπορείς να την αλείψεις στο πρόσωπό σου, κάτι που το βεβαιώναν είτε εξ ακοής είτε ως αυτόπτες δεκάδες χατζήδες· μετά σταδιακά αυτή η έρση θηλεία μετουσιωνόταν σε φλόγα στα φιτίλια των κεριών και των λαμπάδων.

Θα μου πείτε «ποιος τα πίστευε αυτά τα παραμύθια;» Η απάντηση είναι πιο ενδιαφέρουσα από όσο νομίζουν κάποιοι, ιδιαίτερα στην εποχή μας, εποχή του I want to believe.

Πρώτον, η χριστιανική θρησκεία δεν είναι νεοπλατωνισμός και γνωστικισμός, όχι μόνο καταφάσκει τον υλικό κόσμο και την ανθρώπινη ιστορία αλλά θεμελιώνεται σε αυτά: υποτίθεται ότι το έργο της χριστιανικής σωτηρίας είναι η ανάσταση του σώματος και η θέωση της ύλης, όχι η απόδραση σε πνευματικούς κι άυλους κόσμος. Η ύλη, η ιστορική αλήθεια, τα γεγονότα (θαυμαστά ή μη) είναι κεφαλαιώδους σημασίας για όλα τα χριστιανικά δόγματα: το σαμιώτικο κρασί και το επτάζυμο πρόσφορο είναι το αίμα και το σώμα του «δύο φύσεις και μία υπόσταση» Θεανθρώπου.

Δεν υπάρχει τίποτε συμβολικό και μεταφορικό στη χριστιανική πίστη. Κάθε φορά που η κοινή λογική, η εντελεχής παρατήρηση και η επιστήμη διαψεύδουν χριστιανικές δοξασίες, η χριστιανική πίστη ταμπουρώνεται μέσα στο φρούριο της αλληγορίας αλλά ποτέ δεν οπισθοχωρεί πίσω από το υλικό, το ιστορικό, το πραγματικό: το μάννα μπορεί να ήταν εδώδιμος μύκητας αλλά ήταν πραγματικό και το έκανε ντελίβερυ ο Θεός, ο Χριστός όντως τάισε με πέντε άρτους και δυο ψάρια πλήθος κόσμου, η Παναγία όντως έδιωξε αυτοπροσώπως τους Αβάρους από τα τείχη της Πόλης (όπως παλιότερα το φάσμα Θησέως τους Πέρσες από τη Σαλαμίνα), ο υπερβατικός και απερινόητος Θεός παρίσταται στα μυστήρια κτλ. κτλ. κτλ.

Από αυτή την άποψη, κάθε εμπειρική διάψευση χριστιανικών δοξασιών είναι χρήσιμη και αναγκαία. Οι Ινδουιστές θα σου πούνε ότι, οκέι, ο Σίβα που είναι μπλε γιατί κατάπιε το αρχέγονο φαρμάκι χαλαχάλα ίνα ζήσηται ο κόσμος δεν είναι παρά μια ιδέα ενώ η αρχαία αυτή ιστοριούλα καθαρά συμβολική, άλλωστε δεν βαριέσαι, όλα μάια είναι· οι Χριστιανοί απεναντίας, εκτός από κάτι αφηρημένους Αγγλικανούς, θα σου πουν π.χ. ότι ο Χριστός αναλήφθηκε σωματικώς μετά την ανάστασή του και ζει κάπου στο σύμπαν (ή κάτι τέτοιο) παραμένοντας ατρέπτως Θεάνθρωπος, όχι πάντως ως νεκρό σώμα σε στάση.

Συνεπώς είναι κεφαλαιώδους σημασίας η αποσυναρμολόγηση της χριστιανικής μυθολογίας ακριβώς επειδή η χριστιανική θεολογία έχει εμπειρική βάση, εμπειρική με τον τρόπο της αστρολογίας, της αλχημείας κτλ. Αυτό το γνώριζαν οι αντίχριστοι, οι άθεοι και οι αγνωστικιστές από την πρώτη πεντηκονταετία μ.Χ. και σίγουρα δεν πρόκειται για καινοφανή καμώματα του Ντώκινς, του Χίτσενς και άλλων ιεραποστόλων του νέου αθεϊσμού. Ναι, όντως δεν θα πείσεις ποτέ κανέναν πιστό για τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του υπερβατικού σκέλους της πίστης του: ήδη από τον Απόστολο Παύλο είναι εξασφαλισμένο ότι ο πυρήνας της πίστης (ως μωρίας ή σκανδάλου) θα διαφεύγει κάθε έλεγχο του ορθού λόγου και της εμπειρικής βασάνου. Ταυτόχρονα, ο ίδιος όμως είπε ότι η πίστη του είναι μάταιη αν δεν αναστήθηκε ο Κύριος του: έχουν σημασία τα (όποια) γεγονότα.

Επιπλεον, στην εποχή μας η εμπειρική αναίρεση της χριστιανικής δεισιδαιμονίας και του ψεύδους των μονοθεϊσμών είναι ακόμα πιο αναγκαία. Εδώ στην εποχή των θεωριών συνωμοσίας και των «ντοκυμαντέρ» με σενάρια X-Files, μετά τη συλλογική ανοησία των παολοκοελισμών, του Νιου Έιτζ και της ψευδοεπιστήμης ξέρουμε πολύ καλά ότι η δεισιδαιμονία δεν ηττήθηκε ποτέ από τους ψύχραιμους αρχαγγέλους του Διαφωτισμού, απλώς άλλαξε ονόματα κι αντικείμενο. Ο κόσμος μας είναι πια τόσο εξοικειωμένος με παγκόσμιες συνωμοσίες, τόσο δηλητηριασμένος από αντιεμβολιασμούς και από ψιθύρους για διατροφικές γενοκτονίες (εκτός από τη μία και πραγματική της βιομηχανίας ζάχαρης), βλέπει τόσα σήριαλ όπου η ψυχική ασθένεια τελικά είναι δαιμονισμός και καταδεσμοί, ψηφίζει τόσους τσαρλατάνους πνευματιστές ή αποκρυφιστές ή δεν ξέρω τι, που πρέπει να του εξηγήσεις με απλό τρόπο ότι το Άγιο Φως δεν είναι έρση θηλεία, δεν είναι κάτι υπερφυσικό που μπαίνει στον κόσμο μας μέσα από μια χαραμάδα των νόμων της φύσης, παρά στην καλύτερη περίπτωση είναι κάτι σαν τον αγιασμό: προϊόν των νόμων της φύσης πάνω από τον οποίο απαγγέλθηκαν μεγαλοφώνως ή χαμηλοφώνως επικλήσεις, ξόρκια και ευλογίες.

Σαν ανάμνηση

Photo 24-02-2019, 17 10 54

Είμαστε στο αυτοκίνητο, οδηγώ. Πιάνω στο ραδιόφωνο κάτι όμορφο. «Ας το ακούσουμε αυτό, μου αρέσει» λέει. Είναι πράγματι υπέροχο. Προσπαθώ να καταλάβω τι μπορεί να είναι. Έχει τελειώσει η μπαταρία του κινητού και οδηγώ κιόλας, άρα Shazam δεν παίζει. Κοντσέρτο για βιολί είναι, ίσως και για βιόλα. Θυμίζει Μπετόβεν ή και μιμητή του Μπετόβεν· σε κάποια σημεία θυμίζει το κοντσέρτο του Μέντελσον για βιολί, αλλού μου θυμίζει του Τσαϊκόφσκι. Αναρωτιέμαι τι να είναι. Αναρωτιέμαι αν μου θυμίζει κάτι γιατί αναγνωρίζω κλασικές επεξεργασίες και ενορχηστρώσεις ή αν μου θυμίζει κάτι το ίδιο το κομμάτι. Μπορεί φυσικά να μη μου θυμίζει τίποτα, απλώς να μου αρέσει και να μου αρέσει κυρίως γιατί αναγνωρίζω κλασικές επεξεργασίες και ενορχηστρώσεις ή και γιατί είναι υπέροχο. Σίγουρα μετά τον Μότσαρτ, σίγουρα το αργότερο ρομαντικός συνθέτης. Αλλά μου θυμίζει κάτι ή τώρα το ανακαλύπτω και μου αρέσει; Όταν κάτι ή κάποιος μάς αρέσει δεν πείθουμε τον εαυτό μας ότι κάτι μας θυμίζει, ότι αποτελεί ανάμνηση ενός παραδείσου επίγειου ή επουρανίου; Όλη η πλατωνική φρεναπάτη πάνω σε αυτό είναι χτισμένη κι όλη η χριστιανική επίσης.

Φτάνουμε σπίτι και τρέχω να ανοίξω το ραδιόφωνο πριν τελειώσει το κομμάτι. Το προλαβαίνω στο τσακ, όμως ακολουθεί ένα αργό μέρος, άρα σίγουρα κοντσέρτο για βιολί. Το Shazam με τίποτα δεν το αναγνωρίζει. Ηχογραφώ όσο μπορώ, μήπως και ρωτήσω αργότερα κανέναν που ξέρει από μουσική. Το δεύτερο μέρος έχει επεξεργασία που αν δεν είναι Μπετόβεν τότε μάλλον είναι Μπετόβεν. Αλλά δεν ξέρω θεωρία μουσικής, δεν ξέρω αρμονία: δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου για όσα δεν κατέχω.

Το τρίτο μέρος έχει ένα πασίγνωστο θέμα. Το Shazam παραμένει αδαέστερο από εμένα. Ένα χαρούμενο και απλοϊκό θέμα — άρα Μπετόβεν. Η επεξεργασία είναι επίσης οπωσδήποτε Μπετόβεν. Άρα τόσην ώρα ακούω το Κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν.

Με το που τελειώνει πέφτει δελτίο ειδήσεων απευθείας. Ψάχνω λοιπόν στο youtube το Κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν για να δω αν μάντεψα σωστά. Βρίσκω εκτελέσεις με διάφορους θεούς (Όιστραχ, Μενούχιν, Καβάκο…) αλλά διαλέγω να ακούσω προς το τέλος μία ζωντανή με κάποια Hahn.

Αυτό είναι: Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Μπετόβεν, έργο 61. Συγκινούμαι γιατί έχω να το ακούσω δεκαετίες, από τότε που άκουγα την κλασική μουσική του μπαμπά σε κασέτες χρωμίου. Να λοιπόν που η σαγήνη που αισθάνθηκα δεν ήταν παρά μια πολύ παλιά ανάμνηση μουσικής που κοιμόταν μέσα μου.

Ξεκινάω να γράφω αυτό εδώ το κείμενο και στα μισά συνειδητοποιώ ότι ο Πλάτωνας κάνει λάθος: ο πατέρας μου είχε μόνον το Triplo Concerto στη συλλογή του. Το Κοντσέρτο για βιολί του Μπετόβεν το άκουσα για πρώτη φορά σήμερα, όπως και η μικρή. Και το αγάπησα.

Οι μαύροι της ΕΕ

11951558_935719209800329_6554710897793990984_o
Από τις διαμαρτυρίες για την επένδυση-έγκλημα στις Σκουριές

Σκεφτόμουν το απόγευμα ότι η μνημονιακή ρητορική, τα δέκα χρόνια χρηστομάθειας, όλες οι ατέλειωτες σελίδες κατήχησης και που παρήγαν και παράγουν οι γραφιάδες και οι δημοσιογράφοι και κάθε λογής λόγιες περσόνες, μοιάζουν με την κατασταλτική ρητορική που αποσκοπούσε στο να σωφρονίσει τους μαύρους των ΗΠΑ.

Οι μαύροι ήταν ήδη για αιώνες στιγματισμένοι ως νωθροί και τεμπέληδες, μαθημένοι να ζουν με τα έτοιμα και με καμμιά εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αγνώμονες απέναντι στους ευεργέτες τους, φέρονταν λέει σαν παιδιά και νήπια που παρασύρονταν και εξαπατούνταν από επαναστατικές ρητορείες, μεγάλα λόγια και αντιδημοκρατικές συνωμοσίες.

Έπρεπε να ευχαριστούν νυχθημερόν τον Πατέρα τους τον Λίνκολν που τους χειραφέτησε. Ναι μεν στις πολιτείες του Νότου ήταν πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας αλλά έφταιγαν οι ίδιοι γι’ αυτό, και γιατί παρέμεναν προσκολλημένοι στο παρελθόν της δουλείας και γιατί έδειχναν να μη σέβονται ή έστω να μην κατανοούν τις παραδόσεις και τις ιδιαιτερότητες του Νότου.

Αν έπρεπε να διαμαρτύρονται, όφειλαν να διαμαρτύρονται ειρηνικά απέναντι σε ένα υπέρτερο αντίπαλον δέος που τους σκότωνε ή τους έστελνε στο Βιετνάμ να σκοτωθούν· εάν δεν ακολουθούσαν την ειρηνική ατραπό κατηγορούνταν ότι άφηναν «ακραία στοιχεία» να καπελώνουν το κίνημά τους κι έτσι να χάνουν το δίκιο τους.

Κάθε κίνημα καλλιτεχνικό ή πνευματικό που προσπαθούσε να μιλήσει για την πραγματικότητα της καταπίεσης λοιδωρούνταν για αφέλεια, συνθηματολογία, ή και τα δύο. Έπρεπε να δείξουν αίσθημα αυθύνης κι ωριμότητας ως κοινότητα και να συνεργαστούν με τους καταπιεστές τους, αν ήθελαν κι αυτοί να προκόψουν και να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τις ευκαιρίες που τους έδινε η μεγάλη αμερικανική δημοκρατία.

Οι παραλληλισμοί είναι προφανείς όσο και δυσάρεστοι.

Νέα Λαπούτα

P1000249

Ας ονομάσουμε Λαπούτα τον τόπο που συνοπτικά θα περιηγηθούμε.

Η Λαπούτα έχει πολύ λίγα δέντρα και αυτά που έχει τα σέβεται και τα τιμά. Εκτός αν πρόκειται για δέντρα μέσα στις πόλεις, οπότε και φυλλορροώντας ρυπαίνουν τσιμεντοστρώσεις και πλακόστρωτες αυλές: εκείνα θα βρουν οι Λαπουταίοι αφορμή να τα υλοτομήσουν. Τον χειμώνα το κρύο περονιάζει, αν και ασθενικό, επειδή τα σπίτια δεν είναι μονωμένα και δεν θερμαίνονται. Η άνοιξη δίνει στο νησί ένα πολύ αραιό διάλυμα σκόνης κι αλατιού σε υγρό ζεστό αέρα, εναιώρημα αέριας λάσπης. Το καλοκαίρι είναι ανελέητο και ατελείωτο αλλά οι εσωτερικοί χώροι κλιματίζονται, συνήθως από υπερσύγχρονα αιρκοντίσιον που αντιρροπούν τις θερμοσυσσωρευτικές ιδιότητες φυμέ τζαμιών, της απουσίας τεντών και παντζουριών και της γενικότερης έλλειψης σκιάς.

Τους πρώτους Λαπουταίους τους γνώρισα πριν πάρα πολλά χρόνια στην πατρίδα μου. Συναναστρέφονταν αποκλειστικά ο ένας τον άλλο και τα ενδιαφέροντά τους έμοιαζαν να περιορίζονται στη σημαιοφορία και την Ορθοδοξία, και μάλιστα σε μια εποχή που η Ορθοδοξία δεν ήταν τόσο αυτονόητα δημοφιλής. Αυτό που αναρωτιόμουν από τότε και για πολλά χρόνια κατόπιν ήταν γιατί έμοιαζαν όλοι τους να είναι βραδύνοες, αμόρφωτοι και με στοιχειώδη αντίληψη του κόσμου γύρω τους — για γενικές γνώσεις δεν το συζητάμε καν. «Είναι δυνατόν ένας τόπος να βγάζει μόνον ηλίθιους;» αναρωτιόμουν τότε με την αντίστοιχη ηλιθιότητα της νιότης.

Χρόνια μετά θα συνειδητοποιούσα επιτέλους ότι οι Λαπουταίοι δεν μαστίζονται από κληρονομική ιδιωτεία ή από κοινωνικά καλλιεργούμενη βλακεία, παρά ότι τους χαρακτηρίζει πλήρης και γενικευμένη αδιαφορία για όσα δεν τους αφορούν άμεσα μα και για όσους δεν θα έχουνε κάποια σχέση δοσοληψίας μαζί τους, κερδοφόρου δοσοληψίας κατά προτίμηση. Γι’ αυτό και οι Λαπουταίοι, όπως έμαθα καλά χρόνια μετά, δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα να δώσουν μία οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις που τους θέτεις: τους ενδιαφέρει να πάψεις να ρωτάς, όχι να σε πληροφορήσουν ή να σε πείσουν. Άλλωστε ξέρουν περισσότερα από εσένα γιατί ανήκουν στη Λαπούτα ενώ εσύ κάπου αλλού, σε κάποιον τόπο που τελικά ποσώς τους ενδιαφέρει. Αυτό θα σου το κάνουνε σαφές κάποιοι Λαπουταίοι είτε σε αντιδιανοουμενίστικους τόνους είτε με όλον τον λογιωτατισμό που μπορεί να σηκώσει ο αιωρούμενος τόπος τους.

Με άλλα λόγια οι Λαπουταίοι δεν είναι βλάκες, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο όλοι εμείς οι υπόλοιποι, αλλά δεν ντρέπονται να επιδεικνύνουν τη βλακεία τους, ασφαλείς μέσα σε μια σφιχτά πλεγμένη κοινωνία που τους δέχεται για αυτό που δεν είναι οι ίδιοι αλλά για τη θέση τους στην κοινωνία αυτή: γιοι, κόρες, νύφες, γαμπροί, συνέταιροι κι υπάλληλοι, αναίμακτοι αδελφοποιτοί, αφεντικά κι αφέντες. Γενικά σκέφτονται, αντιδρούν και ανταποκρίνονται αργά γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαστούν· κάθε αγχίνοια θα ήταν περιττή αφού δεν έχουνε να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν: όλοι έχουνε τη θέση τους στην κοινωνία της Λαπούτας.

Η άρραφη ένταξη και πλήρης ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία της Λαπούτας, νησιού που ίπταται όταν δεν μετεωρίζεται και που διαρκώς αιωρείται, τους κάνει να φαίνονται αγενείς προς τους απ’ έξω, να δείχνουν «κακότροποι και κακομαθημένοι». Σέβονται βαθιά τον προνομιούχο ξένο· δεν είναι ποτέ ξενοφοβικοί αλλά είναι ξενηλατικοί, αφού ο ξένος πρέπει να ξεκουμπίζεται όταν πάψει να είναι χρήσιμος σε αυτούς και στη Λαπούτα. Θα προσεγγίσουν λοιπόν αρχικά τον ξένο με ζεστασιά, που διαθέτουν άφθονη, και με φιλόξενες προθέσεις ενώ θα φανούν εγκάρδιοι μέχρι να προσδιορίσουν τη χρήση και τη θέση του ξένου μέσα στη γωνία της Λαπούτας που τους αντιστοιχεί. Αν ο ξένος δεν είναι χρήσιμος, θα παραγκωνιστεί — αν και συνήθως όχι με βίαιο τρόπο. Ελάχιστοι μόνο, δηλαδή οι καλύτεροι ανάμεσά τους, θα ενδιαφερθούν να συσχετιστούν μαζί σου για αυτό που είσαι ακόμα και αν δεν συντρέχει πιθανότητα προσωπικής ωφέλειάς τους ή συμφέροντος. Άλλωστε στη Λαπούτα είναι κοινωνικά αποδεκτό να είσαι ανοιχτά συμφεροντολόγος.

Στις συναυλίες μιλάνε δυνατά ή παρακολουθούν άκεφοι και σιωπηλοί, ενώ στα τραπεζώματα μιλούν μόνον με όσους είναι συμφέρον ή απαραίτητο να μιλούν. Αποφεύγουνε να μαγειρεύουν και αφήνουν αυτή την αγγαρεία στους γηραιότερους ή στους επαγγλεματίες. Επιλέγουν συνήθως να στέκονται εκεί από όπου οι άλλοι προσπαθούν να διαβούν. Δεν συγκρούονται ανοιχτά με κανέναν και δεν βρίζουν: προτιμούν το δηλητήριο από το στιλέτο.

Στη Λαπούτα έχω πολύ καλούς φίλους. Η Λαπούτα μου έδωσε λίγα δώρα και μονάκριβα. Κάποτε το νησί του Μοντεχρήστου, κάποτε το μαγικό Fortress of Solitude, η ιπτάμενη Λαπούτα που ταξιδεύει με χάρισε το ωραίο ταξίδι κουβανώντας με. Άλλωστε ποτέ δεν ξέρεις αύριο που θα αγκυροβολήσει.

Στο κεχρί

at rest

Με τη Λέλα παίζαμε μαζί όταν ήμασταν παιδιά. Μου φαινόταν περίεργα όμορφη· όχι αλλόκοτα: περίεργα. Παίζαμε πολύ μαζί, κι εκείνη επινοούσε διαρκώς καινούργια παιχνίδια για τους δυο μας. Παίζαμε μπαμπά και μαμά πολύ συχνά, αλλά μην πάει ο νους σας σε παιδικές σεξουαλικότητες και τέτοια: τραπεζώματα, ψώνια κι επισκέψεις ήταν όλο το παιχνίδι, στο τελευταίο έφερνε και τις κούκλες της για ενισχύσεις. Όταν με ρώταγε τι ήθελα να παίξουμε, απαντούσα «αμπάριζα», εκείνη την εποχή μόνον η αμπάριζα μού άρεσε.

Μου έκανε εντύπωση που μίλαγε λίγο πιο δυνατά από τα άλλα παιδιά αλλά αυτό το εξηγούσα εύκολα: ήταν από χωριό.

Ύστερα μετακόμισαν και χαθήκαμε. Όταν ετοιμαζόμουν για Πανελλαδικές έμαθα νέα της, μού είπαν ότι η Λέλα αρραβωνιάστηκε. Πιο συγκεκριμένα, μου το είπε η μάνα μου, η οποία ακόμα και σήμερα νομίζει ότι θέλω να μαθαίνω όλου του κόσμου τα νέα. Ρώτησα γιατί βιάστηκε να αρραβωνιαστεί τόσο μικρή,  η απάντηση με εξέπληξε: «Ε, αφού δεν της πολυφτάνει το μυαλό, δεν πειράζει». Αρχικά νόμισα ότι το σχόλιο αφορούσε τις άμυαλες κορασίδες που πάνε και παντρεύονται άρον άρον το πρώτο τους αμόρε, όμως αλλού το πήγαινε η μάνα μου. Τότε και μόλις τότε κατάλαβα.

Όταν ήμουν φοιτητής έμαθα ότι η Λέλα έκανε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι. Χρόνια μετά, μάλλον αφού είχα πάρει πια πτυχίο, απέκτησε κι ένα αγοράκι. Δεν μπορώ να πω ότι πλέον έδινα πολλή σημασία στα νέα της Λέλας. Αργότερα έμαθα ότι χώρισε από τον άντρα της. Μετά πάλι χρόνια χωρίς νέα, ενώ στο μεταξύ πέθανε ο πατέρας της. Στο μεταξύ ο αδερφός της έκανε καριέρα, μεγάλος και τρανός ο Στέλιος, γι’ αυτόν με ενημέρωνε τακτικά η μητέρα μου που μάλλον αναρωτιόταν πότε κι εγώ θα κάνω καριέρα σαν του Στέλιου, τζετ τού έστελνε η εταιρεία του για να τον παραλάβει και ούτω καθεξής.

Σκόρπιες πληροφορίες από αργότερα: άλλα δύο παιδιά για τη Λέλα, χωρίς να αναφέρεται γάμος. Θυμάμαι να πίνω καφέ με τους δικούς μου, μια τελετή που τα τελευταία 23 χρόνια είτε παραμένει στο απέριττο πλαίσιο της στυλιζαρισμένης εθιμοτυπίας είτε μπορεί να εκτραχυνθεί απότομα σε κατευθύνσεις ανελέητες κι οριακά ανθρωποφαγικές. Εκείνη τη φορά, πάνε πάνω από πέντε-έξι χρόνια, έμαθα ότι «προβληματίζεται ο Στέλιος για την αδερφή του». Επειδή πια είχα κι εγώ δουλίτσα, αν και ο εργοδότης μου μόνο ταξί κι οικονομική θέση μού πληρώνει όταν και αν, ρώτησα τι έπαθε η Λέλα.

Η μητέρα μου μου υπενθύμισε ότι το παιδί ήταν κάπως ελαφρό από μικρό. Γέλασα που μια γυναίκα γύρω στα σαράντα μπορεί να είναι παιδί. Τη ρώτησα γιατί ανησυχεί ο αδερφός της, ε γιατί είναι ελαφριά κι είναι και χωρισμένη με τέσσερα παιδιά και έχει πεθάνει κι ο πατέρας της. Ρούφηξα τελετουργικά μια γουλιά καφέ, στο σπίτι τούρκικο φτιάχνουν κι εσπρέσσο μόνον παραγγελία από τον φούρνο. Είπα με την απαιτούμενη gravitas του ότι μια χαρά μπορεί ο Στέλιος να φροντίσει και την αδερφή του και τα ανίψια του και ότι μια χαρά κοινωνική είναι η Λέλα και έχει και δουλειά, ότι δεν είναι δα τόσο βαρειά η νοητική υστέρησή της, σιγά που το κάνουνε πια τόσο μεγάλο θέμα κτλ, (στο μεταξύ η gravitas αλάφραινε).

Η μητέρα μου αγανάκτησε· συνήθως όταν αγανακτεί μαθαίνουμε τι σκέφτεται: «Μα το παιδί είναι ελαφρό, έχει τέσσερα παιδιά, ένα σωρό εκτρώσεις, και έτσι όπως πάει θα κάνει κι άλλα μέχρι την εμμηνόπαυση.» Την κοίταξα με επίπλαστη απορία κι εκείνη συνέχισε: «Είναι ελαφρύ το παιδί, σου λέω, είναι χαζό· αυτοί οι καθυστερημένοι δεν έχουνε φραγμό, δεν έχουν περιορισμούς, άσε που ο νους τους είναι συνέχεια στο κεχρί.»

Προτίμησα να μη συνεχίσω τη συζήτηση. Το κεχρί το θυμόμουν από τους πίνακες στην εγκυκλοπαίδεια Δομή με γεωργικά προϊόντα διαφόρων χωρών και γιατί, πάλι κατά τη γνώμη της μητέρας μου, συνέχεια στο κεχρί έχουνε τον νου τους και οι διανοούμενοι.

Πριν λίγο καιρό έμαθα ότι η οικογένεια, που βεβαίως έχει την κηδεμονία της Λέλας, φρόντισε περίπου την εποχή που έγινε αυτή η συζήτηση να τη στειρώσει χημικά «για να πάψει να πιάνει μούλικα». Διότι η ελληνική οικογένεια δεν είναι μόνον γραφικότητα και ποίηση και υλικό για βιωματικές παραστάσεις και χάπενινγκ, είναι και κάτι στυγερά αποτελεσματικό.

Μπορεί βεβαίως να μην είναι αλήθεια όλα αυτά με τις χημικές στειρώσεις ― δεν γίνονται τέτοια πράγματα τον 21ο αιώνα, δεν δένουν ανθρώπους στα κρεβάτια, δεν τους κάνουν ηλεκτροσόκ, δεν κοιμίζουν παιδιά μέσα σε κλουβιά. Αλίμονο.

Bandersnatch

Jabberwocky.jpg

Το παιχνίδι των συνειρμών λειτουργεί διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα αγγλικά ήταν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου. Εννοώ το πρώτο μη διασκευασμένο βιβλίο. Μου είχε κοστίσει πολύ χαρτζηλίκι, μια έκδοση με υπόμνημα, αφού δεν είχα ελπίδα να καταλάβω και πολλά από ένα βιβλίο γεμάτο λογοπαίγνια και κάθε λογής υπαινιγμούς. Η έκδοση που πήρα είχε εκτός από υπόμνημα και την αυθεντική εικονογράφηση του Τένιελ.

Διαβαζοντας το Jabberwocky, που είναι για πολλά ποστ από μόνο του, έπεσα στη λέξη Bandersnatch, που χαρακτηρίζει τον ίδιο τον  Jabberwocky, ένα τέρας σαν δράκο. Η λέξη μου κόλλησε κατευθείαν επειδή μετρικά είναι δάκτυλος  (τάτατα). Στο υπόμνημα έλεγε ότι θα μπορούσε να είναι επίθετο του Μπαγκίρα στο Βιβλίο της ζούγκλας επειδή «μπαντάρ» είναι ο πίθηκος στα χίντι, αν θυμάμαι καλά. Αυτό μου άρεσε γιατί ο Μπαγκίρα μού είναι ο συμπαθέστερος χαρακτήρας στην ταινία κινουμένων σχεδίων του Ντίσνεϋ.

Η λέξη παρέμενε κολλημένη στο μυαλό μου όταν επανερχόταν κάθε τόσο όπως πάρα πολλές άλλες λέξεις, στίχοι ή μελωδίες που  μπορεί να αναδύονται ξαφνικά και να επιπλέουν έρμαιες στην επιφάνεια της σκέψης για βδομάδες. Έγινε κι αυτή μία από τις δικές μου μυστικές επωδές, επωδές που δεν περιμένεις να ξορκίσουνε τίποτα όμως.

Και μετά ήρθε το Black Mirror.

Φόβος και πάθη

Photo 27-8-15 - 11 24 04 μ.μ.

Θυμάμαι τακτικά κάτι που είχε πει παλιά ο Πέτρος Κωστόπουλος σε μια συνέντευξη: ότι όταν ξεκίνησαν το Κλικ έβριζαν αβέρτα και αστόχαστα όποιον ήθελαν, και σπάγανε πλάκα κτλ., ενώ αργότερα όταν κατέληξαν να έχουνε κάνει τόσους πολλούς φίλους παντού, ήτανε πολύ πιο δύσκολο να στηλιτεύσεις κάποιον από αυτούς ανοιχτά.

Βεβαίως πολλοί θα ξινίσουν ευθύς και θα αντιτείνουν πως όταν λέει «φίλους» ο πασάς του ξεβλαχέματος εννοεί «συμφέροντα» ή έστω «άκρες» κι ότι δύσκολα δαγκώνεις το χέρι που έστω και περιστασιακά σε ταΐζει. Άλλοι θα σπεύσουν να εξηγήσουν ότι για αυτόν ακριβώς τον λόγο έχουν ελάχιστους φίλους, ώστε να μην αναγκάζονται να αποσιωπούν τις φαυλότητες των φαύλων και τις ασυνέπειες των ελαφρών κι ανερμάτιστων.

Κακά τα ψέματα όμως, έστω και πίσω από τη μάσκα του ψευδώνυμου, όσο περνάνε τα χρόνια που γράφεις, τόσο περισσότερο πιέζεσαι να αυτοπεριορίζεσαι: όλο και περισσότεροι άνθρωποι μαθαίνουν ποιος είσαι ή το μαντεύουν από τα πολλά ή λίγα που αποκαλύπτεις στα κείμενά σου, όλο και περισσότερο διευρύνεται ο κύκλος σου, όλο και πιο εκτενώς διαβρώνεται η ψευδωνυμία σου.

Και δεν μπορείς δηλαδή πια να κράξεις κανέναν; Ω μα και βέβαια μπορείς. Απλώς όσο περνάνε τα χρόνια που γράφεις, τόσο περνάνε τα χρόνια γενικώς: μεγαλώνεις κι αντιλαμβάνεσαι ότι δεν αξίζει να ασχολείσαι με όλα όσα μπορείς να ασχοληθείς. Δεν αξίζουν όλοι και όλα αναίρεση και διάψευση, δεν είναι ανάγκη να ρίχνεις τάπες σε στόκους, δεν έχει νόημα να πεις την τελευταία λέξη σε όσους κωφεύουν. You pick your battles, τέλος πάντων.

Επιπλέον βαριέσαι και λίγο, νιώθεις πλέον ότι το κράξιμό σου το αξίζουν αφενός μόνον όσοι πραγματικά θα κάνουνε ζημιά αν όσα λένε δεν αναιρεθούν και αφετέρου οι φίλοι σου, για τους οποίους νιάζεσαι και δεν αντέχεις να λένε μαλακίες και να ξευτιλίζονται. Εδώ διαφέρεις λοιπόν από τον Πέτρο Κωστόπουλο: ακριβώς επειδή κάποιος είναι φίλος σου θα τον κράξεις.

Βεβαίως και αυτολογοκρινόμαστε πολλές φορές από φόβο ή απλώς από ανάγκη να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Βεβαίως και ακόμα και όταν πάψουν να μας διαβάζουν οι γονείς μας — κάτι που πολλούς τους απελευθερώνει — κάποια στιγμή θα αρχίσουν να μας διαβάζουν τα παιδιά μας, αν και τα παιδιά μας ενδιαφέρονται για τα μυστικά και για τα πάθη μας λιγότερο από όσο φανταζόμαστε ή φοβόμαστε. Βεβαίως και κάποιοι δεν απελευθερώνονται ποτέ γιατί τους διαβάζει ο ίσκιος του μπαμπά ή της μαμάς τους — ή τέλος πάντων έτσι νομίζουν κι αυτοί. Άλλωστε και η αυτολογοκρισία είναι ένας περιορισμός που μας βοηθάει είτε να γίνουμε πιο δημιουργικοί κι αγχίνοες, είτε μας καθιστά λαπάδες της απόκρυψης και της αποσιώπησης και του γρίφου που κανέναν δεν αφορά — σε αυτά μοιάζει με τους υπόλοιπους περιορισμούς, και μάλιστα αυτούς που επιβάλλει το όποιο μέσο.

Μακεδονικές αναμνήσεις

volker_und_sprachenkarte_der_balkan_-_halbinsel_1924_leipzig
Volker und Sprachenkarte der Balkan-Halbinsel (Λειψία 1924)

Μεταξύ του 1981 (που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου) και του 1991 στην Ελλάδα «Μακεδόνες» αυτοαποκαλούνταν μερικοί Μακεδόνες Βλάχοι (όπως ο Ν. Μέρτζος λ.χ.) και οι ανύπαρκτοι άγλωσσοι ντόπιοι που δεν είναι μειονότητα, των οποίων πάντως η γλώσσα αποκαλούνταν ευρύτατα «μακεδόνικα» ή «ντόπικα». Οι Πόντιοι της Μακεδονίας αυτοαποκαλούνταν «Πόντιοι» (και προσπαθούσε το ΠΑΣΟΚ να τους μεταστρέψει με την Παναγία Σουμελά), οι Σαρακατσάνοι «Σαρακατσάνοι», οι υπόλοιποι Βλάχοι «Βλάχοι», ενώ οι υπόλοιποι αυτοαποκαλούνταν «Έλληνες».

Η Σαλονίκη ήταν η Συμπρωτεύουσα. Το Υπουργείο Βορείου Ελλάδος απλώς έγινε Υπουργείο Βόρειας Ελλάδας επί ΠΑΣΟΚ, ενώ «Μακεδονία» ήταν η αρχαία Μακεδονία· στην Κατερίνη και αλλού παραθέριζαν ορδές Γιουγκοσ(κ)λάβων. Υπήρχε πάντως η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, ο Μακεδονικός Αγώνας και η ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, που αποσκοπούσε και στον «εξελληνισμό των πληθυσμών της Μακεδονίας» (όχι εγώ, η μπλε ιστορία).

Θυμάμαι με διαύγεια την κατάπληξή μου όταν γύρω στα 1992 γεμίσαμε μακεδονικούς χαλβάδες αλλά και Μακεδόνες που όμως ήταν και Πόντιοι, όταν αποκτήσαμε πρωτεύουσα της Μακεδονίας, Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, μακεδονικά τραγούδια (ξέρετε, τα μεταφρασμένα), μακεδονικές συνταγές (κυρίως βλάχικες και μικρασιάτικες), μακεδωνυμίες σε αεροδρόμια, μουσεία, αεροπλάνα και βαπόρια.

Γίνε Λάνθιμος

favourite11.0

Με αφορμή τις δέκα οσκαρικές υποψηφιότητες για την Ευνοούμενη του Λάνθιμου.

Δεν είμαι φανατικός οπαδός του Λάνθιμου. Ο Κυνόδοντας ήταν κλασική ταινία και στην εκτέλεσή της αλλά και στο ότι επιτίθεται ανελέητα στο σεπτό σέβασμα που λέγεται ελληνική οικογένεια· μου άρεσε πάρα πολύ. Οι Άλπεις θα μπορούσαν να είναι πτυχιακή του Μπέργκμαν αν είχε την ατυχία να γεννηθεί στις μέρες μας. Ο Αστακός ήταν καλοφτιαγμένος κι ενδιαφέρων ενώ το Ελάφι καλό ένδεχομένως αλλά όχι του γούστου μου.

Ωστόσο. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που γυρίζει σενάρια και όχι ό,τι παπαριά τού κατέβει στο μυαλό μέσα στην αλκοολική ντάγκλα εντός θρυλικού μπαρ. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη με εικαστική και σκηνοθετική υπογραφή που στήνει τους ηθοποιούς του και δεν τους αφήνει απλώς να κάνουν τα δικά τους — κι όλα αυτά με τρόπους που έχουν ήδη φτιάξει σχολή. Και όλα αυτά μέσα σε δέκα περίπου χρόνια.

Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που λοιδωρείται ακατάπαυστα, κάτι που στην Ελλάδα μάλλον είναι συνέπεια ή δείκτης του πόσο καλός είσαι, αν έχει δίκιο ο Βάσος Γεώργας. Αρχικά χλευαζόταν γιατί γύριζε διαφημίσεις και βίντεο κλιπ, ενώ ξέρω γω υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να βιοποριστεί ένας μη-εισοδηματίας σκηνοθέτης μακριά από το ΕΚΚ. Μετά μάθαμε ότι κάνει ψυχρό σινεμά, σε αντίθεση π.χ. με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, σκηνοθέτη της Νεράιδας και του Παλληκαριού, του Επιχείρησις Απόλλων και του Μάμα Μία. Τώρα μάς λένε ότι δεν είναι Έλληνας σκηνοθέτης, γιατί στο εξωτερικό δουλεύει, σαν κάποιο Κώστα Γαβρά λ.χ. και σε αντίθεση με μεγάλους σκηνοθέτες όπως ο Γιάνναρης κι ο Οικονομίδης αλλά και ο Αλεξίου ή ο Βαρδής Μαρινάκης, των οποίων το έργο αναγνωρίζεται όπως του αξίζει στη μεγαλόψυχη πατρίδα μας…

Ένα έχω να πω: σε μια χώρα που εκθειάζει τον κάθε μαλαΚούλη, κάτοχο πτυχίων και κενών διαπιστεύσεεων αλλά κι «εργαζόμενο» των διασυνδέσεων, γίνε Λάνθιμος. Σε μια χώρα κατάξινων κριτικών που σαν βοοειδή βόσκουν στα λιβάδια των «φίλων» τους ενατενίζοντας αγελαδινά τον κόσμο και μουγκανίζοντας ιδεοληψίες, γίνε Λάνθιμος.