
Το πρωί πήγα να πάρω καφέ και συνάντησα έναν συνάδερφο που βλέπω μια φορά τον μήνα. Τον σύστησα στη φίλη μου που τυχαία πέρναγε από εκεί αλλά ακόμα και τώρα δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν το σωστό όνομα.
Δεν θυμάμαι ονόματα ανθρώπων. Από παιδί. Πολλές φορές αυτό δικαίως παρεξηγείται ως αδιαφορία, αλλά εδώ δεν θυμόμουν ονόματα κοριτσιών που μου άρεσαν. Απεναντίας θυμάμαι ονόματα λογοτεχνικών ηρώων. Θυμαμαι λόγου χάρη τον Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες.
Ο Χλάντνικ συνελήφθη από τους ναζί και όσο ήταν έγκλειστος έβαλε τον εαυτό του να σκεφτεί κάθε λογής συμφορά, πεπεισμένος ότι άν σκεφτεί κάτι κακό δεν πρόκειται να του συμβεί: με το να σκεφτείς δυσάρεστα ή φρικτά ενδεχόμενα, με το να τα περιμένεις, τα αποτρέπεις. Αυτή η μαγική μέθοδος οξύμωρα συνυπάρχει μέσα μου με την ασυμβίβαστη δοξασία του «κατά φωνή κι ο διάολος» (ναι, μεταξύ γαϊδάρου και speaking of the devil).
Η μάνα μου κλίνει σαφώς προς τη σχολή του να μην πιάνεις στο στόμα σου το κακό. Από τότε που τη θυμάμαι φοβάται τον καρκίνο. Είναι ογδόντα χρονών, την έχουνε βρει ένα σωρό, τα έχει ξεπεράσει όλα ή τους έχει υποταχτεί (οι αντοχές μας δεν είναι ανεξάντλητες) αλλά από καρκίνο τίποτα προς το παρόν. Στο μεταξύ έχει χάσει δύο αδερφούς από την αρρώστια, χωρίς να υπάρχει σαφής κληρονομική προδιάθεση — έτσι μας λένε.
Έχω κληρονομήσει την καρκινοφοβία της μάνας μου. Στον γιατρό θα τρέξω μόνον αν νομίζω ότι έχω καρκίνο (συνήθως σε περιόδους άγχους ή θλίψης) ή ότι κινδυνεύω να παραμορφωθώ, όλα τα άλλα εντάξει, μια χαρά, είμαι βράχος, είμαι θύελλα, είμαι δέντρο κτλ. Ναι, ξέρω: νευρωσάρα. Και η καρκινοφοβία ξεκίνησε όταν ήμουν μικρός.
Ερχόταν λοιπόν ο παππούς ο Πολίτης στο σπίτι κάθε Κυριακή και μου έλεγε ότι στην Πόλη του 1919 τού έμαθαν δύο καρκινικές επιγραφές. Κλώτσαγα λίγο στο «καρκινικές», ακόμα δεν είχα μάθει τι είναι palindrome. Μου έλεγε λοιπόν ότι η μία επιγραφή είναι η πασίγνωστη
ΝΙΨΟΝΑΝΟΜΗΜΑΤΑΜΗΜΟΝΑΝΟΨΙΝ
που δεν καταλάβαινα και με ζόριζε: τότε με ενοχλούσε να μην καταλαβαίνω κάτι, με το να μην καταλαβαίνω με συμφιλίωσε η ποίηση, πάρα πολύ αργότερα. Ο παππούς μου καθόταν και μου το εξηγούσε αλλά εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω πώς ξεπλένονται τα ανομήματα με νερό.
Η άλλη καρκινική επιγραφή ήτανε χειρότερη:
ΑΝΑΣΤΑΣΚΑΜΠΑΚΣΑΤΣΑΝΑ
«Τι λέει εδώ ρε παππού;»
«Αναστάς καμπάκ σατσάνα.»
«Τι θα πει;»
«Ο Αναστάσης πουλάει κολοκύθια.»
«Σε ποια γλώσσα;»
Κι εδώ άρχιζε το πρόβλημα γιατί ο παππούς ο Πολίτης, όπως πολλοί Πολίτες, ήταν μισότουρκος, και πώς να πει στον εγγονό ότι ήταν τούρκικα; Με τα πολλά τον κατάφερα και τον ρώτησα αν είναι πραγματική καρκινική επιγραφή, αφού τα τούρκικα δεν γράφονται με ελληνικά γράμματα. Η απάντησή του ήταν ότι «ναι, αλλά άμα τη γράψεις με ελληνικά γράμματα, η πρόταση είναι καρκινική».
Κάπου εδώ βρίσκεται κρυμμένη μια μεταφορά για τη μνήμη και το ασυνείδητο. Ίσως.








