Η κομμουνιστική Ελλάδα του 2018

Ζούμε σε μια από τις πρώτες χώρες του Πρώτου Κόσμου στην οποία εφαρμόστηκε η νεοφιλελεύθερη συνταγή «λιτότητα και ξεπούλημα» και μάλιστα χωρίς Τσαουσέσκου και Πινοτσέτ ή άλλες τέτοιες τριτοκοσμικές ασχημοσύνες. Η εκτέλεση της συνταγής αυτής μετέτρεψε τον ΣΥΡΙΖΑ, που αν θυμάστε θα έφερνε τον κομμουνισμό, σε κεντροδεξιό κόμμα ― δείτε κι εδώ.

Υπάρχουν ωστόσο πάρα πολλοί που εδώ και τρία χρόνια διαμαρτύρονται ότι ζούμε σε σταλινικό καθεστως, το οποίο έχει ξεκινήσει πρόγραμμα θεμελίωσης του υπαρκτού σοσιαλισμού στην Ελλάδα.

Βεβαίως η πραγματικότητα τους διαψεύδει: δεν βλέπουμε ουρές για ψωμί και 450 γραμμάρια τυρί φέτα αλλά παντού μαγαζιά πολυτελείας· δεν μας κυβερνάν εργατικά συμβούλια παρά διάφοροι λεφτάδες και φιλάνθρωποι· δεν έχει κολλεκτιβοποιηθεί το σύμπαν (τρένα, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, υπηρεσίες) παρά έχει ξεπουληθεί σε ιδιώτες· δεν παρελαύνουν κομσομόλοι της Κουμουνδούρου στους δρόμους αλλά ναζί και χριστιανοεθνικιστές· δεν δείχνει η τηλεόραση αντάρτικα, ιστορίες από το αγροτοεργατικό κίνημα και ρεπορτάζ από τοπικές συνελεύσεις παρά προβάλλει καταναλωτικά προϊόντα που ενθαρρύνουν την κατανάλωση κι έναν αδιανόητα αντιδιανοητικό ατομικισμό.

Το μόνο κομμουνιστικό καθεστώς στο οποίο κάπως μοιάζουμε είναι αυτό του σ. Τσαουσέσκου (φίλου δεξιών κι αριστερών τότε), που εξαθλίωσε μια ολόκληρη χώρα για να αποπληρώσει το ΔΝΤ. Όμως είμαι σίγουρος ότι δεν έχουν τον Τσαουσέσκου στο μυαλό τους όσοι θρηνωδούν για τον αποσοβιέτωσή μας.

Πολλοί δεν μπορούν καταπιέσουν τη θυμηδία τους όταν κάθε λογής δεξιοί και δεξιόστροφοι ισχυρίζονται ότι κατρακυλάμε προς τον κομμουνισμό ενώ η πραγματικότητα πηγαίνει αλλού. Γίνεται πολύς λόγος για «χαζούς» και «ιδεοληπτικούς» που σκιαμαχούν εμμονικά με το φάσμα του κομμουνισμού ακόμα και όταν αυτό διόλου δεν μετεωρίζεται πάνω από τα κεφάλια τους. Πλακίτσα γίνεται και γίνεται πολλή, γενικώς. Τα γέλια δυναμώνουν όταν κάποιοι από τους κατά φαντασία συμμοριτόπληκτους φωνασκούν ότι βρίσκονται υπό διωγμό. Γίνεται τότε λόγος για τζάνκια της εξουσίας ή κρατικών επιχορηγήσεων που στο παραλήρημά τους τρώνε φρίκη και υποκύπτουν σε μανία καταδίωξης.

Δεν είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα. Όσοι βλέπουν την επέλαση της κομμουνιστικής λαίλαπος στην Ελλάδα δεν είναι απαραιτήτως κουτοί ή απλώς εξουσιοστερημένοι. Πολλοί από αυτούς ξέρουνε τι λένε, πολλοί από αυτούς έχουν όραμα. Ό,τι δεν συντελεί ενεργά στην υλοποίηση του οράματός τους είναι «σταλινισμός».

Το όραμά τους περιλαμβάνει κουκλίστικα κέντρα πόλεων, συμμαζεμένα κι εύτακτα κατά τα πρότυπα των τουριστοπόλεων της Μεσευρώπης, στα οποία θα μπορούν να ψωνίζουν και να σουλατσάρουν και να πίνουνε ριστρέτο και σπριτς και να τρώνε κονφί πάπιας με κριθαρότο τρούφας και στα παγκάκια των οποίων θα μπορούν να φλερτάρουν (αν θέλουν και μπορούν).

Θέλουν το χρήμα να ρέει προς αυτούς και τα παιδιά τους ώστε να ξεκινήσουν τις δικές τους επιχειρήσεις που θα εντάσσονται μέσα στον ιστό αυτών των κουκλίστικων ιστορικών κέντρων. Σκουπίδια, φτωχοί, μη σέξι πλανόδιοι, μπανάλ πινακίδες, απεργοί, τηλεοπτικές κεραίες, μπαρμπάδες, άνεργοι, άσχημες προσόψεις, θείτσες, σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου, φρικιά, πλαστικές καρέκλες, άπρακτοι μετανάστες που δεν φοράνε ποδιές ή δεν υποδέχονται χαμογελαστοί πελάτες να αποσκορακίζονται και να εξοστρακίζονται εκτός, εκεί, έξω, μακρια: στο μπανλιέ.

Θέλουν ζυγοσταθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες χωρίς δημοσίους υπαλλήλους, γραφικές εκκλησίες χωρίς παπάδες και ζητιάνους και χαροκαμένους που σταυροκοπιούνται διώχνοντας τους τουρίστες, κομψές διαφημίσεις στο μετρό, έτζυ φοιτητές που θα ξεδιπλώνουν το σέλας της νιότης σε προσεκτικά ψαγμένες πολιτιστικές παρεμβάσεις κι όχι αφισοκολλήσεις και καταλήψεις, θέλουν πανεπιστήμια και Τύπο που θα αμφισβητούν οτιδήποτε εκτός από το δόγμα ότι ο κόσμος τούς χρωστάει επειδή είναι γόνοι και διάδοχοι, επειδή είναι οικογενειακοί φίλοι με κάποιον κάπου ή με μουμιοποιημένο μέλος της λματ.

Ανήκουν σε μια σκιώδη Ευρώπη, η οποία γεωγραφικώς απαρτίζεται από μια ντουζίνα μνημεία, μια ντουζίνα ΚΥΕ και 5-6 λιθόστρωτους δρόμους και κανα-δυο γέφυρες, ενώ πολιτικώς είναι διευθυντήριο για απείθαρχους λαούς.

Το όραμα όσων τρέμουν τον κομμουνισμό και τον θυμιατίζουν στανικώς και σπασμωδικώς σαν καταπιεσμένα γυναικωτός διάκος είναι μια πόλη δική τους, για το 10 με 20%, και οι υπόλοιποι ας βρούνε κάποιον τρόπο να υπάρχουν κάπου αλλού και μακριά — ή και όχι. Θέλουνε μια χώρα να δουλεύει για αυτούς και να μην το πολυδείχνει, πολλώ μάλλον να μην παραπονιέται. Ό,τι αφήνει περιθώρια παραπόνων ή και διαμαρτυριών από τα συνήθη υποζύγια (μα δεν ξεχνιέται αυτή η διατύπωση!) είναι κομμουνισμός, σταλινισμός και αναξιοκρατία της νομενκλατούρας. Κι αυτά λέγονται από τους ίδιους κύκλους που θα στελέχωναν την κομματική νομενκλατούρα ή θα γίνονταν στυλοβάτης της αν είχε γίνει νικήσει ο ΔΣ, αν όντως είχαμε γίνει δορυφόρος της ΕΣΣΔ.

Ξυπνώντας ταξικώς λόγω του μνημονιακού εφιάλτη οι μη προνομιούχοι, πάντα σιωπηλοί και παραμυθιασμένοι, τελικά ξαναβυθίστηκαν στον ύπνο της Ελλάδας και της Παράδοσης και της Ορθοδοξίας κι Αντροσύνης — αν και κατά πολύ φτωχότεροι: έπεσαν από το 3 στο 1. Οι υπόλοιποι ελάχιστοι, άντε ένα 10 με 20%, αυτοί που από τα 9 έπεσαν στα 8, επίσης αφυπνίστηκαν ταξικώς και λυσσάνε στην ιδέα ότι ότι δεν έχουν ήδη καβατζώσει τα 11. Και σίγουρα γι’ αυτό φταίει ο σταλινισμός που ζούμε.

Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο απροκάλυπτα ταξικές οι απαιτήσεις των ελίτ στην Ελλάδα, έστω και πλαισιωμένες από αντικομμουνιστική φρεναπάτη.

Επωδή

Ούουουουουουιιιι
οροθετικές κι οροθετικοί
ρουβίκωνες, καταληψίες κι αλληλέγγυοι
πουστάρες και αστεφάνωτες
πρεζόνια και πακιστανοί
άνεργοι και τραβέλια
άθεοι και γιόγκι·

αυτοί σας έκλεισαν τα μαγαζιά
αυτοί σας έστειλαν να μείνετε πάλι μαζί με τη μαμά
αυτοί σας έστειλαν στο εξωτερικό·
εξαιτίας τους δεν έχετε να αγοράσετε φάρμακα και να δείτε γιατρούς
εξαιτίας τους η γειτονιά σου είναι γκέτο
εξαιτίας τους περνάς με 40 ευρώ.

Δείρτε τους και σφάχτε τους ρε, να καθαρίσει ο τόπος.
Να μπορεί να κυκλοφορεί άνετα κι ανεμπόδιστα κι αβάδιστα
η ΔΑΠ Νομικής
ο στεροειδής κλαρινογαμπρός από σόι καταχραστών
ο Γιώργος ο Καμίνης
η μισάνθρωπη γιαγιά
η πολυάσχολη αντρεπενούρ από την Πολιτεία ή τη Γλυφάδα
ο εργατοπατέρας
ο παπα Μπαλαμούτης
ο Σάκης Ρουβάς
ο συνταξιούχος παιδεραστής τμηματάρχης
η Μαριάννα Β.
και ο Β. Μαρινάκης.

πρώτη δημοσίευση εδώ.

Βασικά κυπριακά κόμματα

Το παλιότερο είναι το ΑΚΕΛ, ονομαστικά κομμουνιστικό κόμμα με τα συνθήματά του και τη νεολαία του και τα επαναστατικά άσματά του και τη γενικότερη αρτηριοσκλήρυνση. Βεβαίως, όπως κάθε αριστερό κόμμα που δεν θέλει να ενοχλεί και επιθυμεί να είμαστε όλοι αγαπημένοι και να μη μαλώνουμε, είναι ασυνάρτητο και πολλές φορές φαιδρό. Αυτό το διαπιστώσαμε κατά την ατσούμπαλη και σπασμωδική διακυβέρνηση του 2008-2013 αλλά το είχαμε πάρει χαμπάρι και πιο πριν. Βεβαίως, αν αποτολμούσε να ενοχλήσει, το ΑΚΕΛ θα συγκέντρωνε ένα 6 με 8% το πολύ: στην Κύπρο ο φτωχός κι ο προλετάριος ούτε οργανώνονται ούτε καν απεργούν αλλά πάνε και ζητούν δανεικά από τον τοκογλύφο ή την τράπεζα· συνήθως στον δρόμο θα κατέβουν μόνο αν τους πει το σχολείο να παρελάσουν ή να διαμαρτυρηθούν για το ψευδοκράτος.

Το ΔΗΚΟ υπάρχει για να διορίζει στο Δημόσιο και όπου αλλού τού περνάει. Πιάνει ένα 10% και σχεδόν πάντοτε καταφέρνει να χώνει υπουργούς στην κυβέρνηση. Ο άλλος λόγος ύπαρξής του είναι να τορπιλίζει στα μουλωχτά κάθε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Το ΔΗΚΟ έχει πολλά λαμπρά στελέχη που ενδιαφέρονται για αξιώματα χωρίς να τα σπιλώνει οποιαδήποτε πεποίθηση ή ιδεώδες.

Η ΕΔΕΚ έχει λαμπρό παρελθόν αριστερών αγώνων, παρελθόν μακρινό όσο και η νιότη του ιδρυτή του, του θρυλικού Βάσου Λυσσαρίδη. Νομίζει ότι είναι το ΠΑΣΟΚ της Κύπρου, το παλιό, το ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ. Στην πραγματικότητα δεν είναι σοσιαλιστικό κόμμα αλλά το μαγαζάκι στο οποίο αποτείνεσαι αν δεν μπορεί ή δεν θέλει να σε διορίσει το ΔΗΚΟ, επειδή π.χ. η οικογένειά σου δεν είναι με το ΔΗΚΟ.

Ο ΔΗΣΥ υποτίθεται ότι είναι το μεγάλο δεξιό κόμμα των ευρωπαϊστών, που αγκαλιάζει από σοβαρούς κεντροδεξιούς μέχρι κρύβδην εοκαβητατζήδες που σου εξηγούν ότι επί Μακαρίου ήταν αδύνατον να διοριστείς και στην Κύπρο ζούσες σαν αν ήσουνα στην Κούβα του Κάστρο — παραλληλισμός αντάξιος ενός Κίσσινγκερ. Στην πραγματικότητα ο Συναγερμός είναι κόμμα με δύο στόχους: να ξαναρχίσουν οι εργολάβοι να πουλάνε πολυτελή ακίνητα με κρυμμένες κακοτεχνίες στους ξένους που λαχταρούν ήλιο, θάλασσα, υγρασία και μπύρα ΚΕΟ, να συνεχίσουν οι 20 οικογένειες που διαφεντεύουν τον τόπο να πουλάν αιγιαλούς και κατάξερες πλαγιές για ξενοδοχεία κτλ και να συνεχίσουν οι λοιποί γόνοι που απασχολούνται στον τριτογενή τομέα να προσφέρουν οικονομικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στους Ρώσους, στους Κινέζους, στους Άραβες, στο Ισραήλ και εις πάντα ενδιαφερόμενο. Ο δεύτερος στόχος είναι ο προφανής: να συνεχίσει να πουλάει Ελληνισμό χωρίς Ελλάδα αλλά και χωρίς ντόπιο χαρακτήρα, θρησκεία όπως τη θέλει η χρυσοφόρος και χρυσοποίκιλτη Εκκλησία της Κύπρου και Ευρώπη bonne pour l’Orient σε ένα ακροατήριο το οποίο χάρη στις εκπαιδευτικές πολιτικές του θα μπορεί να συνεννοείται μόνο με βασικά αγγλικά.

Υπάρχουν και κάτι άλλα σώσματα και οι ναζί. Οι οποίοι δεν είναι ναζί αλλά πατριώτες.

Για έναν χιψτερισμό του δημοφιλούς

Κάθε τσόγλανος, είτε είναι λέκτορας στην Οξφόρδη είτε παιδί θαύμα στου Γκύζη το 1982, γνωρίζει πολύ καλά τα όριά του και προσπαθεί να τα αποκρύψει από τα μάτια των πολλών. Ως τάχα παιδί θαύμα στου Γκύζη το 1982, γιατί περί εμού ο λόγος, ήξερα ότι δεν είμαι καθόλου μα καθόλου παιδί θαύμα παρά ένας πιτσιρικάς με βιβλία και μουσικές στο σπίτι, κάτι που ούτε τότε ούτε τώρα είναι δεδομένο. Πολύ περισσότερο είχα επίγνωση ότι πέρα από μνημονικό και φιλομάθεια δεν είχα κανένα άλλο ταλέντο. Οι δάσκαλοι δεν το είχαν αντιληφθεί και μου μίλαγαν σαν να ήμουν μεγάλος άνθρωπος. Αυτό με κολάκευε πολύ ενώ επίσης εγκαινιάζε την άτυπη καριέρα μου ως μυστικοσύμβουλου και νουθέτη, εντελώς ακατάλληλου πολλές φορές.

Μια μέρα η δασκάλα με επέδειξε σε κάποιον συνάδερφό της ως κάποιον που ήξερε ότι η Τζοκόντα δεν είναι μόνο σοκολατάκι. Με ρώτησε ο δάσκαλος λοιπόν τι είναι η Τζοκόντα, απάντησα. Με ρώτησε πού το ξέρω, του αποκρίθηκα ότι την είδα στον τόμο Πινακοθήκη της εγκυκλοπαίδειας Δομή. Με ρώτησε αν μου αρέσει και του είπα ότι είναι ωραίος πίνακας — άλλωστε τι θα έλεγα. Μετά, κι ενώ είχα αρχίσει να νιώθω συστολή και εκνευρισμό, με ρώτησε πώς μπορώ να χαίρομαι την Τζοκόντα ως πίνακα όταν έχει γίνει σήμα κατατεθέν του Παυλίδη. Αν και προτιμούσα τις νουαζέτες από τις τζοκόντες, αφού πρώτα έφτυνα το απαίσιο φουντούκι, έμεινα με την απορία γιατί με ρωτάει κάτι τέτοιο.

Στο Πανεπιστήμιο έμαθα από την Τζούμα ότι η ποπ κουλτούρα καταπίνει και οικειοποιείται την υψηλή τέχνη αποστρογγυλεύοντας κι αφοπλίζοντας την, καθιστώντας την διακόσμηση και «κενό σημαίνον» — βεβαίως όλα τα σημαίνοντα κενά είναι από μόνα τους, αλλά γαλλοθρεμμένη καθώς ήταν συγχωρείται, αφού έτσι αποκαλούσαν τότε την απώλεια νοήματος ή τη συναρμογή του σημαίνοντος με ένα σημαινόμενο που δεν γουστάρουμε. Με δυο λόγια: αν βλέπεις παντού την Τζοκόντα (όπως και συνέβαινε, αφού κάθε μικροαστικό σπίτι εγκατέλειπε φοντάν και φρουί γλασσέ για να τρατάρει παστάκια, καριόκες και σοκολατάκια)  καταντάει μια αηδία η Τζοκόντα και είναι πια σήμα κατατεθέν κι όχι έργο τέχνης που κουβαλάει κάτι βαρύτιμο και θαυμαστό, που προκαλεί απορία.

Χτες ήταν μια όμορφη μέρα που έκλεισε με την ακρόαση των Θαλασσογραφιών των Λοΐζου και Παπαδόπουλου. Όταν άρχισε να παίζει το σιντί στο αμάξι ήμουν έτοιμος να ακούσω κάτι τόσο φθαρμένο όσο η Μόνα Λίζα στις τζοκόντες. Κατέληξα να ακούσω προσεκτικά και από την αρχή τα τραγούδια του δίσκου, χώρια ότι ανακάλυψα και δύο τραγούδια που δεν γνώριζα: το «Ένα γέρικο καράβι» με τον Πάριο και το «Μήνυμα» με τη θεϊκή Κωχ.

Ο χιψτερισμός περιλαμβάνει ένα αίτημα να ανακαλύψουμε και να προμοτάρουμε ό,τι δεν είναι δημοφιλές, ό,τι είναι παραμελημένο ή παρεξηγημένο ή περιθωριοποιημένο ή απλώς ντεμοντέ. Στις πιο ενδιαφέρουσες εκφάνσεις του μάς καλεί να σπάσουμε και να ανοίξουμε τον Κανόνα, κάθε τι που είναι παραδεδομένο ως αριστούργημα και ταυτόχρονα δημοφιλές. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν θα μπορούσαμε να περάσουμε σε μια φάση του χιψτερισμού στην οποία θα ξανανακαλύπτουμε όσα είναι ήδη μέρος του Κανόνα, όσα είναι δημοφιλή. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούμε να ξανακούσουμε π.χ. την Πέμπτη του Μπετόβεν και να νιώσουμε γιατί γάμησε και ταυτόχρονα γονιμοποίησε τη μουσική, να ξαναδούμε τον Άμλετ και να μας σηκωθεί η τρίχα, ή — πιο ταπεινά — να ξανακούσουμε το «Έχω έναν καφενέ» και να νιώσουμε γιατί έγινε σουξέ ή να προσέξουμε π.χ. την ξεμπούζουκη μα λαϊκή ενορχήστρωση της Γοργόνας ή του Νανουρίσματος, που δεν ξεπέφτει σε χατζιδακισμό.

Βεβαίως και γίνεται, βεβαίως και το περικείμενο δεν είναι ένα μονολιθικό κι άκαμπτο πλαίσιο ερμηνείας. Σας το διαβεβαιώνει ο τσόγλανος που είδε τη Μόνα Λίζα παρά τις τζοκόντες στη φοντανιέρα.

Καλοκαίρια

Το καλοκαίρι είναι ο θάνατος της άνοιξης.

Για μένα καλοκαίρια είναι τραβολόγημα μέσα σε βρωμερά πλοία για σκονισμένα κι άνυδρα νησιά, για ανεμοδαρμένα χερσοτόπια που ζουν από το εντυπωσιακά λίγο του τοπίου τους ή από το χρώμα του θαλασσινού νερού που τα συσφίγγει.

Καλοκαίρια για μένα είναι πλήξη και ζέστη σε εξοχικά, αποκομμένος από τους δικούς μου ανθρώπους, να τρέφομαι με ντοματοσαλάτες και μακαρόνια προσπαθώντας να χορτάσω με τοπίο και με την προσδοκία γεμιστών ή καμμιάς μπαρότσαρκας εν μέσω ηλιοκαμένων βουπούδων ή φασαίων εποίκων.

Το καλοκαίρι απαγορεύει τα γλυκά, αλλά πριμοδοτεί υπερμεγέθη ζαχαρώδη φρούτα ενώ πλημμυρίζει με ζάχαρη το αλκοόλ.

Τα καλοκαίρια σπανίζει το νερό, περισσεύει το αλάτι που μου τσιτώνει το δέρμα και το αργάζεται σαν να είναι πετσί· τα καλοκαίρια βρωμάνε αρρύθμιστες ντιζελομηχανές και καμένα λάδια παπιών σε καρόδρομους του θανάτου.

Τα καλοκαιρινά σκουπίδια σαπίζουνε στοιβαγμένα και αναποκόμιστα, ενώ το σπάνιο αεράκι των αποπνικτικών Ιουλίων αναμιγνύει την αποφορά τους με ό,τι λίγο σουρώνει από γιασεμιά και χλωρίνες.

Στα λευκά κελιά του καλοκαιριού, ενοικιαζόμενα ή μη, αντηχούν μεντεσέδες, καπλαμαδένιες πόρτες που δεν κλείνουν και παντζούρια που τα γρονθοκοπάει ο άνεμος.

Καλοκαίρι στην πόλη είναι να ζεις σε ερημωμένα χωριά, μπροστά από κατεβασμένα ρολά και ορθάνοιχτα μπλακόνια μέσα από τα οποία αντηχούν τηλεοράσεις, καβγάδες Σπιρτόκουτου ή — αν είσαι τυχερός — τίποτα ιμερικοί στεναγμοί και στόνοι όσων ιδρώνουν για καλό.

Καλοκαίρι σημαίνει τύφλωση, θάνατος του χρώματος· καλοκαίρι θα πει φωτιά και αϋπνία· καλοκαίρι συνεπάγεται χαύνωση και ραστώνη.

Τρέχουμε να κρυφτούμε από το καλοκαίρι μέσα στη θάλασσα ή μέσα σε κλιματιζομένους χώρους και αυταπατώμαστε ότι τρέχουμε για να βουτήξουμε μέσα του.

Το καλοκαίρι είναι η μοναξιά που θορυβεί σαν το πιο ιλαρό γλέντι. Το καλοκαίρι, ένα πανηγύρι μέσα στο οποίο τα σώματα απωθούνται καθώς συνωθούνται σαν σε χορό.

Τελικά το ελληνικό καλοκαίρι δεν υπάρχει, είναι μια σύντομη κι χρυσοπληρωμένη σε προσδοκίες παράσταση στημένη στο σκηνικό της αιγαιοπελαγίτικης ερημιάς κι αποψίλωσης, σκηνικό που εγείρει πανελλήνιες και μεσογειακές αξιώσεις.

No roots

I like standing still, but that’s just a wishful plan
Ask me where I come from, I’ll say a different land
But I’ve got memories and travel like gypsies in the night

Όσο κι αν μας συγκινούν τα δέντρα ως σύμβολα, επειδή είναι σταθερά και δυνατά και επειδή ανθούν και φέρουν κι άλλο, οι άνθρωποι δεν είμαστε δέντρα.

Οι άνθρωποι δεν έχουμε ρίζες. Ό,τι είμαστε και αυτοί που είμαστε το κουβαλάμε μαζί μας και μέσα μας, είτε ζήσουμε στα 10 χιλιόμετρα από εκεί όπου γεννηθήκαμε, είτε ξενιτευτούμε, είτε γίνουμε νομάδες. Ό,τι είμαστε και αυτοί που είμαστε το επινοούμε και το χτίζουμε, άλλοτε συνειδητά και κάποτε ανεπαίσθητα.

Η μαγική πίστη σε ρίζες, στις ρίζες μας, μας δηλητηριάζει. Επίσης μας ναρκώνει η επίπλαστη ασφάλεια που νιώθουμε γιατί περνιόμαστε για δέντρα αγκιστρωμένα στη γη, όπως και η ανάγκη να ενταχθούμε σε κάποια παράδοση που αυτομάτως θα ορίσει ποιοι είμαστε ώστε να μη χρειαστεί να ψαχνόμαστε και να το δουλέψουμε και να το παλέψουμε μονάχοι μας.

Τον 21ο αιώνα οι ρίζες που πασχίζουμε σώνει και καλά να βγάλουμε βλασταίνουν στο φαρμακωμένο χώμα των εθνικισμών και οι καρποί που δίνουν είναι φασισμοί. Συνεπώς το μεγάλο έργο αυτού του αιώνα, ελπίζω όχι και του επόμενου, θα είναι να απαλλαγούμε από την ανάγκη να ριζώνουμε και να νιώθουμε πως έχουμε ρίζες αντί για πόδια.

Όσα εύκολα χάνονται

Όταν έκανα κι εγώ τη δική μου εκδοχή της Grand Tour στην Ιταλία, ελέω της δουλειάς μου, έτυχε πρώτα να πάω στη Φλωρεντία και μετά στη Νάπολη.

Στη Φλωρεντία περνάς αναγκαστικά από την Ουφίτσι. Είναι χαρά θεού αυτή η πινακοθήκη, σε ξεπερνάει και σου επιβάλλεται χωρίς όμως να είναι αχανής σαν το Λούβρο. Βλέπεις έργα που ξέρεις, έργα που δεν ξέρεις και — το κυριότερο — έργα που νομίζεις ότι ξέρεις. Ήδη όμως ενώ είσαι στη μέση του δεύτερου ορόφου (από τον δεύτερο ξεκινάς και μετά κατεβαίνεις στον πρώτο), έχεις πήξει στις Παναγίες. Παναγίες παντού. Παναγίες σε κάθε σχήμα και χρώμα και ρυθμό και στάση. Μια παρθένα μητέρα ενός θεού.

Πολλά κρέατα, ζυμαρικά, φωτογραφίες και απεριτίβι μετά φτάνεις στη Νάπολη και πας στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Είναι ένα από τα πιο όμορφα μουσεία που θυμάμαι — αν και γενικά αποφεύγω τα μουσεία που δεν έχουνε να μου δείξουν όμορφα πράγματα κι απλώς θέλουνε να με διδάξουν. Ίσως γι’ αυτό μου αρέσει το Αρχαιολογικό της Νάπολης, επειδή είναι γεμάτο όμορφα πράγματα.

Στο Μουσείο αυτό βρίσκονται ανάμεσα σε πολλά άλλα και οι νωπογραφίες της Πομπηίας. Η πρώτη επαφή από κοντά με την αρχαία ζωγραφική είναι επιεικώς συγκλονιστική: ανακαλύπτεις ότι οι μεσαίου βεληνεκούς ζωγράφοι που διακόσμησαν τους τοίχους επαύλεων, μπουρδέλων και άλλων κτιρίων ενός θερέτρου 20.000 κατοίκων τον 1ο αιώνα μ.Χ. είναι τεχνικά εφάμιλλοι με τους μεγάλους δασκάλους της Αναγέννησης. Σκύβεις και κοιτάζεις τα έργα από πάρα πολύ κοντά και μετά από κάποια απόσταση και μετά πας στη διπλανή αίθουσα αλλά ξαναγυρίζεις κι αίφνης ο θεσπέσιος Μποτιτσέλλι (κι είναι ακόμα πιο θεσπέσιος από κοντά ο πούστης) δεν σου φαίνεται πια τόσο μοναδικός κι ανεπανάληπτος.

Βλέποντας τα έργα της Πομπηίας, χαμένα μέχρι μετά την Αναγέννηση, μόνον οίκτο και ελαφρά υπεροψία μπορείς να νιώσεις για τη «μεγάλη» βυζαντινή ζωγραφική στο γύρισμα της 1ης χιλιετίας και μετά (με μοναδική εξαίρεση τη Μονή της Χώρας και κάποια έργα της Μακεδονικής Σχολής) ή για την αφόρητα καρτουνίστικη αναπαραστατική μικρογραφία και τη διακοσμητική ανεικονική τέχνη του Ισλάμ

Λες λοιπόν: αυτή η τεχνική, των οκέι ζωγράφων του συρμού του 1ου αιώνα αναγεννήθηκε τον 14ο και — ιδίως — τον 15ο αιώνα. Και δεν λες κάτι άλλο από αυτό που βρίσκεται εγγεγραμμένο στον Κανόνα της δυτικής αισθητικής από τον Βαζάρι και μετά. Και μπορεί να έχεις άδικο (δεν έχεις), μπορεί να έχεις δίκιο. Αλλού βρίσκεται ο πόνος, ωστόσο.

Θυμάσαι ότι η θεματική της δυτικής τέχνης είναι Παναγίες (και ο Γιος της κι η ζωή Του και το τρελό παρεάκι Του που ίδρυσε Κοσμοκρατορία κραταιά στα μυαλά μας) και άντε κάτι μυθολογικά θέματα. Μόνο με τους Ολλανδούς και τους Φλαμανδούς θα επιστρέψει στη ζωγραφική η καθημερινή ζωή και η χαρά της. Φυσικά και δεν απουσιάζει ποτέ το συμβολικό και το ιδεατό από τη ζωγραφική ή όποια άλλη τέχνη. Αλλά θα χρειαστεί 15 αιώνες για να γυρίσουμε στη χαρά των καθημερινών. Για 15 αιώνες το καθημερινό και το εντελώς ανθρώπινο ως θέμα θα λειτουργεί είτε ως χρηστομάθεια («δείτε ποιοι καριόληδες θα πάνε στην Κόλαση») είτε ως ιντερλούδιο Μεγάλων, Ιερών κι Ηρωικών πραγμάτων.

Και βγαίνεις από τις αίθουσες της Πομπηίας στη Νάπολη και από τη Μυστική Κάμαρα με τα σοφτκόρ ερωτογραφικά της  και θυμάσαι τις ατέλειωτες Παναγίες στην Ουφίτσι μεταξύ 1300 και 1500-φεύγα και σκέφτεσαι, «ω θε μου, πόση επίγεια μοναξιά και πόση προσδοκία επουρανίων αγαθών στις εικόνες δεκατεσσάρων και βάλε αιώνων». Πόσο εύκολά χάνεται η χαρά της ζωής από τα μάτια μας. Πόσες γενιές έπρεπε να χορταίνουνε τη ματιά τους με αγίους και ήρωες και θεούς μέχρι να ξανασκάσει αυτός ο τσόγλανος ερωτιδέας:

Υπέρ της πολυγαμικότητας

God, I’m fond of adultery. Aren’t you? […] The softness it brings to the hardness […] A world without adultery is unthinkable. The brutal inhumanity of those against it. […] To demand of human flesh fidelity. The cruelty of it, the mockery of it, is simply unspeakable.

Philip Roth — Sabbath’s Theater p. 336

Η πολυγαμικότητα δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ιδανικό ή αρετή· ακόμα και αν υπήρξε εύσημο και άθλημα για τους άντρες, πάντως ποτέ δεν ήταν αποδεκτή για τις «τίμιες» γυναίκες. Βεβαίως πολλές φορές η τέχνη έχει άλλη γνώμη για αυτά τα θέματα, όμως στο σφυρί της τέχνης ξέρουμε να αντιστεκόμαστε όταν δεν κάνουμε νιανιά όσα μας δείχνει ή όσα μας ξυπνάει.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για την πολυγαμικότητα.

Ο έρωτας μάς δίνει διαφορετική χαρά, διαφορετικές χαρές και διαφορετικές χάριτες με διαφορετικούς ανθρώπους: με κάθε διαφορετικό άνθρωπο είναι αλλιώς η ερωτοπραξία. Αυτονόητο. Επίσης δεν υπάρχει ο ένας άνθρωπος με τον οποίο «όλα θα γίνουνε σωστά», ό,τι κι αν ισχυρίζεται η εποχή μας. Πολλώ μάλλον, ο ανθρώπινος πόθος δεν αποτελεί ένα οικονομίστικα δοσμένο κεφάλαιο το οποίο δεν πρέπει να σπαταλήσουμε δεξιά κι αριστερά παρά πρέπει να δαπανήσουμε «σωστά», όπως όταν αγοράζουμε σπίτι. Ο έρωτας είναι καινούργιος και ξεκινάει από την αρχή με κάθε καινούργια γνωριμία, ενώ αυτή η διαπίστωση καθόλου δεν συνεπάγεται ούτε εξιδανίκευση ούτε δαιμονοποίησή του.

Η μετά λόγου γνώσεως πολυγαμικότητα χορταίνει βαθιά την ψυχή και μιλάμε σαφώς για χορτασμό κι όχι για κορεσμό, μιλάμε για αποτέλεσμα πληρέστερο και οπωσδήποτε διαφορετικό από το να ξεκαυλώσεις απλώς.

Αυτός ο χορτασμός εν μέρει προέρχεται και από τις διαφορετικές λαγνικές εμπειρίες, αφού με κάθε διαφορετικό άνθρωπο ο έρωτας είναι διαφορετικός. Αυτό το εντελώς διαφορετικό που μας επιφυλάσσει κάθε καινούργιος εραστής και κάθε καινούργια ερωμένη δεν εξαρτάται σώνει και καλά από μαγικούς και μεταφυσικούς παράγοντες, παρά ξεκινάει από το ότι η καύλα βρίσκεται βεβαίως και στο μυαλό: είναι η επιθυμία για κάποιον, για κάποιον άλλο ή για κάτι. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι μια ερωτική στάση, μια συγκεκριμένη κατάσταση-φάση ή σκηνοθεσία ή ένα συγκεκριμένο μέλος του σώματος κ.ο.κ.

Επίσης η πολυγαμικότητα μάς ποντίζει βαθιά  μέχρι τον βυθό των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν τον κοιτάμε από την κατοπτρικά ακύμαντη επιφάνεια ο βυθός μοιάζει μια πάρα πολύ απλή εικόνα, εξόχως στατική. Όταν όμως ποντιστούμε μέσα του αλλάζει το πράγμα και οι κόσμοι του πλέον αποκαλύπτονται. Η πολυγαμικότητα μας αναγκάζει να ζήσουμε — όχι απαραιτήτως να αναστοχαστούμε — την αλήθεια ότι έχουμε διαφορετική ποιοτικά σχέση με κάθε διαφορετικό εραστή ή διαφορετική ερωμένη, όχι απλώς διαφορετικούς λαγνικούς συσχετισμούς.

Η εμπειρία της πολυγαμικότητας μας εξοικειώνει και με μία δεύτερη αλήθεια, ότι μετά το πέρας τους, διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφηνουνε δεσίματα διαφορετικής έντασης: από το μείον του μίσους μέχρι το μηδέν της αδιαφορίας και έως τη φιλία ή και την αγάπη. Επίσης μας αναγκαζει να αντιμετωπίσουμε και ότι διαφορετικές ερωτικές σχέσεις αφήνουνε πίσω τους δεσμούς διαφορετικής ποιότητας και διαφορετικού χαρακτήρα.

Η πολυγαμικότητα δεν είναι μόνον γαμήσια, λιγότερο περισσότερο αξιομνημόνευτα και αξιομακάριστα, χαρές και γλέντια. Η πολυγαμικότητα είναι και ένας τρόπος να ανεύρουμε άλλους, να μάθουμε τον άλλο, αλλά και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Μέσα από την πολλές φορές τυρβώδη πολυγαμικότητα μαθαίνουμε κυρίως τον εαυτό μας· τον σπουδάζουμε κοιτάζοντας τα βλέμματα των άλλων προς εμάς — όσο στρεβλά, τυραννικά, ζηλόφθονα ή φθονερά και αν είναι κάποτε. Επίσης μαθαίνουμε τον εαυτό μας μελετώντας τι βλέπουν οι εραστές κι οι ερωμένες όταν μας αντικρύζουν.

Σε γενικές γραμμές ισχύει πως η πολυγαμικότητα «μας εξασκεί στην ενσυναίσθηση αλλά και στα όρια, μας κάνει θαρραλέους και μας αναγκάζει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας».

Επαναλαμβάνω ότι προφανώς η πολυγαμικότητα μπορεί να γίνει τρομακτικά επώδυνη και σε αυτό μοιάζει με το πιοτό, την ψυχοθεραπεία, τη σωματική άσκηση και τη συστηματική μελέτη. Η εξάσκηση της πολυγαμικότητας είναι δύσκολη: απαιτεί λεπτότητα και βαθιά ευγένεια ώστε να μην καταντήσει χονδροειδής και ισοπεδωτική, αλλά να παραμείνει κάτι βαθιά ανθρώπινο κι εξανθρωπιστικό — πέρα από ιμερικό, μακάριο κι ιλαρό.

Εννοείται επίσης ότι η ταυτόχρονη ενασχόληση με διαφορετικούς ανθρώπους υπό διαφορετικούς όρους μπορεί να καταστεί από κυνική διαχείριση και ναρκισσιστική κούρσα μέχρι πρακτική μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης και άσκηση στην ενσυναίσθηση.  Μαθαίνει κανείς, να συναναστρέφεται τους άλλους — ιδίως όταν οι συγκεκριμένοι άλλοι χύνουν μαζί του ή τον έχουνε δει να βογγάει αναλόγως.

Οπωσδήποτε η πολυγαμικότητα και η πολλαπλότητα των ρόλων που εισάγει μάς καθαίρουν: μας ασκούν στην απόταξη της φρεναπάτης πως μας ανήκει οποιοσδήποτε άνθρωπος ή πως θα γίνουμε ο θεός του — όσο τρελός κι αν είναι ο έρωτάς μας, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη μας.

Ανθρώπινη και εξανθρωπιστική είναι τέλος και μία παραγνωρισμένη χρήση της πολυγαμικότητας: η αποσυμφόρηση των σχέσεων Παρά την αναπόφευκτη παρενέργεια της ζήλειας, η πολυγαμικότητα ως επιλογή σώζει σχέσεις, ιδίως μακροχρόνιες: αντί να εγκαταλείπεις τον άνθρωπό σου γιατί σου λείπει κάτι ή γιατί του λείπει κάτι, του αφοσιώνεσαι ή του παραμένεις αφοσιωμένος ανοίγοντας τον εαυτό σου.

Η πόλη, το σύμπαν

Είμαι ο εαυτός μου μόνο στις πόλεις, αν όχι μόνο στη Μία Πόλη που με ξέρει και νομίζω πως ξέρω. Εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούμε να υπάρχουμε ως οι εαυτοί μας το κατά δύναμη εκεί όπου μπορούμε να συνυπάρχουμε με όσους και με εκείνους που επιλέγουμε.

Οι μικροί τόποι και οι εξοχές μού προκαλούν κλειστοφοβία. Οι μικροί τόποι, οι άσχημοι αλλά και οι πιο όμορφοι, παγιδεύουν τη σκέψη μου σε λούπες ψυχαναγκασμού. Μου κλέβουνε τον ύπνο. Με ποντίζουν στην ταραχή, στη νοσοφοβία, στην έκθεση στα στοχευμένα βλέμματα ανεπιθύμητων ξένων. Μόνο στην πόλη είμαι ελεύθερος να περπατήσω, να ανασάνω· να είμαι.

Σε μερικούς προκαλούν κλειστοφοβία οι πόλεις. Τους πιέζουν, λέει, οι τοίχοι, τους πλακώνουν οι προσόψεις, ασφυκτιούν μέσα στους δομημένους λαβυρίνθους. Κι όμως, στις πόλεις, στη Μία Πόλη, κάθε πρόσοψη κρύβει κτίρια που περιέχουν κοιλότητες και κοίλους χώρους και κάθε χώρος, ζωντανός ή εγκαταλελειμμένος, κρύβει τουλάχιστον μία ζωή ο καθένας και κάθε ζωή περιέχει αναρίθμητες ιστορίες στο παρελθόν στο παρόν και κυρίως στο μέλλον. Παλίμψηστοι χώροι, όπως τους φανέρωσε ο Παπαϊωάννου στο Μέσα.

Κλειστοφοβία μου προκαλούν οι περίκλειστοι μικροί κόσμοι των εξοχών και της επαρχίας. Γιατί τι είναι πιο ασφυκτικό και ολόκλειστο από το κενό, από την κενότητα της αδιάφορης φύσης, του αχανούς αλμυρού νερού, των γυμνών βουνών, του άδειου ουράνιου καύκαλου, των άξενων δασών;

Κλειστοφοβία δεν ένιωσα στους περίκλειστους χώρους που έχτισαν άνθρωποι και κατοίκησαν άνθρωποι, μέσα στους οποίους έζησαν και δυστύχησαν κι αγάπησαν και γέλασαν άνθρωποι· άνθρωποι, όχι βοτάνια, θηρία, ψάρια, δέντρα. Εγκλεισμός επέρχεται μέσα στη μόνωση της μικρής σφηκοφωλιάς των χωριών, όχι στους λαβυρίνθους, στα μικρά κατοικημένα σύμπαντα των πόλεων.

Οι πόλεις είναι μεν χωρικά περίκλειστοι κόσμοι αλλά πολλαπλές και ορθάνοιχτες οικουμένες και για όσα περιέχουν και για κάθε δυνατότητα που περιέχουν: δυνατότητα για χαρά ή δυνατότητα για θάνατο.

Αγαπώ τα σκοτάδια των πόλεων και πιο πολύ της Μιάς Πόλης, που έχει και σκοτάδια κάτω από συστάδες δέντρων, και παραθαλάσσια, και ψηλά στο βουνό, και στις στοές της, και στους δρόμους της, και μέσα στον αδιανόητο σπόγγο των δωματίων που περιέχει. Κι αγαπώ την τυχαιότητα των συναντήσεων μέσα της, συναντήσεις τυχαίες που είναι πάντα εκπληξεις, όχι αναμενόμενες.

Γι’ αυτό δεν μου αρέσουν οι διακοπές: η Αθήνα είναι σύμπαν ικανό.

This is not a fucking village.
This is no fucking incestuous village.
This is the City. This is the Republic.
All the way from its Citadel,
to the maze of its streets,
to beyond its torn down
walls:
Open, eternal, sovereign.

Επίμετρο στον "Επαρχιωτισμό"

δηλαδή σε αυτό.

Τι μας κάνει να φαινόμαστε επαρχιώτες στα μάτια των ξένων;

Όχι βεβαίως τα «δεινά» του τόπου μας, παρά να διακηρύσσουμε την πεποίθησή μας ότι τα δεινά αυτά όχι μόνον υπάρχουν αποκλειστικά στον τόπο μας αλλά και αποτελούν στοιχεία του ντόπιου χαρακτήρα μας, της ιδιοσυστασίας μας.

Μόνον ένας αφόρητα χωριάτης θα πει και θα πιστέψει ότι το τάδε ή το δείνα, δεινό ή αρετή, είναι αποκλειστικό προνόμιο του χωριού του.

Κι αυτό τελικά το ξέρουν όλοι, ντόπιοι και ξένοι, αν εξαιρέσουμε κάτι ξινές παρουσίες αποικιοκρατικών πεποιθήσεων.