«[Α]ν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι [γενικά] θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.[…]Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα ‘συμβολικό’ έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. […] Δεύτερον, […] με τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, […] μεταφράστε [το] στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές.»
Ντου από παντού

Η μούργα κι η βρωμιά που είναι η Ελλάδα του 2017 δεν χρειάζεται άλλη παρουσίαση και περιγραφή: εξαθλίωση, εγκατάλειψη, ξεπούλημα, ναζί και κρυπτοφασίστες, υποταγή, χρηστοήθειες, φτώχεια παντού, εφησυχασμός, παπαδοκρατία, απελπισία, εθνικισμός, εξαπάτηση, πατριαρχία, συνωμοσιολογίες, εργολαβοκρατία, πουριτανισμός, καταφυγή στο ευτελές…
Το ζήτημα είναι πώς θα σπάσει αυτή η δυσώδης κρούστα που καλύπτει το (θέλουμε να πιστεύουμε) ωραίο σώμα μας.
Χρειάζεται ντου από παντού.
Οκέι, κατ’ αρχήν χρειάζεται ταξικό κοινωνικό κίνημα από κάτω, οριζόντια διαμορφωμένο και αυτοοργανωμένο. Αυτοί που πλήττονται αυτοί πρέπει να δράσουν. Άλλωστε την είδαμε την ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ: υποκατέστησε την κοινωνική ατζέντα με χάδια στον καβάλο του ανώτερου κλήρου και με συγκυλισμούς με εθνικιστές και στρατόκαυλους — αφου αυτά θέλει ο «λαός» της απόγνωσης και του φαντασιακού τους. Το βλέπουμε το ΚΚΕ εδώ και δεκαετίες, μας βλέπει κι αυτό από τις κορφές της Γκιώνας που αστράφτουν από θύμησες και μεσσιανικές εξαγγελίες. Δεν μιλάω πια για Αριστερά, που παίζει με τον Αλτουσέρ, περιμένει να βγει ο Κούλης για να αντιπολιτεύεται χωρίς ενοχή και πλάθει σύνθετες λέξεις για να περιγράψει αυτά που αφορούνε λίγους και τους ίδιους. Και μιλάω για ταξικό κίνημα γιατί είδαμε πώς οι αταξικές αγανακτήσεις, οι «προς Θεού όχι διχόνοιες», οι πάνω πλατείες και τα φάσκελα, «τα κόμματα διχάζουν» και οι εθνικές ενότητες μάς έριξαν σε σωρραίους, σε λιτανείες με λείψανα, σε κομψές παραιτηθειάδες και σε κυριακάτικα κηρύγματα Ράμφου-Αρίστου-Χωμενίδη και δεν συμμαζεύεται.
Δεύτερον χρειάζεται μαζική επίθεση καμπ, κραγμενότητας και ξετσιπωσιάς: πρέπει να βγούμε όλοι με σαγιονάρες, με φτερά, με σπήντο, με γκλίτερ και μποντυπέιντ, ξεκάλτσωτες, με γυαλιά Έλτον Τζων και Χάρυ Κλυν, ξώβυζες, με νεροπίστολα, με φανελάκια Ατθίς και σορτσάκια λαϊκής και ό,τι άλλο να χορεύουμε και να κουνιόμαστε και να χοροπηδάμε και να τραγουδάμε φάλτσα στους δρόμους· χρειάζεται ένα Καρναβάλι δυο φορές τον μήνα, ένα πράιντ κάθε δυο μήνες, τακτικά πάρτυ στους δρόμους από τρανς άτομα (και «ειλικρινή» και «μέτα») και λεσβίες κομμάντο και απαίσιους θηλυπρεπείς βαμμένους που κάνουνε τον γκέι τον σωστό, τον βαρβάτο να φρίττει και να ντρέπεται (για να μην πω για τον νοικοκύρη, που ωστόσο δεν μασάει να εξηγεί στο παιδί του γιατί υπάρχουνε ζητιάνοι). Πρέπει να σπάσει αυτή η αηδία. Πρέπει επιτέλους να βγουνε στους δρόμους βλάσφημοι ερμοκοπίδες, τα ΑμεΑ, ζαβοί ποιητές, μπουτς κορίτσια που θέλουνε φαμ στοργή και τανάπαλιν, οι τρελοί του χωριού, ο Χριστοπιστίας. Πρέπει να σπάσουμε τη βιτρίνα μιας κοινωνίας που πέρασε από την αγροτοποιμενική βαρβαρότητα που κοίταζε προς Φανάρι μεριά σε μια φω αστική υπερκαθωσπρέπεια κι ευπρέπεια που κοιτάζει προς Σηκουάνα μεριά. Πρέπει να μπούμε στο μάτι όσων κλειδαμπαρώνουν τις ζωές των άλλων και ρυθμίζουν αυθαίρετα τι «θέλουμε να βλέπουμε» στους δρόμους μας, στον δημόσιο βίο και στις ζωές μας. Ναι, και πάλι από κάτω και αυτό το ντου.
Τρίτον, η εποχή απαιτεί σοβαρότητα ακριβώς επειδή οι ελίτ της εποχής είναι θρασείες κι η ίδια η εποχή εντελώς απορρυθμισμένη κι ό,τι να’ ναι, επειδή μας κοροϊδεύουν οι προνομιούχοι μέσα στα μούτρα μας σαν τον πρόεδρο Τραμπ και σαν τον Γκίκα Χαρδούβελη, που δεν ήξερε ότι πρέπει να υποβάλει πόθεν έσχες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η εποχή είναι απορρυθμισμένη και οι ελίτ έχουνε ξεμπουρνταλιαστεί, η σοβαρότητα πρέπει να διακρίνει πια τις πράξεις, το έργο μας καθώς και τη δριμύτητα του χαβαλέ και της σάτιράς μας: όσο πιο οξύστομος ο αθέρας τους, τόσο πιο σοβαρός ο χαβαλές, τόσο πιο σοβαρή η σάτιρα. Πρέπει να πάρουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που θέλουμε στα σοβαρά ώστε να κλωτσήσουμε ανελέητα τη σοβαροφάνεια και κάθε πρόσχημα που υποκαθιστά τη σοβαρότητα. Τα προσχήματα που κρατούν εύτακτη και τακτοποιημένη τη βιτρίνα λειτουργούσαν ίσως τις εποχές της ανοχής και τις εποχές της σχετικής ασφάλειας και της σχετικής αφθονίας, αλλά αυτά τέλος πια: χαβαλέ και υπονόμευση παντού, σε κάθε βεβαιότητα κι ευπρέπεια μιας εκτραχηλισμένης κοινωνίας. Κανένα σεβασμό σε κανέναν που έχει προνόμια και θέλει να τα προασπιστεί και να τα επεκτείνει επικαλούμενος την μπάσταρδη «σοβαρότητα» των σοβαροφανών.
Τέταρτον, πρέπει να κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι μειονότητες. Ένας Γιάννης Αντετοκούμπο δεν φέρνει την άνοιξη. Ρομά, Νέοι Κυψελιώτες και Πατησιώτες, Αλβανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, όλοι όσοι δεν έχουν ή δεν θα είχαν ιθαγένεια αν της πέρναγε τότε της ΝΔ πρέπει να βγούνε και να ρίξουνε κάμποσα σβέλτα σκαμπιλάκια στην πλαγγόνα του ΕΟΤ εντός μας που λέγεται Ελλάδα-Έλληνες-Ορθοδοξία-Εθνική Ενότητα. Χιπ χοπ, γκράφιτι, ποιητικά τζαμαρίσματα — δεν ξέρω τι: όλα τώρα χρειάζονται. Μπας και βγει από το μυαλό του Έλληνα που μεγάλωσε σε σχολεία όπου ο χάρτης της Ελλάδας έπλεε μεταξύ μπλε θάλασσας και μπεζ νομανσλανδιών ότι είναι μοναδικός, επιούσιος, ξεχωριστός, θεοσκέπαστος. Ένας υπέροχα μπάσταρδος λαός είναι, όπως όλοι οι ας πούμε υπέροχοι λαοί, επιστάτης και τοποτηρητής αρχαιοτήτων. Αν Βαλκάνιοι και Τουρκόσποροι ήτανε κατάλληλοι για αυτόν τον ρόλο, γιατί όχι και όλοι όσοι αγαπούν και μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο; Χρειαζόμαστε όλοι τη φωνή τους.
Τέλος, και το πιο δύσκολο, χρειαζόμαστε πια κριτικούς που δεν πίστεψαν ποτέ ότι μαθαίνεις να σκέφτεσαι γράφοντας εκθέσεις και μαθαίνοντας Αρχαία. Χρειαζόμαστε κριτικούς και γραφιάδες που δεν χρωστάνε χατήρια σε κανέναν κερατά και σε κανέναν πονηρό μαικηνίσκο, που ξέρουνε και πέντε γράμματα. Αυτούς τους χρειαζόμαστε πολύ, επίσης. Αλλά επειδή πια πέρασα στο σχεδόν ανέφικτο, σταματάω.
Τι θα μείνει από όλα αυτά κι αν έρθουν; Ίσως λίγα. Ίσως μια ανάμνηση ότι δεν είναι τα πάντα κανονικότητα κι αποκλεισμός και ΤΙΝΑ. Ίσως και η γνώση, που μια άλλη γενιά θα αξιοποιήσει, ότι μπορεί νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε.
Εναντιοδρομία στη μνήμη
Όσοι χρησιμοποιούσαν τα μπλογκ για ημερολόγια σύντομα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παράδοξο.
Ας πούμε ότι κρατάτε ημερολόγιο γράφοντας σε ένα τετράδιο λιγότερο ή περισσότερο φανταιζί: από μπλε Διεθνές και Σούπερ μέχρι Moleskin. Ας πούμε ότι μετά από έξι μήνες ή έξι χρόνια το γεμίζετε. Τέλος, ας πούμε ότι μετά από καιρό το ξεφυλλίζετε: η διάταξη των εγγραφών ακολουθεί τη ροή του χρόνου κατά την περίοδο που κρατάγατε ημερολόγιο από το απώτερο παρελθόν προς το πιο πρόσφατο. Αν λ.χ. ξεκινήσατε το ημερολόγιό σας την άνοιξη του 2010 και το συμπληρώσατε τα Χριστούγεννα του 2016, η αλληλουχία των εγγραφών θα ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου.
Αυτή είναι και η διεύθυνση της μνήμης συνήθως, όταν δεν χοροπηδάει μπρος-πίσω σε προλήψεις (flash forward) κι αναλήψεις (flashback): πάει όπως φυσάει ο χρόνος, ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου. Διαβάζεις στην αρχή για την πρόσληψή σου και πολλές σελίδες μετά για την απόλυσή σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το ημερολόγιό σου έχεις τη (μάλλον απατηλή) αίσθηση ότι ξαναζείς ένα τμήμα της ζωής σου.
Ας πούμε όμως τώρα ότι κρατάγατε ημερολόγιο σε μπλογκ, δίνοντας τοιουτοτρόπως την ευκαιρία και σε άλλους να σας λένε για τη ζωή σας ή, συχνότερα, να εκτιμήσουν τα αφηγηματικά σας χαρίσματα και την καλολογία σας. Τότε θα βρισκόσασταν αντιμέτωποι με το εξής: έχοντας ξεκινήσει το μπλογκ σας το 2004 και έχοντάς το κλείσει πανηγυρικά την άνοιξη του 2010 θα είχατε τις εγγραφές σας σε αντίστροφη χρονολογική σειρά. Πάνω πάνω θα διαβάζατε τα πιο πρόσφατα συμβάντα, συναισθήματα, ιδεοκοπήματα, βάσανα και μικρά θαύματα και σκρολάροντας προς τα κάτω ή γυρνώντας ηλεκτρονικές σελίδες θα προχωρούσατε προς τα πίσω, εναντιοδρομώντας, πηγαίνοντας progressively backwards.
Η μνήμη ωστόσο σπανίως καταφέρνει να ρέει αντίστροφα, δυσκολεύεται να πάει κόντρα στο ρεύμα του χρόνου. Εκεί όπου αρχίζει το μπλογκ διαβάζεις για την απόλυσή σου, πολλές σελίδες, πολλά ποστάκια-εγγραφές πιο κάτω βρίσκεται η είδηση της πρόσληψής σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το βιωματικό μπλογκ σου έχεις την (εντελώς απατηλή) αίσθηση ότι ατενίζεις το αβέβαιο και ίσως αφελές παρελθόν σου με τη στερνή γνώση, το hindsight ενός σχετικού μέλλοντος.
Οδύσσεια
Όταν ήμουν έξι-εφτά χρονών το μόνο που ήθελα να κάνω ήτανε να διαβάζω, να βλέπω τηλεόραση (γι’ αυτό κι αποβλακώθηκα) και να πηγαίνω κάθε απόγευμα στο Κέντρο Νεότητας για να παίζω Οδύσσεια. Η Οδύσσεια ήταν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι, καταπληκτικό ήταν, που παρακολουθούσε το ταξίδι του Οδυσσέα στη Μεσόγειο: οι Κίκονες στη Μαρώνεια, οι Λωτοφάγοι στη Λιβύη, η Κίρκη στην Έλβα, οι Λαιστρυγόνες μεταξύ Κορσικής και Γένουας. Η Καλυψώ στην άλλη άκρη, στο Γιβραλτάρ — εκεί από όπου κατάγεται η Μόλλυ Μπλουμ, η Πηνελόπη του Τζόυς.
*
Σκεφτόμουν την Οδύσσεια: θα ταξιδέψουμε, θα περιπλανηθούμε, θα έχουμε και Κίρκες και Καλυψώ, θα εναλλασσόμαστε στους ρόλους του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, ή μάλλον θα είμαστε και οι δύο Οδυσσείς. Δεν θα είναι το ταξίδι του Νόστου ούτε νεκρός ούτε χαμένος χρόνος — πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού καταφέραμε να συναντηθούμε πριν χωριστούμε. Και λέω πως θα ανταμώσουμε και θα αναγνωριστούμε και το έπος θα τελειώσει εκεί όπου λένε κάποιοι φιλόλογοι ότι θα έπρεπε να τελειώνει η Οδύσσεια: στη ραψωδία ψ, πάνω στο χτιστό κρεβάτι.
*
Η Οδύσσεια είναι ένας κόσμος διαφορετικός από της Ιλιάδας. Όλη η Οδύσσεια προχωρεί με γυναίκες και από γυναίκες: η Ελένη στην Τηλεμάχεια, η Αθηνά (με τις μεταμορφώσεις της) παντού, και βέβαια: Κίρκη, Καλυψώ, Λευκοθέα, Ναυσικάα, Πηνελόπη.
*
Αναρωτιόμουν γιατί ο Οδυσσέας κάθησε εφτά ολόκληρα χρόνια στην Ωγυγία. Μας έλεγαν λοιπόν ότι δεν τον άφηνε να φύγει η Καλυψώ. Αυτό προκύπτει και ενδοκειμενικά: πάει ο Ερμής και της λέει «έλα, άσε τον άνθρωπο να φύγει». Κι αυτή πείθεται αμέσως, αφού το θέλουν οι Ολύμπιοι πού να μπλέξει, αφού όμως πρώτα τους τα χώσει ως εξής:
σχέτλιοί ἐστε, θεοί, ζηλήμονες ἔξοχον ἄλλων,
οἵ τε θεαῖς ἀγάασθε παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι
ἀμφαδίην, ἤν τίς τε φίλον ποιήσετ᾽ ἀκοίτην.
Και μετά βεβαίως ως θεά τον βοηθάει πολιτισμένα να φτιάξει τη σχεδία του και να αποπλεύσει, αφού της πει ο Οδυσσέας ότι είναι θεά και δεν συγκρίνεται με την Πηνελόπη και αφού
ἐλθόντες δ᾽ ἄρα τώ γε μυχῷ σπείους γλαφυροῖο
τερπέσθην φιλότητι, παρ᾽ ἀλλήλοισι μένοντες.
Όμως, αν το σκεφτεί κανείς, εφτά χρόνια. Και πότε, σε ποια φάση ακριβώς, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται και να αποζητά νόστομον ήμαρ; Λίγο πριν ενδιαφερθούν οι θεοί; Μήνες πριν; Χρόνια πριν;
*
Άραγε, ακόμα μια άνοιξη μετά, εσύ έκανες όσα έκανες σ’ εμένα και με ξαναέκανες χωρίς να χρειαστεί να με ξεκάνεις πρώτα, ή εγώ τα πρόσφερα στον εαυτό μου με αφορμή εσένα; Η απάντηση έχει δοθεί αμετάκλητα. Εσύ με έπλασες και με απελευθέρωσες.
*
Είμαι σημαντική γιατι με έκανες και εσύ σημαντική
και αυτό που είμαι·
είσαι σημαντικός γιατί σε έκανα και εγώ σημαντικό.
*
*
Όταν είμαι κοντά σου και σε κοιτάζω γύρω πέφτει βαθειά ησυχία, νηνεμία.
*
Λέω καμμιά φορά ότι είμαι το ξενιτεμένο αγόρι σου, σαν κάτι ζευγάρια παλιακά που ζούσαν χωριστά για χρόνια, ο ένας στην Αστραλία κι η άλλη πέρα στ’ άστρα.
*
Το έπος της Οδύσσειας, έπος χωρίς μάχες, μεταφυσικό Αρτζούνα κι υπερφυσικούς τοξότες ή πεισματάρηδες πολεμιστές, ξεκινάει με την Καλυψώ. Αλλά στην υπόθεση, λόγω του in medias res, προηγείται η Κίρκη. Η Κίρκη είναι το προηγούμενο, κι ας έπεται στην αφήγηση.
Παρεξηγημένη η Κίρκη. Το ξέρω γιατί έχω γνωρισει πολλές Κίρκες, μένουνε σε ρετιρέ για να είναι κοντά στον πατέρα τους τον Ήλιο, στην Αιαία, που ο Όμηρος πρόφερε αϊαΐα.
Και η Κίρκη θεά, δεινὴ θεὸς αὐδήεσσα. Όλες οι ελεύθερες γυναίκες στον Όμηρο είναι θεές. Οι γυναίκες που μιλάνε, κι αυτές θεές με εξαίρεση τη Ναυσικάα και την Αρήτη στους Φαίακες, αλλά εκεί στη Σχερία είναι ελευθεριακοί κάπως. Οι υπόλοιπες αργαλειό κι εργόχειρο, σκλαβιά και μαλλιοτράβηγμα. Όπως και σήμερα, δηλαδή.
*
Όταν σηκώνομαι από πλάι σου
και μυρίζω όπως εσύ
και μυρίζω σαν εσένα
σκέφτομαι πως η ζωή δεν είναι μόνο
αβελτηρία
φόροι
ιατρικές εξετάσεις
τζάμπα θάνατοι παιδιών σε ξένες χώρες,
σκέφτομαι πως η ζωή καλή είναι.
*
Μαζί με την Κίρκη έμεινε ο Οδυσσέας έναν χρόνο. Μετά τις αρχικές παρεξηγήσεις, τα βρήκανε λαγνικώς: πήγε να τον κάνει γουρούνι (τα γουρούνια είναι μετωνυμία της τρυφυλής μακαριότητας, όχι ιουδαϊκό μίασμα), αυτός τής τσαμπουκαλεύτηκε αφού είχει πιει μώλυ (…)· να μην τα πολυλογούμε, σημασία έχει ότι τελικά τα βρήκανε. Γιατί εδώ ο Όμηρος μάς μιλάει για την αρχική αδεξιότητα που ταλαιπωρεί όσους σμίγουνε για πρώτη (και δεύτερη και τρίτη) φορά. Τα έχουνε πει αυτά οι σοφοί: μετά τους 3-4 μήνες καταλαβαίνεις πώς και τι στις ερωτοπραξίες κι ό,τι τις συνοδεύει. Αν είσαι τυχερός. Γι’ αυτό λοιπόν κι ο Οδυσσέας το τραινάρισε λίγο, άλλωστε ο επόμενος προορισμός ήταν ο Άδης, που πάντ’ άγρυπνος μάς στέκεται τριγύρου κτλ.
Νομίζω ότι δεν ήτανε τόσο επιφανειακή η σχέση τους όσο θέλει να μας πείσει ο μονοθεϊσμός μας στις σχέσεις. Επίσης μού φαίνεται πως χώρισαν σαν φίλοι. Και από εκεί έφυγε γιατί πεθύμησε το σπίτι του ο Οδυσσέας. Στην Κίρκη κουβέντα για την Πηνελόπη.
*
Αγάπη σαν την δική σου δεν θα ξαναϋπάρξει και δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναϋπάρξει, ούτε και η δυνατότητα να ξαναϋπάρξει.
Στο διάκενο της αμφιβολίας

Τώρα που τα μπλογκ μοιάζουνε περιττά κι αξεχώριστα από την έντυπη δημοσιογραφία, αφού σιγά σιγά η έντυπη δημοσιογραφία μεταναστεύει στο διαδίκτυο, υπάρχει άραγε κάτι που να δικαιολογεί την ενασχόλησή μας με μπλογκοκείμενα και συναφείς κειμενικές απόπειρες; Ενδεχομένως, αλλά ο λόγος να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε μαζί τους δεν είναι η όποια λογοτεχνικότητά τους, αφού όσοι παίρνουνε στα σοβαρά τη λογοτεχνικότητα των γραπτών τους καταφεύγουν αργά ή γρήγορα πίσω στο χαρτί. Πράγματι, μπορεί οι εφημερίδες και τα περιοδικά να πεθαίνουν αλλά το βιβλίο δεν φαίνεται να εκθρονίζεται ακόμα, δείτε πόσο περιορισμένη είναι η απήχηση πρακτικότατων κατά τα άλλα μέσων όπως το κιντλ. Γιατί τα κιντλ είναι βιβλία από τα λιντλ αφού η υλικότητα του βιβλίου είναι μέρος της γοητείας του, αντίθετα με την υλικότητα περιοδικών κι εφημερίδων, που πάντοτε έμοιαζε με καθέκαστο, αν όχι πρόσκομμα, άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο προσχώρησαν η μία μετά την άλλη οι εφημερίδες στο ταμπλόιντ, πολύ πριν εμφανιστεί ο ηλεκτρονικός αντίδικός τους.
Αυτό λοιπόν που μας κάνει να ασχολούμαστε ακόμα, στον βαθμό που ασχολούμαστε μαζί τους, με τα μπλογκ είναι ότι βρίσκονται στο διάκενο της αμφιβολίας, το οποίο ποικιλοτρόπως διαπλέουν διστακτικά ελπίζοντας να το χαρτογραφήσουν. Από τη μια πλευρά υπάρχει η ηπειρωτική γη της άγνοιας: όσα ξέρουμε ότι δεν γνωρίζουμε κι όσα δεν έχουμε ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε. Για να αποφανθούμε γι’ αυτα υπάρχουνε πάντοτε μέσα όπως το τουίτερ, το φέισμπουκ, κτλ.: όλα αυτά τα καταιγιστικά μπουρμπούτσαλα όπου «αφήνεις απαλά» κάτι για να μαζέψει λάικ και μετά να λησμονηθεί, μη αρχειοθετήσιμο στο διηνηκές. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται νησίδες βεβαιότητας: λ.χ. ο μηχανικός αυτοκινήτων ξέρει τι είναι το διαφορικό και θα σου το εξηγήσει με ό,τι μέσον μπορεί και πρέπει: άρθρο, βίντεο, διαφάνειες κτλ. Στο ενδιάμεσο διάκενο, της αμφιβολίας, βρίσκονται τα κείμενα που ανεβάζουμε στα μπλογκ.
Έτσι λοιπόν τα μπλογκ έχουνε γίνει πολύ λιγότερα, λιγότερο ημερολογιακά και λιγότερο βιωματικά και (ευτυχώς θε μου) λιγότερο αυτοαναφορικά. Ασχολούνται περισσότερο με αυτό που δεν χωράει πουθενά αλλού: καταγράφουν αυτό που η αμφιβολία δεν μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ρητά και με σαφήνεια και αυτό που η σεμνότητα και η εχεφροσύνη μάς υπενθυμίζουν ότι δεν κατέχουμε ακριβώς.
Από εδώ και μπρος υπάρχουνε δύο πιθανές εξελίξεις: μπορεί το μπλογκ ως κάτι που δεν είναι αρθρογραφία, δοκίμιο ή είδηση να σβήσει όπως μάλλον έσβησαν το χρονογράφημα παλιότερα και η επιφυλλίδα· ωστόσο, όπως κι άλλα είδη μεικτά αλλά (μάλλον) νόμιμα, μπορεί να εξελιχθεί σε αυτό ακριβώς το κειμενικό είδος που θα διαπραγματεύεται όσα βρίσκονται μέσα στο διάκενο της αμφιβολίας, ένα διάκενο φαρδύτερο από όσο θέλουμε να παραδεχόμαστε γαντζωμένοι σε φρούδες βεβαιότητες αλλά όχι τόσο χαοτικό και ασυνάρτητο όσο (και πάλι οι δογματισμοί και οι βεβαιότητες μας κάνουνε να) πιστεύουμε.
Ding dong the Mits is dead
Ποιος ήταν ο εκλιπών; Αρχετυπικός κομματάρχης και κλασικός ρουσφεταδόρος, οξυδερκής καιροσκόπος, νονός και κουμπάρος χιλιάδων. Ο επίτιμος ήταν ένα από τα πρότυπα των μαυρογυαλούρων και των «πολιτικάντηδων» που εμφανίζονται σε ελληνικές ταινίες. Μέσο, βόλεμα, ρουσφέτι, ρεμούλα (έτσι λέγαμε παλιά τη διαπλοκή).
Το κόμμα της Νέας Δημοκρατιας το υφάρπαξε από τον Στεφανόπουλο (τον μετέπειτα τέως αρχηγό του κράτους) γιατί, έλεγαν τότε, είναι σκυλί και τσακάλι ενώ ο Στεφανόπουλος ήτανε χλεχλές και ευπατρίδης (άντε γιατί το παραξηλώσαμε με τις συμφέρουσες ακυρολεξίες): με άλλα λόγια ο μετέπειτα Ανφαίρ θεωρούνταν ο μόνος που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Αντρέα. Η ΝΔ είχε ήδη δοκιμάσει τον κομμουνιστοφάγο μετσοβίτη και τον κεντροδεξιό Μπουλντόζα με οικτρά αποτελέσματα.
Ωστόσο κανείς μα κανείς δεν γούσταρε τον Ψηλό. Εκτός από τα βαφτιστήρια του. Δεν ήταν εύκολο να συμπαθείς έναν θατσερικό Ιζνογκούντ αν ήσουνα καραδεξιός, καραμανλικός, κεντροδεξιός ή μεγαλοαστικών προδιαγραφών. Απλώς πίστευαν ότι αυτός θα τελείωνε την πασοκοκρατία.
Η αλήθεια είναι ότι δεν θα γινόταν ποτέ πρωθυπουργός αν δεν είχε συμπεριφερθεί τόσο καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά ο Αντρέας το 1985-1989, ναι, ο δημαγωγός που τόσοι συμπαθείτε. Ο χαρισματικός Αντρέας απομύζησε ό,τι κόζυ και αχκαλέ και (εντέλει) όμορφο είχε η αριστερή αντικουλτούρα, κυρίως η ρηγαδικών προδιαγραφών αριστερά, και έστησε ένα κυβερνητικό υβρίδιο περονισμού και μιτερανισμού, στο οποίο ο ίδιος δέσποζε ως άφθαρτος λαοπρόβλητος Καίσαρας, γοητεύοντας με πειθαναγκασμό και ρητορεία κι αποπέμποντας όποιον υπουργό τού χάλαγε τη μόστρα (είχαμε χάσει τον λογαριασμό των ανασχηματισμών, ώσπου στο τέλος τις αποκαλούσε «αναδομήσεις»). Ο Αντρέας έμπασε και από αριστερά το ψέμα (ως ευφημισμό κυρίως), την πελατοκρατία και τον εθνικισμό στο πολιτικό παιχνίδι. Του χρωστάμε περισσότερα δεινά από όσα θέλουμε να παραδεχτούμε.
Αλλά το θέμα μας είναι ο ήρωας του Σαββόπουλου. Ο οποίος κατάφερε να γίνει πρωθυπουργός μόνο και μόνο γιατί ήτανε τόσο χάλια ο Αντρέας, μετά από μόλις οχτώ χρόνια εξουσίας, αλλά ακόμα και έτσι με δυσκολία και μετά από τρεις εκλογές. Τι θυμόμαστε από τον Χανιώτη των εφτά λουτροκαμπινέδων; Ότι έταζε φτηνά αυτοκίνητα, ως γνήσιος κομματάρχης· ότι βοήθησε τον Κωνσταντίνο Ντεγκρέτσια να φυγαδέψει περιουσία του ελληνικού λαού με το σκεπτικό ότι ανήκε στους βασιλείς παππούδες· ότι επί των ημερών του έγινε απόπειρα να επιστρέψει η Παιδεία στα σχολαρχεία της Γιαδικιάρογλου με τον αλήστου μνήμης Κοντογιαννόπουλο· ότι πούλησε θατσερισμό ιδιωτικοποιώντας κρατικές επιχειρήσεις (με μαζικές απολύσεις) ώστε να επωφεληθούν ημέτεροι — ψάχτε λίγο το πελώριο σκάνδαλο ΑΓΕΤ Ηρακλής, γκουγκλάρετε κάποιον Παντσαβόλτα. Στα εξωτερικά έδειξε ψυχραιμία επειδή δεν τον αφορούσαν: παρέμεινε κομματάρχης και πατρίκιος μόνον ως προς το ότι διέθετε κομματική πελατεία. Για τη στάση του στη Μακεδονική οπερέττα θα πλασαριζόταν αργότερα ως Νέστωρ και σοφός· όμως ακόμα και στα εξωτερικά, και διαισθανόμενος ενδεχομένως την πλημμυρίδα σερβικού χρήματος που θα χρειαζόταν λεύκανση και ξέπλυμα, κατάφερε κι έκανε τον Μιλόσεβιτς φίλο κι αδερφό μας.
Το πόσο αποτυχημένος πρωθυπουργός υπήρξε φάνηκε και από το ότι κατάφερε να ηττηθεί από τον καταβεβλημένο βιονικό Αντρέα, που πλέον είχε καταντήσει (όπως λέγαμε τότε σε εντελώς απρεπή ανέκδοτα) τερμινέιτορ από τα πολλά τεχνητά μέλη. Κατάφερε να ηττηθεί από έναν κατά τεκμήριο ξωφλημένο, αφού μέχρι τότε (1993) το πανελλήνιο ήτανε πεπεισμένο ότι η συγκυρία που αργότερα αποκλήθηκε «βρώμικο ’89» είχε και παραείχε νόημα και σκοπό και ότι η κάθαρση ήταν αναγκαία. Άλλωστε, ό,τι κι αν καταλογίσει κανείς στο ΚΚΕ, μαλάκες που θα συγκυβερνούσαν με τη Δεξιά χωρίς λόγο δεν το λες. Κατάφερε ο πατέρας ηγετών να ηττηθεί παρότι υπέστη αποστασία από έναν ακόμα πιο κομματάρχη υπερφιλόδοξο οιηματία, του οποίου ο μπαμπάς αγόραζε μεσσηνιακές ψήφους όπως οι Καλαματιανοί γουρνοπούλα σε πανηγύρι: αχόρταγα και κιμπάρικα. Τόσο στιβαρή παρουσία ήταν ο σχωρεμένος.
Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος στην κηδεία του; Γιατί νομίζαμε πως κηδεύουνε τον Τσώρτσιλ; Επειδή — λέει — ήταν ένας από τους παλιούς. Αλλά στην Ελλάδα ποτέ δεν νοσταλγούμε τζάμπα, ποτέ. Ο Κώστας (ως λαϊκός μαυρογυαλούρος) που έγινε Κωνσταντίνος (ως πρωθυπουργός της Φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας) είναι το πρότυπο της εγχώριας εκδοχής της ΤΙΝΑς: ένας θατσερικός ακριβώς όπως θα τον ήθελαν οι κρατικοδίαιτοι νεοφιλελέδες του 21ου αιώνα, που ξεπουλάει δημόσια περιουσία και πλούτο του ελληνικού λαού για να βολέψει οσονούπω επιδοτούμενους επιχειρηματίες του τίποτα, καθώς και τους δημοσιολογούντες παρατρεχάμενούς τους. Από αυτή την άποψη, για την κλίκα που κληρονόμησε την ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς και που σφετερίζεται τις αρχές του Φιλελευθερισμού ώστε να εξανδραποδίσει τις αδύναμες τάξεις και ώστε να εξουδετερώσει ενδοθεσμικώς τη Δημοκρατία (αυτό υπήρξε και αλλού το πρόγραμμά τους, όχι πάντα ενδοθεσμικώς), ο θανών αποτελεί τον καταλληλότερο πρωθυπουργό για μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος.
Ο αυνανισμός της οργής
Οργισμένες φιγούρες υπήρχανε στα σοσιαλμήντια και την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως διάφοροι δοκησίσοφοι μονίμως ευέξαπτοι — πιθανότατα γιατί δεν κατάφερναν να κάνουνε τα κοννέ που θα ήθελαν μέσα από τα μπλογκ: ερωτικά, επαγγελματικά, αυτοπροωθητικά κτλ. Τους θυμάμαι και τις θυμάμαι να επικονιάζουν ποστάκι το ποστάκι με διορθώσεις, με νουθεσίες, με φοβέρες και σιγά τα αίματα.
Η από το 2010 κατά μέτωπο εισπρακτική επίθεση στα «συνήθη υποζύγια», το μνημονιακό μείγμα ποντικοφάρμακου και ιχνών αντιβίωσης που μας ταΐζουν, η μετατροπή θεσμών και πολιτεύματος σε καμπούκι, η ανοχή στη ρητορική αλλά και στη φονική βία των ναζί και των φίλων τους, η αστυνομική θηριωδία, η καταφανής μετατροπή των θεσμών της ΕΕ σε διευθυντήριο που δεν λογοδοτεί δημιούργησαν οργή και αγανάκτηση. Δικαιολογημένα.
Δεν είμαι φίλος της πολιτικής αγανάκτησης ως συναισθηματικής εκτόνωσης και ευκαιρίας να νιώσουμε ότι αντιδρούμε, ούτε βεβαίως της οργής ως υποκατάστατου του λόγου, της δράσης, της κινητοποίησης, της αυτο-οργάνωσης. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για την γκρίνια. Η ιδιωτική (άρα και η σοσιαλμηντιακή) επίδειξη της οργής μας ούτε μας καταξιώνει, ούτε χτυπάει ό,τι μας οργίζει.
Επειδή μετά το φαλιμέντο του Σύριζα μάς έχει κυριεύσει βαθειά πολιτική αμηχανία, η οργή πλέον έγινε μανιέρα. Είναι μια στάση που νιώθεται, μια κάποια λύση — ψυχολογικώς τουλαχιστον. Κι ενώ το παράπονο των διάφορων σχολιαστών τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, μετά το 1989 δηλαδή, αφορούσε την πολιτική απάθεια, την αδιαφορία και την έλλειψη συμμετοχής στα κοινά, τώρα πια το πρόβλημα μοιάζει να είναι η υπερβολική ενασχόληση με τα κοινά, τα έντονα πολιτικά πάθη (που, ως συνήθως, θεωρούνται διχαστικά κι επικίνδυνα) και η περιρρέουσα οργή. Επίσης, η όποια συζήτηση σχετικά με το τι προκαλεί πάθη και οργή, περιορίζεται στον ερμηνευτικό φερετζέ της υστερόβουλης χρηστομάθειας που μιλάει για «λαϊκισμό» και «εχθροπάθεια», ΤΙΝΑ και «κρυφές ελπίδες»…
Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι η οργή, θορυβώδης, εκτονωτική κι ατελέσφορη, χαρακτηρίζει και όσους πλήττονται κατευθείαν από τον συνδυασμό εξανδραποδισμού και φτωχοποίησης αλλά και όσους δεν αντέχουν να βλέπουν να αποκαλείται το μαύρο άσπρο και να βαφτίζεται το κρέας ψάρι — αυτούς είτε γιατί δεν τους τακτοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε γιατί δεν είχαν καμμία όρεξη να τους τακτοποιήσει κανένας. Το τραγελαφικό είναι ότι τη ρητορική της οργής, την ιερή οργή κι αγανάχτηση (με χι) την οικειοποιούνται και όσοι θεωρούν ότι εξαρχής έπρεπε να είχαμε υποταγεί ασυζητητί, αβλεπεί κι αμαχητί στα μνημονιακά κελεύσματα των μαθητευόμενων ή και καταχθόνιων μάγων — όποια και αν ήταν αυτά, προς θεού. Οργίζονται λοιπόν κι αυτοί με την υπερφορολογήση ή την έκπτωση των θεσμών (που δεν γιγαντώθηκαν επί Παπαδήμου και Σαμαρά, παρά ξαφνικά μάς προέκυψαν τον Ιανουάριο του 2015, όταν ανέλαβαν οι δήθεν σταλινικοί της μουσταλευριάς), οργίζονται που δεν είμαστε λαός (μέσα στον ανιστόρητο επαρχιωτισμό τους), οργίζονται που ψηφίζουνε τα ζώα κι οι λεβέντες κι όχι οι άριστοι και ικανοί (στην απορρόφηση ΕΣΠΑ για βιοπορισμό, προφανώς).
Κι έτσι όλοι διανέμουν τζάμπα ψόφους και κατάρες, ώστε να υπενθυμίζουν την ηθική τους μεγαλοσύνη μέσα από την ιερή τους αγανάκτηση. Κι έτσι η καρικατούρα της οργής γίνεται ρητορικός τόπος και τρέχον νόμισμα: για τους μεν επαναστατικό και κινηματικό υποκατάστατο· για τους δε ένας πιο σέξι τρόπος να εκτονώνουν χουντικά αντανακλαστικά και να εξωτερικεύουν λούμπεν μεγαλοαστικές φαντασιώσεις ή αξιώσεις αλλά και να εκφράζουν το βαθύ ταξικό τους μίσος προς τους αδύναμους και τους μη προνομιούχους.
Περί ψυχής Β’ (De Anima, iterum)
μετά από αυτό.
Ο κόσμος συμπεραίνει ότι όσοι έχουνε πάθη δεν έχουν αρχές και ότι όσοι έχουν αρχές δεν έχουν πάθη. Δεν μιλάμε εδώ για την εκδήλωση και την έκφραση των παθών, παρά για την ίδια την ύπαρξη ή απουσία τους.
Ο κόσμος μας είναι φτιαγμένος από μεσήλικες άντρες με οικονομική άνεση. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στον δυτικό κόσμο, που έχει για μπροσούρα τα Ηθικά Νικομάχεια και τα υπομνήματά τους, αλλά συνοψίζει και το κομφουκιανό υπόβαθρο της κινέζικης σκέψης. Ακριβώς λόγω αυτής της κατασκευαστικής μεροληψίας του κόσμου μας, αντιλαμβανόμαστε τις αρχές ως το αντίθετο των παθών: θεωρούμε τις αρχές ψυχρά αποστάγματα που έπονται της φλόγας των παθών. Ντρεσαρισμένοι να σκεφτόμαστε με δίπολα, κάτι που όσο προχωράει ο κόσμος τόσο πιο βλαβερό αποδεικνύεται, αντιπαραβάλλουμε το ψυχρό με το θερμό, τη μέση ηλικία με τη νεότητα, τη φρόνηση με την παραφορά, τις αρχές με τα πάθη και, βεβαίως, συνδέουμε μεταξύ τους τα πρώτα μέλη καθενός από αυτά τα ζεύγη. Πρόκειται για μια αντίθεση τόσο θεμελιώδη που δεν μπορούμε καν να τη δούμε, ενώ πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο σχηματική είναι ή, χειρότερα, ότι είναι τεχνητή.
Και δεν θα έμπαινε κανείς στον κοπο να ασχοληθεί με ακόμα ένα αποτύπωμα του δυισμού στη σκέψη μας αν δεν επρόκειτο για πλάνη, εάν πάθη και αρχές αλληλοαναιρούνταν. Δεν θα αναφέρω καν ανθρώπους των οποίων το μεγάλο πάθος είναι οι αρχές τους, άλλωστε εύκολα μπορεί ο κακόβουλος πρόχειρος φροϋδισμός που αποτελεί τρέχον νόμισμα να αναγάγει τέτοια πάθη σε εξιδανικεύσεις κι ιδεολογικοποιήσεις.
Έχω κάτι πιο σύνθετο να προτείνω: τα μεγάλα πάθη συμπλέκονται με αυτό που αποκαλώ ενηλικίωση.
Ως άπλαστοι νέοι αντιμετωπίζουμε χαρές κι απολαύσεις άλλοι με λαιμαργία, σαν να είναι ταρτάκια που καταπίνουμε σχεδόν αμάσητα προτού καλά καλά γλυκάνουνε το στόμα μας, άλλοι με λαχτάρα, ως κάτι που η ζωή ή το σώμα ή ο κόσμος μάς χρωστούν, άλλοι ως σύμβολα ή συμβόλαια ή αποστολή ζωής, άλλοι ως συνέπεια τεχνικής ευχέρειας κι ευρηματικότητας, π.χ. το εφηβικό σεξ. Όμως λ.χ. η χαρά του να παίζεις μουσική δύσκολα μπορείς να πεις ότι αποτελεί πάθος για τους πριν την «ενηλικίωση» νέους: κάποιοι νέοι μουσικοί πέφτουνε με τα μούτρα και αχόρταγα, άλλοι αντιλαμβάνονται το να παίζεις μουσική ως τον σκοπό, τη σταδιοδρομία, την αποστολή τους ή «αυτό που αγαπούν»· πολλοί, χωρίς να το ομολογούν, αντλούνε χαρά από το ότι έχουν ευχέρεια στο να παίζουν μουσική, ότι διαθέτουν τεχνική και τους έρχεται εύκολα το αποτέλεσμα. Γιατί δεν είναι πάθος; Επειδή αρκεί η έλλειψη αναγνώρισης ή παρόμοια απογοήτευση να αποκαθηλώσει αυτή τη δραστηριότητα. Επειδή κάτι περιμένεις από αυτό ή επειδή το ανάγεις σε κάτι «άλλο», π.χ. υψηλότερο: θυμηθείτε τη συνήθως παραφουσκωμένη θεολογία περί συνειδητότητας κτλ. όσων τρώνε ψυχοτρόπα.
Απεναντίας, ο ενήλικας, νέος ή μεγαλύτερος, ξέρει ότι αυτό είναι το πάθος του παρότι αντιλαμβάνεται τα εξωτερικά όριά του (π.χ. δεν είμαι σοβαρός ζωγραφός αλλά δεν μπορώ να πάψω να ζωγραφίζω γιατί το κάνω για τον εαυτό μου), παρότι γνωρίζει ότι δεν έχει ντε και καλά όλον τον χρόνο στη διάθεσή του για να αφοσιωθεί π.χ. στον χορό ή στο μπάσκετ ή στην ερωμένη του/της. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που λέω τώρα πάει κόντρα στις idées reçues του στυλ «ένα πάθος, μια αγάπη, μια ζωή, ένας σκοπός», παραμύθι που μας ταΐζει η ποπ κουλτούρα και η κλειστή σελφχελπιανή ηθική του ύστερου καπιταλισμού όπου όλα συμφύρονται σε Ένα: find what you love and let it kill you, or become your be all and end all, or simply fuck you over. Όμως οι μονοθεϊσμοί δεν δουλεύουνε σε αυτόν τον κόσμο.
Και οι αρχές; Οι αρχές δεν έχουνε να κάνουν με την ηλικία: αρχές είτε έχεις είτε δεν έχεις, είτε τις καλλιεργείς. Και, δυστυχώς, δεν γίνεται «η Παιδεία να εμφυσήσει αρχές στη νεολαία μας» και τέτοιες μαλακίες. Στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό μας, η Παιδεία σε εκπαιδεύει στο πώς να καλλιεργείς τις αρχές σου και σου πουλάει με γενναία επιδότηση και τον σπόρο. Αν μη τι άλλο, όποιος έχει πάθη μαθαίνει, από την καλή ή από την ανάποδη, και πέντε-έξι τεχνικές παραπάνω για το πώς να καλλιεργήσει τις αρχές του και πώς αυτές να καρποφορήσουν, και μέσα από την εναντιοδρομία των παθών μέσα στον κόσμο.
Μεταμέλεια και μετάνοια
Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες…
Σε ένα τουλάχιστον ζήτημα έπεσαν μέσα οι λεγόμενοι Πατέρες της Εκκλησίας: τη διαφορά μεταμέλειας και μετάνοιας.
Η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το ‘συγγνώμη’ που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μεταμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα «μα ζήτησα συγγνώμη». Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική…
Η μετάνοια είναι δύσκολη και ριζική. Δεν γαρνίρεται με δικαιολογίες. Είναι ζήτημα επίγνωσης κι απόφασης η μετάνοια: θες να αλλάξεις ζωή και το παίρνεις απόφαση και μόνο στιγμές γνήσιας αδυναμίας μπορούνε να σταθούν προσκόμματα σε αυτή την απόφαση. Η μετάνοια είναι κάτι τόσο θαυμαστό, ακριβό και σπάνιο όσο σχεδόν η αγάπη.
Καρατομήσεις

Context is king
Αν κάποιος δέσποτας κήρυσσε όσα έγραψε η κυρία Τριανταφύλλου και μάλιστα σε επισκοπή που φιλοξενεί πρόσφυγες θα έπρεπε να κινηθεί αυτεπάγγελτα η διαδικασία (να παυθεί επίσκοπος αδύνατο). Αν τα έγραφε αυτά τα πράγματα στέλεχος της κυβέρνησης, θα έπρεπε να παραιτηθεί ή να παυθεί (να διωχθεί δύσκολο). Αλλά τα έγραψε η Σώτη Τριανταφύλλου σε ένα φύλλο που κάποτε ξεκίνησε λαμπρά και πλέον είναι ευρετήριο παγκρατιώτικων χιψτερόμπαρων και η Φωνή του Κυρίου ελληνοκεμαλικών ευρωλιγούρηδων και νεοφιλελεύθερων υπαξιωματικών.
Ποια είναι η Σώτη Τριανταφύλλου;
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει τουλάχιστον τρία πολύ σπουδαία βιβλία: το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, το Άλμπατρος, τη Φυγή (ίσως και άλλα).
Η Σώτη Τριανταφύλλου τόλμησε να γράφει σε φρηπρές όταν οι συνάδερφοί της (…) το έπαιζαν ντίβες και μαντόνες της λογοτεχνικής λαχαναγοράς. Τσάντιζε τους πτωχογκόμενους συναδέρφους της γιατί γκομένιζε «η κωλόγρια» (νεότερη από πολλούς από αυτoύς).
Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει γράψει πολλά και εντελώς άκυρα από το 2009 και μετά υπερασπιζόμενη τη δική της οπτική για το τι είναι ή τι θα έπρεπε να είναι ο δυτικός πολιτισμός, κυρίως στο έντυπο που δεν κατονομάζω άνωθι.
Πού ζούμε;
Ζούμε σε μια χώρα που ο Μάκης και ο Θέμος είναι έξω.
Ζούμε σε μια χώρα όπου διάφορα φερέφωνα, συκοφάντες και στρεψοδίκες που ξέρουνε να γράφουν ενορχήστρωσαν μίσος ή έγιναν απολογητές του κάθε εξανδραποδισμού.
Ζούμε σε μια χώρα που πολλοί υποκινούν δημόσια σε βία ή μίσος, ενώ άλλοι δημόσια επιδοκίμασαν ή αρνήθηκαν εγκλήματα. Παραμένουν ακαταδίωκτοι. Κάποιοι είναι λ.χ. ανώτεροι κληρικοί.
Και θα δικαστεί η Σώτη Τριανταφύλλου για αυτή την μπούρδα: κατά Μάρκο Πόλο «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι». Ναι, μισαλλόδοξη μπούρδα, ναι με πολιτικό βάρος και θλιβερή μπούρδα ― αλλά δεν συνιστά ρατσιστικό έγκλημα.
Για λόγους αρχής;
Λένε σήμερα πολλοί «χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους».
Για μένα αυτό είναι λίγο σαν να λες «καλό το DDT, σκότωνε τα κουνούπια». Ωστόσο
- δεν σκοτώνει όλα τα κουνούπια, π.χ. σκεφτείτε ένα σεξιστικό «πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε με το στανιό» κι άντε να αποδείξετε ό,τι θέτε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη το 2017·
- σκοτώνει και πολλά άλλα.
Όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.
Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του ’60, αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.





