Δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του

Όταν εγείρονται ζητήματα σεξουαλικής συμπεριφοράς, ταυτότητας και προσανατολισμού, η πολιτισμένη απάντηση είναι κάπως έτσι: «Δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αρκεί να μην προκαλεί εμένα». Αυτή η αρχή είναι αρκετά δημοφιλής, αν και κάπως ντεμοντέ πια, αφού η οικογενειοκεντρική ετεροκανονικότητα νικά και προχωρεί. Θεωρείται ωστόσο η χρυσή τομή που διχοτομεί το δημόσιο από το ιδιωτικό, γίνεται αντιληπτή ως η ενσάρκωση της μεσότητας σε αυτά τα θέματα, και αποτελεί επεξεργασία του ελληνικού χρυσού κανόνα για τον δημόσιο χώρο (πραγματικό και κοινωνικό): Μακριά από μας κι όπου θέλει ας πάει.

Αυτή η τακτική του εγκλεισμού αφορά φυσικά δημόσιες συμπεριφορές που δεν εγκρίνει η κοινωνία: από την ερωτοτροπία εφήβων σε τίποτε παγκάκια μέχρι το να περπατούν δύο άντρες πιασμένοι χέρι χέρι εξυπακούοντας ότι είναι εραστές ή σύντροφοι, από την ίδια την ύπαρξη των τρανς γυναικών μέχρι το να φιληθούν δύο γυναίκες, από μια κάπως αγριότερη κι ίσως ελαφρώς αλκοολούχα περίπτυξη μιας γυναίκας κι ενός άντρα μέχρι γυναίκες με «προκλητικό» ντύσιμο (που παν γυρεύοντας, λέει, αλλά ας μην το πιάσουμε αυτό το αίσχος). Και ούτω καθεξής

Πρόκειται βεβαίως για μια αρχή που ισχύει σε πολύ περισσότερες κοινωνίες: από το θεοκρατικό Ιράν και την (αλλιώτικα) θεοκρατική Σαουδική Αραβία κι Αλαμπάμα, μέχρι τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου και την Κύπρο, μέχρι τις ωραίες και μεγάλες (και τις όχι τόσο) μεγάλες καταδιαβρωμένα αστικές δημοκρατιες.

Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι κοινωνίες; ότι η συνθήκη «στο κρεβάτι του» και η προτροπή «μακριά από τα μάτια μου» δεν ορίζει το ιδιωτικό· απεναντίας, περιορίζει κάποιες (σχεδόν όλες) τις εκδηλώσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς, ταυτότητας και προσανατολισμού, μαντρώνει σχεδόν κάθε ερωτική συμπεριφορά, όχι μόνο μέσα σε κάποιο δωμάτιο.

Τελικά, το «δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αρκεί να μην προκαλεί εμένα» αφήνει την ερωτική ελευθερία σε δύο ομάδες ανθρώπων και μόνο. Αν λοιπόν ανήκεις στους προνομιούχους, θα μπορεί να εκδηλώνεται όπως θέλει μακριά από αδιάκριτα μάτια: είναι θρυλικά τα όργια της νομενκλατούρας του ΚΚ Ρουμανίας πριν το 1989, οι παρτούζες με κόκα των fat cats του Σίτυ, ή τα ‘πάρτυ’ των enfants gâtés της Τεχεράνης — οι δουλοκτήτες σαουδάραβες είναι πια κλισέ. Αν δεν ανήκεις στους προνομιούχους, προκειμένου να κάνεις τις ανωμαλίες σου — που κυμαίνονται από μια αγκαλιά κι ένα φιλί μέχρι το πιο μπαρόκ BDSM και τα πιο μαζικά όργια — πρέπει να βγεις στην οιονεί παρανομία, να περιπλανηθείς στο πολεοδομικό ή στο διαδικτυακό περιθώριο, σε έναν χώρο όπου ο Νόμος, τα τμήματα Ηθών, σε ανέχονται μέχρι να αποφασίσουν να μη σε ανεχτούν, λ.χ. για να σε εκβιάσουν. Και όπως το πρόσφατο έγκλημα του κυρίου Λοβέρδου κατά των οροθετικών γυναικών κατέδειξε περίτρανα (ω! είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν ποινικολόγοι που θα με διορθώσουν για τον μεγαλόστομο, πλην ακριβή, όρο ‘έγκλημα’), η πραγματικότητα έχει ως εξής:

Αν είσαι μέλος κάποιας ελίτ, κανένας (εκτός από σκανδαλοθηρικές ύαινες) δε νοιάζεται τι κάνεις στο κρεβάτι σου, αφού το κρεβάτι σου μπορεί να πιάνει ένα κλαμπ, μισό ξενοδοχείο, μία βίλλα, μια παραλία, ένα ολόκληρο νησί. Αν δεν ανήκεις στην ελίτ, είτε περιορίζεσαι στο ετεροκανονικό κι οικογενειακό (ή μοναχικό) κρεβάτι σου είτε θα προκαλείς έτσι κι αλλιώς, θες δε θες, ακόμα και πίσω από κλειστές και κλειδωμένες πόρτες.

Μισανθρωπία κι ηθικισμός

Η γενιά μου μεγάλωσε απαξιώνοντας μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή του ηθικισμού: αυτή που ασχολιόταν με την περιχαράκωση και την κανονικοποίηση του έρωτα. Αυτή η εκδοχή του ηθικισμού προέρχεται από την πατριαρχία και τα ευρύτερα αγροτοποιμενικά ήθη.

Η έμφαση σε αυτήν την εκδοχή του ηθικισμού είναι δικαιολογημένη: είναι πολύ υπαρκτή, πανταχού παρούσα και καταστρέφει εκατομμύρια ζωές, κυρίως γυναικείες. Αυτή η εκδοχή του ηθικισμού επίσης αποστερεί αυτονόητα δικαιώματα από τα ομόφυλα ζευγάρια και συνοψίζεται στο εξής ετεροκανονικό σχήμα αρχών:

1. Ζευγάρι είναι άντρας και γυναίκα.
2. Ο άντρας είναι φύσει πολυγαμικός και η γυναίκα φύσει μονογαμική.
3. Ο έρωτας οδηγεί σε μακροχρόνια αποκλειστική θεσμισμένη σχέση.
4. Η μακροχρόνια αποκλειστική θεσμισμένη σχέση οδηγεί σε τεκνογονία.
5. Ό,τι δεν εμπίπτει στα παραπάνω στιγματίζεται ή περιθωριοποιείται.

Ωστόσο, η έμφαση σε αυτή την πλευρά του ηθικισμού, που απορρέει από την πατριαρχία, δημιούργησε ένα πρόβλημα: συσκοτίζει την ουσία του ηθικισμού ως φαινομένου. Και η ουσία του ηθικισμού δεν είναι άλλη παρά η μισανθρωπία. Στον νεοφιλελεύθερο κόσμο, που, επιμένω, αποτελεί το συμμετρικά απέναντι άκρο του σταλινισμού, αναδύεται λοιπόν μια ακόμα πιο τοξική και γενικευμένη εκδοχή του ηθικισμού: αυτή που καθολικώς απαξιώνει ολόκληρους βίους και πολιτισμούς.

Ο στόχος δεν είναι πια μόνον το σεξ, ο έρωτας, οι σχέσεις αλλά και ο υπόλοιπος ανθρώπινος βίος. Τίποτε δεν είναι απλώς ανθρώπινο, τίποτε δεν είναι δεδομένο. Όλα είναι ύποπτα: να μην κάνεις παιδιά και να κάνεις πολλά παιδιά, να είσαι θορυβώδης ή υπερβολικά τοπικός στα γούστα σου, να μη συμμορφώνεσαι με τη νομιμότητα (απ’ όπου κι αν προέρχεται), να θρησκεύεις, να μην είσαι κορμάρα αθλητική χωρίς ξύγκι, να ακολουθείς τα ήθη της κοινότητάς σου (από τη φραπεδοποσία μέχρι τη σχετική καχυποψία της αγγλικής εργατικής τάξης απέναντι στο κρασί). Ένας ακραίος μαξιμαλιστικός κεμαλισμός προσπαθεί πολιτισμικά να μετατρέψει τον κόσμο όλο σε εύπορους αστούς κοσμοπολίτες των καλών arrondissement και του Upper West Side — ενώ παράλληλα θα εργάζονται και θα αμείβονται σαν δούλοι που κόβουνε φασόν στο Μπαγκλαντές.

Η απλή ξινίλα, ο σουσουδισμός, όπως και η ηθικολογία της θεούσας, βεβαίως εμπίπτουν μέσα στην ελευθερία του λόγου. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν αυτός ο λόγος γίνεται εξουσία. Η εγγενής ηλιθιότητά του δε μας απασχολεί και δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κριτικής. Άλλωστε, ο ηγεμονικός λόγος είναι αναπόφευκτα τετράγωνος, απλοειδής και βλακώδης, ώστε να κωδικοποιείται (νομοθετικώς ή αλλιώς) και να επιβάλλεται όπως η βέργα του γυμνασιάρχη: δε χρειάζεται διακριτά μέρη, επεξεργασία και χερούλια ένθετα.

Για παράδειγμα, η πρόσφατη απορία πώς γίνεται μια χώρα σε ύφεση και υπό τα μνημόνια να έχει τόσο υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας είναι εύγλωττα (και υποκριτικά;) αδαής στο ότι αγνοεί τις αμερικανικές στατιστικές που συσχετίζουν μακντοναλντοφαγία και φτώχεια. Είναι χαζή. Ωστόσο δε βρίσκεται και δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί το θέμα μας, αφού μια τέτοια διερώτηση είναι εύστοχη, εφόσον αποσκοπεί στη νουθέτηση και στον αναθεματισμό ενός ολόκληρου λαού.

Ο ηθικισμός είναι απροκάλυπτα πλέον πολιτικό όπλο. Πάει πέρα από την καταπίεση της επιθυμίας, προς την κατεύθυνση της συστηματικής και εντατικής κατασκευής ενοχής για κάθε μορφή ετερότητας ή δημιουργικής αυτοέκφρασης που θα προκαλούσε οποιαδήποτε ανατάραξη στο εργοτάξιο του κόσμου-φυλακή στο οποίο ζούμε: η μισανθρωπία στην υπηρεσία της εξουσίας.

Οι πόλεις ως εικόνες και ως διαθέσεις

Bank City

Οι πόλεις είναι οι άνθρωποί τους. Το άσχημο Ηράκλειο έχει κόσμο ζωντανό, σπιρτόζο, αγχίνου. Τα όμορφα (κι αγαπημένα μου) Χανιά βαριούνται τη ζωή τους. Η μπαχαλίτσα Κολωνία πάλλεται και σφύζει και γλεντάει, το κουκλίστικο Ζάλτσμπουργκ είναι η πατρίδα του Μότσαρτ και τέλος.

Οι πόλεις δεν είναι εικόνες, οι πόλεις είναι οι διαθέσεις που δημιουργούν. Είναι απαραίτητη μια σχετική διανοητική και συναισθηματική ωριμότητα για να το καταλάβεις αυτό και για να προχωρήσεις από τις εικόνες στις διαθέσεις. Σε αυτό θα επιμείνω: αν συγκρίνεις το Χάρλεμ με το Μόναχο με όρους εικόνων και ευταξίας και όχι, κατ’ αρχήν, διάθεσης, αυτό λέει κάτι για εσένα και για τη σχέση σου με την πόλη και τους ανθρώπους, νομίζω.

Συνεπώς είναι κουραστικό να διαβάζεις εγκώμια πόλεων μόνο και μόνο γιατί μέσα τους μπορείς να βγάλεις όμορφες φωτογραφίες, χωρίς π.χ. να παρεμβάλλονται κεραίες και καλώδια ηλεκτροδότησης, είναι αστεία η απόπειρα του Έντι Ράμα να κάνει τα Τίρανα ανθρώπινη πόλη βάφοντας τις προσόψεις παρδαλές. Παράλληλα, όσοι παραπονιούνται για γκρίζες και βρώμικες πόλεις, ας παν μέχρι Όσακα και Νάπολη.

Όσοι χαίρονται το σημείο φυγής του άξονα των Ηλυσίων Πεδίων στην Ντεφάνς, έχουν άραγε δει το Παρίσι από ψηλά; Τι είδαν; Όσοι καμαρώνουν την ομοιομορφία της Βαρσοβίας, του Μονάχου, των ιταλικών πόλεων, έχουν επίγνωση των όρων αυτής της ομοιομορφίας, δηλαδή της ευμάρειας, της ανοικοδόμησης, του κεντρικού σχεδιασμού, της στάσης κάθε δραστηριότητας από μια εποχή και μετά (με ακραίο παράδειγμα τη Σιένα), του εξοστρακισμού κάθε «ρυπαρής» ή «οχληρής» δραστηριότητας εκτός των τειχών; Όσοι χαίρονται το κέντρο του Λονδίνου, έχουνε περπατήσει τα αχανή δομημένα τίποτα που περιέχονται μέσα στον Μ25; Κάθε φορά που λέτε μπλιαχ για την πανάσχημη Λάρισα και το άναρχο Ηράκλειο και τη στιβαρά μονότονη Δραπετσώνα, θυμηθείτε τη Σεούλ και το Τόκυο ή και το Λόουερ Ηστ Σάιντ και το Άλφαμπετ Σίτυ της Κοσμοπόλεως.

Τέλος, το αίτημα της γραφικότητας: αυτό που θέλει να μας επιβάλει μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Πρέπει να αποφασίσουμε ποια τμήματα της πόλης θέλουμε να προορίζονται για ποιους, ποια για επισκέπτες και ποια για τους κατοίκους της: άλλο η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, άλλο η Πατησίων. Το αίτημα της γραφικότητας δεν μπορεί να αφήνεται να γεμίζει λ.χ. ολόκληρη την πόλη αβραμοπούλεια άκυρα καγκελάκια-ανθρωποπαγίδες, ενώ τα παλούκια του Λονδίνου και του Άμστερνταμ θα έκαναν παρόμοια δουλειά. Δεν μπορεί να υποσιτίζεται η δημόσια συγκοινωνία και να βρίζουμε τον μαλάκα τον Έλληνα που παρκάρει όπου βρει.

Και υπενθυμίζω με την ευκαιρία, ότι όπου βλέπεις πολλή ασχήμια και πολύ κιτσαριό σε μια πόλη, κάποιος εξωραϊστής κρύβεται από πίσω — κι αφήστε με ήσυχο με τα σατανικά αλουμίνια που αλλοίωσαν τα χωριά μας.

Ένας κρυμμένος κόσμος

Καμμία αντίσταση, καμμία αντίδραση, ούτε ίχνος εξέγερσης. «Ηττηθηκε ο λαός», λένε μερικοί. Εγώ δεν ξέρω πότε πολέμησε. Τρεις φορές κατέβηκε στο Σύνταγμα, του προκάλεσαν ασφυξία και εγκαυματάκια με χημικά όπλα, τον σάπισαν στο ξύλο, άνθρωποι έχασαν μάτια, κάποιος σκοτώθηκε (αλλά το ΚΚΕ δεν το κάνει θέμα: δεν καιροσκοπεί). Τρεις φορές, τέσσερις, φώναξε. Αλλά δεν αγωνίστηκε, δεν πολέμησε. Και τώρα περιμένει τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς απαραιτήτως να τον έχει ψηφίσει.

Αλλά δε θα μιλήσω γι’ αυτό. Θα μιλήσω για τη λιτανεία του Αγίου Παντελεήμονα χτες στο Κερατσίνι. Σε μια εκκλησία που είχα να πάω χρόνια. Κάθησα σε μια γωνιά και έβλεπα για ώρες τον κόσμο να περνάει.

Ένας ολόκληρος κόσμος, που δεν περνάει από εδώ, από τις σοσιαλμηντικές αντιπαραθέσεις και τους σοφιστικούς αγώνες των κειμένων και των μέσων. Ένας κόσμος που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα των δικών μας γενικεύσεων περί «λαού», «κόσμου», «Ελλήνων» κτλ. — αποτελώντας ταυτόχρονα το σώμα τους. Ένα κόσμος σωματικός, σωματοποιημένος, που μυρίζει λιβάνι, άρωμα, ιδρωτίλα, τσιγάρο, αφρόλουτρο, βαρβατίλα, αφτερσέιβ, κολώνια, σαπούνι, ρακή.

Ένας καντηλανάφτης σαφώς ζορισμένος που κάπνιζε, τσιγγάνοι με ντεκαπάζ και τσιγγάνες ξερακιανές με τζιν, πρόωρα μπαταρισμένα ζευγάρια, τοπικές καλλονές με τα καλά τους, παιδάκια όπως όλα τα παιδάκια του κόσμου: τρυφερά κι ανυπόφορα, πλανόδιες πωλήτριες στεγνωμένες από το τσιγάρο, ανοικονόμητες κοιλιές παραμελημένων γυναικών, αφηρημένοι άνεργοι, έφηβες έτοιμες να σαγηνεύσουν τη γειτονιά με ένα τζιν σορτσάκι, εργάτες χρόνια στον Παπαστράτο, οικογένειες που δεν έχουνε πολλά να περιμένουν από κάποιον εκτός του Αγίου Παντελεήμονα, μανάδες ταπεινές που σου λένε ότι όλες τους πίνουνε ψυχοφάρμακα, παλληκάρια που είπανε στο κομμωτήριο να τους κάνει κατά προσέγγιση το κλαρινογαμπρέ κούρεμα της μόδας, αγέρωχες καλλονές, γερόντισσες έγκλειστες στο γηροκομείο παραδίπλα που πληρώνουνε την ειρκτή με τις συντάξεις ή τα προσφυγικά που κληρονόμησαν, φρεσκοφουσκωμένοι έφηβοι γυμναστηρίου με τατουάζ, κοντοκουρεμένες κυρίες. Και άλλοι και άλλες που το αμβλύ μου βλέμμα δεν διακρίνει.

Ποιος γράφει γι’ αυτούς χωρίς να τους εγκλείει σε στερεότυπα τύπου Σταύρου Θεοδωράκη του Βλακός; Ποιος έγραψε το μυθιστόρημά τους χωρίς να τους βλέπει ως κλισέ ή ως παιδιά; Ποιος τούς σκέφτεται πέρα από τους πλατωνικούς κομμουνιστές, που είναι έτοιμοι να τους πατρονάρουν και να τους πούνε για τη ζωή τους, ή πέρα από τους φιλάνθρωπους παπάδες, που τους τραγουδούν «κάντε υπομονή» και άλλα γραφικά; Άνθρωποι παγιδευμένοι μέσα στη γραφικότητα ιθαγενούς ή μέσα στη σχεδόν ζωώδη γνησιότητα που τους αποδίδουν όσοι δεν τους ξέρουν παρά ως μύθους, τραγούδια, καρικατούρες, ελληνικές ταινίες, που τους ξέρουν ως τις μάζες των ανεπίδεκτων μικροαστών ή των λεβέντικων αντίφα γειτόνων του Παύλου Φύσσα. Άνθρωποι ισοδύναμο του Αλβανού, αλλά με ψήφο. Άνθρωποι χωρίς φωνή, μαθημένοι να τους βλέπουν αφυψηλού

Εγώ δε θα μιλήσω γι’ αυτούς. Δε δικαιούμαι.

Κρέας

Διάβαζα κάτι παράπονα για μερικούς που αναρτούν εικόνες ερωτικού περιεχομένου, παρακολουθώ με δυσαρέσκεια το κυνηγητό στο οποίο έχει πάρει το facebook (που θα μείνει μνημείο μαλακισμένης πλατφόρμας τελικά) όσους δείχνουν γυμνότητα και ό,τι παραπάνω. Κάποιοι χρησιμοποίησαν καταγγελτικά και έναν όρο που φοριότανε πολύ τη δεκαετία του ’70, στα συμφραζόμενα του ηθικού πανικού κατά του γυμνισμού: κρέας.

Κρέας είναι αυτό που έπεσε βροχή στην Ουκρανία, σε μερίδες ή ως ολόκληρα σφαχτά. Κρέας είναι αυτό που κάθε τόσο παράγει ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, με έμφαση στο γάλακτος (μια και, ως γνωστόν, οι αραπάδες και οι μουσουλμανίδες γεννοβολάνε). Κρέας είναι τα κοψιδάκια που θα λιανίσουν από όλα τα θηλυκά μέχρι 46 ετών στο Ιράκ και που λιανίζουν σε ολόκληρη την ανατολική Αφρική. Κρέας είναι αυτό που πάει και κρεμιέται από τα δέντρα μετά από βιασμούς νουμεράδα.

Κρέας είναι το μυαλό όσων μεριμνούν για τα ήθη και για το πώς θα μιλήσουνε στα παιδιά τους για την ανθρώπινη ανατομία μέσα σε έναν κόσμο βάρβαρο που εκβαρβαρώνεται με χαλαρότητα και σχετικό μπρίο.

Η επικράτηση του Κακού

Τέσσερα χρόνια μετά την παράδοση στην τρόικα που εξαγγέλθηκε στο Καστελόριζο, είναι σκόπιμο να έρθουμε επιτέλους σε επίγνωση κάποιων πραγματικοτήτων.
Ο Αντώνης Σαμαράς, ο Ευάγγελος Βενιζέλος και τα ΜΜΕ τους ολοκλήρωσαν το έργο του ΓΑΠ κι εκείνου του ανύπαρκτου που τον διαδέχθηκε: εδραίωσαν την πεποίθηση ότι (και) αυτό το καθεστώς, και στις πολιτικές και στις κοινωνικές του εκφάνσεις, είναι κανονικότητα και δημοκρατία.
Το κατέδειξε η μη συντριβή των κομμάτων τους στις εκλογές. Το υπαινίσσεται η επιτυχία απολίτικων σχημάτων όπως το Ποτάμι αλλά και η σταδιακή κανονικοποίηση της ναζιστικής συμμορίας και των ψηφοφόρων της — έστω και αν προς το παρόν τους έχει γίνει η χάρη να παριστάνουν τους έγκλειστους ιδεολόγους, τους πολιτικά διωκόμενους κομμουνιστές (θεμουσχώραμε).
Ο κόσμος δεν απαξιώνει τον Σαμαρά περισσότερο από όσο απαξίωνε τους προκατόχους του, σεφερλίδικα πάντοτε. Ο κόσμος ακούει τα καθεστωτικά ΜΜΕ κι έχει ενστερνιστεί την νεοαποικιακή-ελληνοκεμαλική εικόνα που προβάλλουν: είμαστε ζώα ανατολίτικα και γι’ αυτό φτάσαμε μέχρι εδώ. Παράλληλα, τα συμφέροντα κι οι μεγαλοεργολάβοι σπευδούν ξελιγωμένα να αρπάξουν κτήρια, εταιρείες, αιγιαλούς, δημόσια αγαθά, δημόσια γη, υπηρεσίες: συνηθίσαμε κιόλας την ιδιωτική υγεία και την (και σε επίπεδο υποδομών) ανύπαρκτη παιδεία. Θα φτιάξουν και οι ναζί την ΕΔΑ τους, όταν έρθει η ώρα, θα παραστήσει η συμμορία τους το διωκόμενο ΚΚΕ που θα παίξει το παιχνίδι του συστήματος, κάτι που οι ναζί μπορούν να κάνουν με περισσότερη ευκολία και από το σημερινό ΚΚΕ, φασίστες είναι: τα μπόξερ και τα μποξεράκια του συστήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν έρθει κι όταν έρθει, ούτε θα μπορεί ούτε θα θέλει να ξεκάνει τη ζημιά, μια και η αγωνία του πλέον είναι να μη θιχτούν οι πατριώτες, οι νοικοκυραίοι και (επιλεγμένα) συμφέροντα.

Αυτή είναι η νέα εκδοχή της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Προσεχώς και αλλού.

Για τον Πάνο

Άνοιξα το μπουκάλι Caol Ila που μου έφεραν. Με λίγο μόνο νερό στο ποτήρι. Το πίνω στην ψυχή του. Ή του το κάνω χοή. Ή το υψώνω κέρασμα στη μνήμη του — δε θα κολλήσουμε στις τεχνικές και στις τεχνοτροπίες. Ωραίο ουίσκι, γλυκόπιοτο για single malt: καπνιστό και μελένιο. Επίγευση σαν ξύλου. Ακριβό γλυκό φαρμάκι.

Όντως, όπως είπε: σκληρή και δύσκολη η ποίησή του. Πολύ τραχιά φωνή ικανή για θέρμη και για μεγάλη τρυφερότητα. Γενναιότητα όπως μόνο των πραγματικά λαβωμένων.

Η γεύση διπλώνει τον χρόνο πάνω σε μια κατάβαση από το σπίτι του αργά, πολύ αργά, πριν από μήνες. Ζάλη από κρασί και αεράκι της Αθήνας πριν χαράξει, μάχες κρυφές και σχέδια για έξω. Βιβλία. Ελπίδες μικρές και στοχευμένες, όπως πρέπει σ’ εμάς τους θνητούς.

Δεν είμαι κατά του θανάτου, τελικά. Αλλά όχι τόσο πρόωρα, ρε πούστη μου.

Το νοημα της ζωής

Ι.
Θαυμάζω τους αληθινά γενναίους ανθρώπους. Που συνεχίζουνε να σχεδιάζουν και να προχωρούνε κι ας ξέρουν καλά, and they do it anyway.

Πρώτα γνώρισα τον άνθρωπο, μετά το έργο του: την ποίηση και όλα τ’ άλλα. Πριν γνωρίσω τον άνθρωπο, έμαθα τα καθέκαστα από φίλο μας: καρκίνος, εγχείρηση, μετάσταση, ακτινοβολίες, χημειοθεραπείες. Σχεδόν στην ηλικία μου. Μια εποχή που με γυρόφερνε η νοσοφοβία και κάθε λογής πίκρες. Ήπιαμε μαζί τα ουίσκια μας. Κάπνισε μαζί μου. Τον αισθάνθηκα φίλο, σε σημείο που τον κάλεσα στα τεσσαρακοστά μου γενέθλια, ανάμεσα σε ελάχιστους και πολύ νευρωτικά επιλεγμένους. Μετα τον έβαλα (και το χαίρομαι ακόμη) να μιλήσει για κάτι που σκάρωσα.

Λίγες συναντήσεις και ατελείωτες, στο σπίτι του με τον σκύλο και με τη θέα. Η τελευταία ήτανε στο κέντρο για βιβλία και κουβέντα.

Άνθρωπος πολύτιμος. Όχι, δε μας αφορά η βιολογική ζωή ως ατέλειωτη σπατάλη, δε μας νοιάζει ο αέναος ξανανιωμός της ως καταστρατήγηση της εντροπίας. Μας νοιάζει η ύπαρξη και οι άνθρωποι, και μάλιστα όταν τους χάνουμε.

Α ρε Πάνο Οικονόμου. Α ρε Πάνο.

ΙΙ.
«Θες να καθήσουμε εδώ και να δούμε λίγο την πόλη;»
«Ναι.»
«Τι γράφει εκεί;»
«Πού;»
«Στον τοίχο.»
«Αντίφα.»
«Αντίφα; Περίεργο όνομα.»
«Δεν είναι όνομα, σημαίνει να πολεμάμε τους κακούς ανθρώπους.»

«Κοίτα, τα νερά τρέχουν μέχρι τη ρόδα του αυτοκινήτου.»
«Και πιο μακριά.»
«Έλα να ρίξουμε φύλλα στα νερά που τρέχουν, να τα κάνουμε βαρκούλες.»
«Εντάξει.»

ΙΙΙ.
Δίνε ευκαιρίες στους ανθρώπους με τους οποίους κάποια χορδή σου συντονίστηκε κάποτε. Δίνε ευκαιρίες ξανά και ξανά.

Γνώθι σαυτόν (και μετά κατέβα τρία κλικ κάτω)

Πρέπει όποιος γράφει να έχει υπόψη του τη βιασύνη του αναγνώστη: ο Μίλοραντ Πάβιτς στην εισαγωγή του Λεξικού των Χαζάρων λέει ότι ο συγγραφέας πρέπει να γράφει πριν το γεύμα, για να μη φλυαρεί, και ο αναγνώστης πρέπει να διαβάζει χορτάτος, για να μη βιάζεται. Ωστόσο, ο αναγνώστης θα βιάζεται πάντα.

Πρέπει όταν γράφεις να έχεις επίγνωση ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα σε παραναγνώσουν ή θα σε υπερερμηνεύσουν. Όχι το κείμενό σου, εσένανε. Θα διαβάσουνε κείμενό σου και θα προσπαθήσουν να μάθουνε κάτι για σένα τον ίδιο. Για να πάρεις μια εικόνα πιο σαφή: φαντάσου τι μπορεί να περάσει από το μυαλό του αναγνώστη σχετικά μ’ εσένα όταν διαβάζει το κείμενό σου, φαντάσου το πιο τρελό. Αντιλήψου ότι το συζητούν ήδη, και λένε κι από πάνω και κάτι χειρότερο, που δε φαντάζεσαι. Μετά αγνόησέ το.

Αυτολογοκρινόμαστε, και καταλήγουμε να γράφουμε σουπίτσες. Εμείς οι ενοχικές γραφές που νιώθουμε πως τζάμπα φορτωνόμαστε στον αναγνώστη. Τα παιδιά του sic et non. Αυτολογοκρινόμαστε και φτιάχνουμε σουπίτσες. Εμείς λοιπόν πρέπει να διώχνουμε τα κείμενα μόλις τα νιώσουμε έτοιμα. Τα αποκηρύσσουμε μετά, αν χρειαστεί, έχει και η αποκήρυξη τη γοητεία της: λες «ακόμα μπορώ να γίνομαι καλύτερος». Άλλωστε, δε βαριέσαι, στον κόσμο αυτόν διαβάζουν άλλους κι άλλους, κι εμάς σχεδόν κανείς: λίγοι θα τα δουν, λιγότεροι θα τα καταλάβουν.

Υπάρχουνε βέβαια κι εκείνοι που έχουνε φιμώσει τον επιμελητή μέσα τους, έχουν εξορίσει τον έσω κριτικό στην Αλμυρά Έρημο και νομίζουν ότι ο αναγνώστης είναι δεμένος πισθάγκωνα σε μια καρέκλα με τα βλέφαρα ανοιχτά α λα Κουρδιστό Πορτοκάλι, μόνο και μόνο για να τους διαβάζει νυχθημερόν κι απρόσκοπτα. Για αυτούς ισχύει το μισό χεμινγουεϊανό ρητό, write drunk, συμπληρωμένο από κάτι σαν «and get yourself a ruthless editor». Θυμηθείτε τον Έζρα Πάουντ τον Κόφτη, ω κύριοι που γράφετε όπως χύνατε (γιατί κυρίως κύριοι είστε).

Για τα τοτέμ της γραφής θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Δε μιλάω εκ πείρας

Από τότε που βγήκαν τα σοσιαλμήντια, έχει γίνει ξανά πολύ της μόδας να μιλάει κανείς για τη μικροπρέπεια των ανθρώπων, για τις ματαιόδοξες οιήσεις τους, για το μίσος του κόσμου, για το φαρμάκι του φθόνου. Έχει ξαναγίνει πολύ επίκαιρη η ροπή προς τα κουτσομπολιά και προς την κατάκριση, πώς καμμιά φορά το να μιλάς (ή να γράφεις, ή να ποστάρεις) δεν είναι παρά υποκατάστατο της ζωής που λαχταράς και δεν έχεις. Γενικά, η ενασχόληση με την κακία του κόσμου και η ανάγκη να την ερμηνεύσουμε έχουνε ξαναγίνει της μόδας. Και όχι αδικαιολόγητα: σοκάρει η σφοδρότητα και ο απόλυτος τόνος της μικροψυχίας και της κακίας, συνήθως με επικάλυψη υποκρισίας, που συναντάει κανείς στα σοσιαλμήντια. Πρόκειται για μικροψυχία και κακία που πολλοί πιστέψαμε ότι μας άφησε χρόνους με τον τάχα θάνατο της γειτονίτσας και του χωριού.

Εγώ όμως δε θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Ούτε σκοπεύω να ασχοληθώ με βαθυστόχαστες ανατομίες της ανθρώπινης μικρότητας, ψυχολογικές, ψυχαναλυτικές ή πολιτικές ερμηνείες της — δεν έχω την κατάλληλη αποσκευή, άλλωστε. Απλώς θέλω να σταθώ σε ένα πολύ μικρό πράγμα, έναν από τους πολλούς τρόπους που μπορείς να αποκτήσεις εχθρούς στα σοσιαλμήντια αλλά και εκτός: να αφήσεις τους ανθρώπους να σε εμπιστευθούν, να σου εκμυστηρευτούν κάτι δικό τους.

Στα σοσιαλμήντια ο κανόνας είναι οι τυχαίες συναντήσεις. Ακόμα και οι πολύ πουριτανοί κι ακυρωμένοι, οι πολύ κλειδωμένοι, οι πολύ συνεσταλμένοι ανταλλάσσουν τουλάχιστον κουβέντες με αγνώστους: είτε γιατί ταυτίστηκαν, είτε γιατί τσαντίστηκαν. Ενίοτε γιατί καύλωσαν — αν και οχι τόσο συχνά όσο θρυλείται. Αυτό που ακολουθεί μετά δεν είναι συνήθως ή απαραιτήτως κλινοπάλες κι όργια και άγριες νύχτες, παρά κάποιας μορφής εκμυστήρευση: δύο ουσιαστικά άγνωστοι άνθρωποι ανταλλάσσουν, με περισσότερη ή λιγότερη αμοιβαιότητα, μυστικά.

Και φυσικά, τα ακριβότερα και βαρύτερα μυστικά είναι αυτά που είτε περιέχουνε μια κάποια δόση ατιμίας, είτε μιλάνε για «the awful daring of a moment’s surrender». Και αφού κάποιος μας τα καταθέσει, δεν ξεχνάει ποτέ ότι πια τα μοιραζόμαστε μαζί του. Κι ενδεχομένως θα έρθει κάποια στιγμή στη ζωή του, συνήθως δεν αργεί αν είναι να ‘ρθει, που αυτό δε θα μας το συγχωρήσει. Κι εκεί βρίσκεται ακόμα ένα παράδοξο: ένα διαβρωτικό μυστικό, μια μικρή ατιμία, ένα λίγο πιο αυχμηρό κουτσομπολιό που ο άλλος σου εμπιστεύθηκε οικειοθελώς και ως δείγμα εμπιστοσύνης και — ενδεχομένως — εκτίμησης, πιθανόν εκτονώνοντας και κάποια δική του ανάγκη (γιατί ποιος δε θέλει να φωνάξει τα μυστικά του στο πηγάδι;), μετατρέπεται σταδιακά σε δικό σου πρόβλημα, σε δικό σου σφάλμα, σε κάτι που εσύ φέρεις και που κηλιδώνει εσένα. Εσύ που μοιράζεσαι το ενδεχομένως εντελώς ανθρώπινο μυστικό (τη στιγμή αδυναμίας του άλλου εν πάση περιπτώσει) γίνεσαι ξαφνικά επικίνδυνος. Γίνεσαι κάποιος που θα μπορούσε να αμαυρώσει υπολήψεις ή που, χειρότερα, υπενθυμίζει στον εκμυστηρευθέντα το μυστικό του, την ατιμία του, την αδυναμία του. Κι επειδή απαιτεί μεγάλη δύναμη να αναγνωρίζεις τις αδυναμίες σου, ή έστω την ύπαρξή τους, από αυτό το σημείο μέχρι να σου κατακυρωθεί το μένος του άλλου, εκείνου που σε εμπιστεύτηκε, η διαδρομή είναι σύντομη και κατωφερής.

Αν δε θέλετε να δημιουργείτε εχθρούς, μην αφήνετε να σας εμπιστεύονται μυστικά τους, και δη μικρές ατιμίες. Θα σας νιώσουν επικίνδυνους. Θα σας το προσάψουν.