Λόγος και (οινό)πνευμα

Πριν 5-6 χρόνια, όταν δούλευα στο παλιό μαγαζί, ήρθε μια αντιπροσωπεία από τη Λιθουανία να συζητήσει προοπτικές συνεργασίας μαζί μας. Γιατί και πώς μη με ρωτάτε, πάντως είχαμε διάφορα μήτινγκ με κάτι κυρίες κι έναν κύριο από ταινία του Makavejev. Τέλος πάντων, πριν φύγουνε για τη Λιθουανία, μου άφησαν πεσκέσι ένα μπουκάλι 250ml που περιέχει ένα καραμελόχρωμο υγρό, απόσταγμα υποθέτω. Λέγεται Starka. Μόλις το είδαν οι συνάδερφοι (το είχα πάνω στο γραφείο) άρχισαν τα «εεεε, δε νομίζω να το πιεις αυτό» κτλ. Έτσι έμεινε σφραγiσμένη η Starka, από γραφείο σε μετακόμιση, κι από ντουλάπι σε μπαρ. Απόψε ήρθε η ώρα να την ανοίξω.

Επειδή όμως είναι πιθανό να μου προκαλέσει τύφλωση ή άλλα κουσούρια φρικτότερα, ξεκινάω:

Debating societies, ooh, very stimulating

Διάβασα σήμερα στον Ζενάκο αυτό. Έμεινα λιγάκι γιατί κατάλαβα τι ήταν αυτό το πράμα για το οποίο βούιζε το τουίτερ τις προάλλες αλλά και σήμερα.

Κατ’ αρχήν, ως κάποιος που έζησε 6 χρονάκια στη Βρετανία, ένιωσα ελαφρά θυμηδία στη σκέψη ότι οι εκδηλώσεις μιας debating society (που έφτιαχναν κι αφισάκια με το εβδομαδιαίο τους θέμα ως «This House believes that…») θεωρούνται σοβαρό γεγονός που θα παραγάγει πολιτικό λόγο, και ενδεχομένως και πολιτική σκέψη, και το οποίο θα παρακολουθείται επί πληρωμή. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον θεσμό, αποτελεί επιβίωμα των ρητορικών αγωνισμάτων των μεσαιωνικών πανεπιστημίων (π.χ στη Σορβόννη των Σχολαστικών φιλοσόφων) και — όπως και τότε — έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Κάγχασα στο ότι ο συντονιστής ενός τέτοιου αγωνίσματος εν έτει 2011 θα ήταν τόσο ανόητος (και να μου συγχωρεθεί η έκφραση: αποφεύγω να αποδίδω χαρακτηρισμούς σε ανθρώπους) ώστε να ξεστομίσει τη φαιδρή αβελτηρία πως «η διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του νόμου «πέρασε στην κοινωνία»».

Εδώ επιλέγω να σταθώ στα εξής σημεία, πάντα από το κείμενο του Ζενάκου:

«Μα δεν μπορούν τα αμφιθέατρα να είναι καθαρά, όπως αυτό εδώ όπου βρισκόμαστε;» Σημειώνω ότι το debate λάμβανε χώρα στο θέατρο του Κολεγίου Αθηνών, του ακριβότερου ιδιωτικού σχολείου της χώρας.

 Sic et non, που θα έλεγαν και οι μεσαιωνικοί συντονιστές των αντίστοιχων αγωνισμάτων. Ναι, ισχύει παγκοσμίως η γενίκευση ότι ό,τι πληρώνεις το σέβεσαι. Παράλληλα, όμως, τα χάλια των ελληνικών αμφιθεάτρων οφείλονται κυρίως στη γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα (τα έχω ξαναγράψει αυτά): ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο.

Τέλος, γιατί πρέπει να είναι καθαρά τα αμφιθέατρα, κύριε Άγνωστέ μου; Μήπως επειδή το ελληνικό δημόσιο πληρώνει τα πανεπιστήμια πλουσιοπάροχα για την καθαριότητα, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιρίων και για την υγεία φοιτητών και προσωπικού; Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (δε λέω τη Σχολή) τους έκοψαν τα λεφτά για χαρτί προ πενταετίας, φαντάζομαι τώρα να έχουνε ρεύμα 10 με 2…

οι θιασώτες του νέου νόμου της παιδείας, θα επιχειρηματολογούσαν ακριβώς ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό, διότι στο Πολυτεχνείο θα πετούσαν αυγά στους δημοσιογράφους του ΣΚΑΪ και κάτι χειρότερο στον ειδικό γραμματέα του υπουργείου Παιδείας,

Και πάλι sic et non. Σίγουρα στην Ελλάδα (όχι επειδή είμαστε μεσογειακοί και σάχλες) προτιμούμε την πάλη, τον χλευασμό, το γκάρισμα και την «ορθή σκέψη» από τον διάλογο, σκεφτείτε λ.χ. τους καθεστωτικούς συνδικαλιστές μας, τους ημιμαθείς λογίους μας, τα κομματικά στέλεχα που υλακίζουν κι αλυχτούν, τους ημιάγριους φυλάρχους-συγγραφείς μας και τους πανεπιστημιακούς με Άσπεργκερ (ενδημεί) — ποιος θα κάνει διάλογο; Ο Αλέφαντος με τον Χαρδαβέλα; Παράλληλα, για σκεφτείτε, εδώ που βρισκόμαστε, να μου φέρουνε το μεγκασκάι και εκπροσώπους της δοτής κυβέρνησης Papademos να μας κάνουν προπαγάνδα κουνώντας μας το δάχτυλο προς 10 ευρώ το άτομο μέσα στο αμφιθέατρο δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος που προορίζεται να μετατραπεί σε Υπερκολλέγιο για Χρήσιμα Στελέχη. Ε έχει και η διανοητική υποτέλεια τα όριά της.

Ο κάλπικος λήρος

Ας το πάμε όμως λίγο παραπέρα. Το έχει συζητήσει κάπως και ο ολντμπόυ, π.χ. εδώ: παρά τους ρητορικούς διαγωνισμούς, τα καλοραμμένα ταγιέρ και την επίφαση ορθολογισμού στον μηντιακό λόγο και στον διάλογο με αναβαπτισμένους Βοριδαίους και σοφούς σχολιαστές, φοβάμαι ότι ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα πλέον πρωτογονίζει επικίνδυνα. Και πάλι, έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δεν παράγεται σκέψη. Απόψε νομίζω ότι κάτι χειρότερο συμβαίνει: έχουμε πισωγυρίσει στον Κουτσόγιωργα, τον Τσοβόλα, τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο και την Αυριανή, στα φλογερά κηρύγματα του προκατακλυσμιαίου ΚΚΕ και στη χυδαιότητα (το τονίζω: χυδαιότητα) του μετεμφυλιοπολεμικού Μίσους της Δεξιάς (που, αν είστε γεννημένοι μετά το ’80, δεν ξέρετε μάλλον τι ανθρωποφαγικό κι αιμοδιψές πράμα είναι). Βεβαίως η χυδαιότητα, η αβελτηρία, ο λαϊκισμός, τα ουτοπικά παραληρήματα και ο διδακτισμός του μίσους αποδίδονται πια με όρους λογικοφάνειας, κομψευόμενου κυνισμού, της ανάγκης «να λέμε τα πράματα με το όνομά τους» (κι όχι «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»: αυτό πια βρωμάει μεταπολίτευση), μιας Realpolitik με παρωπίδες, του φριντμανικού διδακτισμού: το ντισκούρ της κατάστασης εξαίρεσης.

Ποτέ δεν μας άρεσαν οι καλοί τρόποι, φράγκικα χούγια αυτά, μας έλεγαν οι νεορθόδοξοι τσομπαναρέοι τη δεκαετία του ’80 και τα τέκνα που απέκτησαν με τη Μαλβίνα τη δεκαετία του ’90. Η αλήθεια είναι ότι οι όποιοι καλοί τρόποι στον δημόσιο λόγο πάντοτε λειτουργούσαν προσχηματικά εδώ: ως άλλα μικροκίνι ή αστεράκια του Ταρατατά καλύπτουν τα πλούσια και εκρηκτικά ελέη μας, τον καυλωμένο αυταρχισμό μας. Δεξιό κι αριστερό, επαρχιώτικο κι αστικό.

Η σημασία του να μην είχες παπάρια (ποτέ)

Σε αυτό το σημείο θα πει κανείς ότι πήρα φόρα. Ίσως. Αλλά πώς να μην πάρεις φόρα. Αφού πια έχουμε βολέψει τον πούστη στο κοσμοείδωλό μας (γραφικός, αν πολυκουνιέται, και ακίνδυνος, ιδίως αν δεν πολυκουνιέται — το ουσιώδες είναι να μη μιλάει) πρέπει να βρούμε καινούργιο μορμολύκειο, καινούργιο υλικό για τους λαζόπουλους του μέλλοντός μας: τις διεμφυλικές γυναίκες. Είδα π.χ. αυτό το τουιτάκι των Νέων κάποιου μπάμια που ριτουίταρε η murplejane· διάβασα κι έναν διάλογο κάπου στον οποίο ζητάγαν από μια διεμφυλική να μην παριστάνει την πραγματική γυναίκα γιατί είναι «τεχνητή», τη ρωτούσαν αν έχει οργασμούς (όπως οι «πραγματικές γυναίκες»), ζητούσαν τη γνώμη της για τον φεμινισμό και κάτι τέτοια (δεν μπορώ να βρω την πηγή). «Η πραγματική γυναίκα», λοιπόν. Αφού χάσαμε τη μάχη, σύντροφοι Πραγματικοί Άντρες, να ξεχωριζόμαστε μεταξύ μας, ας ρίξουμε τις προσπάθειές μας στο να ορίσουμε ετερόνομα τις Πραγματικές Γυναίκες, οι οποίες γυναίκες έτσι κι αλλιώς είναι βολικότερες να τις κουμαντάρουμε και να τις ποδηγετούμε από τη Γεωργική Επανάσταση και δώθε. Ναι, ακούγομαι σαν φιλάνθρωπος λευκός που βγάζει λόγο για τα δικαιώματα των μαύρων, οκέι, αλλά δεν μπορώ να μην αγανακτήσω όχι μπροστά στις μεταμορφώσεις του αυταρχισμού, αυτές είναι δεδομένες, παρά με την ευκολία που περνάει παντού, στο ότι περνάει στο ντούκου.

Αυτή η αγανάκτησή μου απέναντι στην πανδημία αυταρχισμού είναι κάτι διαφορετικό από τη γνωστή μου μίρλα για το πόσο κλειστή και πουριτανική γίνεται η κοινωνία μας, για το ότι ο κοινωνικός συντηρητισμός μολύνει τα πάντα. Ναι, αφού εκεί θέτε να πάτε (δε θα έρθω μαζί σας), ας γυρίσουμε στην αγροτοποιμενική ηθική που τόσο αγαπάτε (και μην ακκίζεστε αποκαλώντας την «βικτωριανή», άλλη φάση εκείνοι). Αλλά τουλάχιστον αφήστε κατά μέρος τις διαπομπεύσεις και τους χλευασμούς και τη δυνάστευση τη ζωής των άλλων.

Ηθική κι ευαισθησία

Μετά το (κατά τα φαινόμενα προσωρινό, με ιστορικούς όρους) τρομακτικό σοκ του ναζισμού, και χάρη και σε ανθρώπους όπως λ.χ. ο Ράσελ και οι υπαρξιστές, ο όρος ηθική πήρε για κάποιες δεκαετίες μια πιο σοβαρή και ουσιώδη σημασία στην καθομιλουμένη, από το είναι απλώς το παρατσούκλι για το κουμάντο στο κορμί της γυναίκας (από το κεφάλι της μέχρι τους αστραγάλους). Ξεκίνησε η επαναδιατύπωση της ηθικής και για τον απλό κόσμο με όρους του αν καταπιέζεις, αν κάνεις ληστρικούς πολέμους, αν κλέβεις, αν καταχράσαι, αν σκοτώνεις εξ αμελείας με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά σου. Στον αγγλόφωνο κόσμο η επαναδιατύπωση πολύ χοντρικά αποτυπώθηκε στη διαφορά μεταξύ morality και ethics (που γινόταν όλο και πιο κοινόχρηστος όρος). Για λίγο ίσως, ο κόσμος δέχτηκε ότι ανήθικο δεν είναι να «απολαμβάνεις υπεύθυνα» αλλά να εκμεταλλεύεσαι και να καταπιέζεις, ο κόσμος υπέθεσε ότι το να πλουτίζεις ανεύθυνα ίσως να είναι ανηθικότερο από το να παίρνεις διαζύγιο ή να συνάπτεις ερωτικές σχέσεις με ελεύθερους ανθρώπους.

Μετά έγιναν όσα έγιναν. Επιστρέφουμε στη λογική της αστυνόμευσης, της περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο θύμα είναι η ελευθερία, π.χ. η διαδικτυακή (θυμήθηκα ένα ωραίο κείμενο της Niemandsrose που είχε βγει στην Ελευθεροτυπία για την ψευδωνυμία — σε λίγα χρόνια όσα λέει εκεί θα φαντάζουνε τόσο γραφικά όσο πλέον το σλόγκαν της Εμμανουέλλας, το «τίποτα δεν είναι λάθος αν είναι όμορφο»). Το δεύτερο θύμα είναι η αξιοπρέπεια, φαντάζομαι λ.χ. τηλεοπτικά πάνελ όπου ο καλεσμένος θα δίνει εξηγήσεις για την προσωπική του ζωή (και αν είναι διεμφυλική θα αποδεικνύει ότι είναι όντως γυναίκα επειδή, λ.χ., της αρέσουν τα παπούτσια και οι τσάντες). Το τρίτο θύμα είναι κάθε είδους ευαισθησία και κάθε είδους ευάλωτοι και ευαίσθητοι άνθρωποι. Το τελευταίο και ξεμοναχιασμένο θύμα είναι η χαρά. Ολονών.

Σκέτο λικεράκι η Starka. Τίποτε δεν έπαθα, ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Henrik Halvarsson

Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται

στον Ν.Ξ., απόψε

Όχι νεκρολογία
Έφτασα νωρίς το πρωί για το μνημόσυνο, είχα χρόνο να σκεφτώ και να αντιδράσω. Περνούσα μέσα από την Κυψέλη της αγάπης: οδός Σπετσών, πλατεία Κυψέλης, οδός Κύπρου. Ο εκλιπών ήταν άνθρωπος παλαιού τύπου, προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος με έναν τρόπο που δεν μπορούμε πια να κουβεντιάσουμε καν. Παντρεμένος 60 χρόνια, αγαπημένος με τη γυναίκα του με έναν τρόπο που δεν μπορούμε να εντάξουμε πια στα στεγνά και στεγανά μας μέτρα, στον μονολιθισμό του καθωσπρέπει μας. Η κόρη του ήταν ο πρώτος μου έρωτας, όσο μπορεί να πει κανείς έρωτα τον απεριόριστο θαυμασμό και προσκόλληση ενός γητεμένου εντεκάχρονου για μια γυναίκα όμορφη, ευφυή, ψαγμένη και είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του. Ο εκλιπών την έχασε με τον πιο σπαρακτικό τρόπο που μπορεί να φοβηθεί κανείς και έζησε άλλα 25 χρόνια δυνατός από πείσμα και αγέρωχος σαν πρωτότοκος, αλλά με μια τεράστια τρυπα να χάσκει μέσα του, μια τρύπα που φρόντιζε να στολίζει με κομψές γραβάτες.

Οι πενθούντες
Στα σαράντα του λοιπόν κοιτούσα τους πενθούντες. Συνήθως οι πενθούντες με κάνουν να δακρύσω. Κοιτούσα λ.χ. τη γυναίκα του εκλιπόντος το πρωί. Τι πράγμα, να χάσεις έναν άνθρωπο με τον οποίο έζησες πρόθυμα 60 χρόνια. Η γυναίκα του με έχει σαν τον γιο που δεν έχει. Αφού πέθανε ο άντρας της, με πήρε στην κουζίνα, καθήσαμε μαζί. Μου έσφιξε το χέρι. Μου μίλησε για τις τελευταίες μέρες του. Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου είπε: Πάει ο θείος σου, έγινε παραμύθι. Και μετά συνέχισε να αφηγείται.
Οι Μακαρισμοί είναι τόσο σωματικό κήρυγμα, τόσο γήινο, τόσο ταπεινό, τόσο ανθρώπινο που κομπλάρει ερμηνευτές και θεολόγους επί 20 αιώνες. Θυμάμαι ταρζανικές ερμηνείες του Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Ότι και καλά οι πενθούντες δεν είναι όλοι μας όσοι χάσαμε και θα χάσουμε τους αγαπημένους μας, αλλά — ξέρω γω — οι μάρτυρες του Χριστού, οι μοναχοί, όσοι πολεμήθηκαν στο όνομά Του κτλ. Ντάξει, δεν ξέρω. Νιώθω πάντως ότι αν οι Μακαρισμοί δεν είναι κουβέντες ενός ραββίνου μιας εποχής τουρλού σαν τη δική μας (όταν η γνώση καθιζάνει, η ελευθερία γίνεται προσχηματική ηρωδιάδα και η ανθρώπινη ζωή και το ανθρώπινο σώμα κόβονται οικόπεδα και κηδεμονεύονται από τους πλειοδότες) αλλά, ξέρω γω, ο λόγος του Θεού, τότε Μακάριοι οι πενθούντες σημαίνει «μακάριοι όσοι πενθούν».

Οι διανοούμενοι και το πένθος
Θεολογώ; Ποτέ και με τίποτα. Αλλού το πάω. Οι διανοούμενοι, και δεν εννοώ οργανικούς διανοούμενος αλλά όσους εξετάζουν τον βίο, όσους παράγουν υπεραξία σκέψης, έχουνε μεθοδικά κι επίπονα καταφέρει να επεκτείνουν εντυπωσιακά τα όρια της φούσκας τους, του υποσύνολου του κόσμου που ερμηνεύουν, πάνω στο οποίο τα εργαλεία τους μπορούνε να βγάλουνε δουλειά. Έχουν ακόμα καταφέρει να αγκαλιάσουν «τον πούστη, την πουτάνα και τον κλέφτη», έστω πατερναλιστικά, έστω προσχηματικά, έστω συμβολικά. Αυτό που δεν μπορούν να κουμαντάρουν είναι η αρρώστια και το πένθος. Εκεί η παρηγοριά είναι στα χέρια Αυτού που επικαλείται ο Ραββουνί. Εκεί, στην καλυτερη περίπτωση, είμαστε ακόμα στους Στωικούς και στον Επίκουρο (τέλος πάντων). Εκεί ο λόγος είναι η αμηχανία. Η μεγάλη αμηχανία.

Η Μεγάλη Αμηχανία
Η Μεγάλη Αμηχανία μάς πάει. Είναι η Αμηχανία της εποχής: μια φουρνιά δογματικών και ιδεολόγων αφανίζουν τον πλούτο του κόσμου, συσσωρεύοντάς τον υπό το μόδιον, όπως προηγούμενες φουρνιές σφαγίασαν λαούς ολόκληρους. Όσοι το αντιλαμβάνονται είναι αμήχανοι. Είναι αμήχανοι γιατί ίσως είναι διανοούμενοι. Είναι αμήχανοι επειδή, ως διανοούμενοι, δε γνωρίζουν πώς πραγματικά ζουν όσοι γίνονται πραγματικά φτωχοί. Είμαστε (για να μην το παίζω ότι είμαι απόξω) αμήχανοι επειδή βλέπουμε αριθμούς και συλλογικές τάσεις και στάσεις και μάζες και κινήματα και πολιτικές και τους μηχανισμούς της ιστορίας και τις δυναμικές της κοινωνίας αλλά όχι τις εκατομμύρια ατομικότητες, τη μεγάλη συλλογικότητα, που δεν μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα. Και χειρότερα, πολύ χειρότερα: φτύστε αυτή την ανοησία, τη φενάκη του παραλληλισμού, τη μεθοδολογική φαρμακεία της μεταφοράς: «μπορεί να πάψει να μιλάει για τα λεφτά, όπως δεν μπορεί ο στερημένος να πάψει να μιλάει για έρωτα». Μαλακίες. Αυτό που ζουν οι άνθρωποι τους οποίους δημοσιονομικές πολιτικές, το διεθνές εμπόριο και η βαρβαρότητα του κεφαλαίου (όπως η αγριότητα των ιδεολογιών κατά τον εικοστό αιώνα) αφανίζουν αγεληδόν δεν το καταλαβαίνεις εσύ που με διαβάζεις στην οθόνη σου, ούτε εγώ που το γράφω στη δικιά μου. Καταστρέφονται ζωές, κανονικά. Άνθρωποι πεθαίνουν και θα πεθάνουν. Οι αδύναμοι θα εξαχρειωθούν. Αυτό είναι πένθος. Αυτό είναι πόνος, εξαθλίωση (γιατί ο πόνος εξαθλιώνει), αυτό είναι πένθος. Τα υπόλοιπα είναι φτενές ρητορείες. Όπως και αυτή η μαλακία που γράφω τώρα.

Το πενθος των άλλων
Η Μεγάλη Αμηχανία, η μεγάλη αντάρα, θα σηκωθεί όταν νιώσουμε το πένθος των άλλων. Γιατί οι πενθούντες είναι εξορισμού τσακισμένοι στη μέση και βουβοί.

Οι δούλοι δεν έχουνε λίμπιντο

per un amico, il miglior fabbro

Σε τέσσερα σημειώματα. Όσοι έχουν εξουσία δεν ορίζουν τη γλώσσα (όπως λένε κάτι καμένα γαλλάκια), αλλά κουμαντάρουν ονόματα, τίτλους και όρους. Κι αυτό όμως είναι συχνά (υπερ)αρκετό για να πατήσεις κάτω τον αδύναμο και τον υποτελή.

Γεράματα
Με πιάνει φανάρι μπροστά στην ελληνική πρεσβεία. Μπροστά μου πεζή κυρία ηλικιωμένη (θα επάνερθουμε σε αυτό) κουτσοπερνάει τον δρόμο, πολύ αργά. Αρθριτικά, οστεοπόρωση, ίσως και τα δύο, την κάνουνε να δείχνει αυτό που λέμε σκεβρωμένη. Φοράει πλεχτή ζακέτα μηχανής, ακρυλική φούστα μάλλον κινέζικη, τα μαλλιά της είναι γκρίζα και με το γνωστό κοντό κούρεμα της ηλικίας της. Γνωστά πράγματα, τετριμμένα. Το πρόσωπό της δείχνει πάρα πολύ κουρασμένο. Όχι βαριεστημένο, όχι με το βλέμμα αδειανό, που λένε, ούτε ενοχλημένο, ούτε αγχωμένο. Απλώς κουρασμένο. Σκέφτομαι διάφορα, σχεδόν αστραπιαία, για όση ώρα παίρνει να γίνει το φανάρι πράσινο. Ηλικιωμένη. Ποια είναι η ηλικία της; Πόσο χρονών να ‘ναι; Εξήντα; Εξηνταπέντε; Όσο δηλαδή ευκατάστατες γυναίκες που δεν εξαρτώνται από τη μεγαλοφροσύνη παιδιών, όπου υπάρχουν, τη μεγαλοθυμία νυφάδων και γαμπρών, την επιβίωση και τη σύνταξη του συζύγου: κάτι καθόλου ηλικιωμένες κυρίες των εξηνταφεύγα και των εβδομήντα, που αλλοιώνουν προς τα πάνω το δείγμα των ερευνών διάφορων ινστιτούτων σεξολογίας σχετικά με το πότε εγκαταλείπει οριστικά την πάλη των κορμιών η «μέση» γυναίκα. Επιστρέφω στην πεζή κυρία, που πια έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι τους ωκεανούς πλήξης μέσα στην καθημερινότητά τους, πλήξης που διαχειρίζονται όλες αυτές οι «γιαγιούλες» των εξηντακάτι στήνοντας προσεκτικές ρουτίνες που προέκυψαν με δοκιμή και πλάνη. Αισθάνομαι αόριστη ενοχή.

Πουστάρες
Πίνω καφέ με τη συμβία (αν και δε θέλει να την αποκαλώ έτσι) και συζητάμε για έναν καλό μας φίλο που έχει πολύ υπεύθυνη και υψηλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Είναι επίσης ανοιχτά γκέι. Η συμβία Ζ αναρωτιέται αν θα μπορούσε να χτυπήσει μια παρόμοια θέση σήμερα, αν θα τον προσλάμβανε η εταιρεία του εν έτει 2011. Στην αρχή δεν καταλαβαίνω: «μα έχει όλα τα προσόντα και με το παραπάνω», λέω. Η Ζ αναφέρεται στο ότι είναι ανοιχτά γκέι. «Μα όταν πήρε τη δουλειά οι εποχές ήταν πιο άγριες, άλλωστε πήρε προαγωγή πρόσφατα». «Η προαγωγή ήτανε το λιγότερο: αν ήταν στρέιτ ή κρυφή τώρα θα τον είχανε συνέταιρο κανονικό», λέει. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να απαντήσω, και πραγματικά δεν ξέρω ακόμη. Έμαθα πρόσφατα για φίλο φίλου που του έχουνε κόψει εφτά ευκαιρίες προαγωγής γιατί έκανε το λάθος να πει ανοιχτά στον εργασιακό του χώρο (στον ιδιωτικό τομέα) ότι είναι γκέι. Η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο κοινωνίας διακρίνω αποδοχή των γκέι στα λόγια και ενσωμάτωσή τους με αντίτιμο τη γραφικότητα. Ίσως όμως κάνω λάθος.

Πουτάνες κι αγάμητες
(Βλέπετε ότι επιστρέφω στον εμβληματικό στίχο του πελώριου ΦΠ, παραφράζοντάς τον)
Δε θέλω να επαναλάβω αυτά τα πρόσφατα προφανή. Έκανα ναργιλέ (αυτά πίνουμε εδώ στο Μίτολ Ιστ) με τον φίλο μου τον Α., ο οποίος είναι εικαστικών προσανατολισμών και έχει μια κορούλα. Αφού θάψαμε την κοινωνία όλη, μου λέει απότομα και χωρίς εισαγωγή ότι ανησυχεί σε τι κόσμο θα μεγαλώσει το παιδί του. Νόμισα ότι μιλάει για τη φτωχεια που έρχεται και την απευθείας υποδουλωσή μας στο κεφάλαιο (χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικής, κρατών, κυβερνήσεων κτλ). Όχι γι’ αυτό, μου απαντάει, απλώς συνειδητοποιεί ότι η κοινωνία θα είναι πιο πουριτανική, ακόμα πιο πουριτανική: η γυναίκα θα είναι «ή πουτάνα ή αγάμητη, όπως τον καιρό των γονιών μας». Όταν λέμε πουτάνα ξέρετε τι εννοούμε: «καθ’ έξιν» (σύμφωνα με παλιότερο νομικό λεξιλόγιο), όχι «κατ’ επάγγελμα». Εννοούμε τον στιγματισμό της γυναίκας που επιδιώκει και χαίρεται τον έρωτα, και μάλιστα έξω από συμφραζόμενα σχέση-συμβίωση-γάμος. Έχει ξαναγίνει αυτή η κουβέντα και δε θέλω να την ξανανοίξω: το θέμα δεν είναι πόσο σεξ κάνεις, το θέμα είναι αν το φχαριστιέσαι. Το θέμα δεν είναι τι κάνεις, το θέμα είναι πόσο δικαιολογημένοι και δικαιωμένοι αισθάνονται οι γύρω σου να σε αξιολογήσουν και να σε κρίνουν με βάση αυτά που κάνεις. Το θέμα δεν είναι αν οι γυναίκες είναι πιο «απελευθερωμένες» (χάχα! ορολογία ΕΓΕ και δεκαετίας ογδόντα: πφφφφ) από τον καιρό που τις πάντρευαν-παντρευόντουσαν, τις γάμαγαν, τις έδερναν, τις γκάστρωναν ανέμελα και τους έβγαζαν το όνομα αν αντιδρούσαν σε κάποιο από τα παραπάνω, το θέμα είναι αν ακόμα οι άντρες την περνάνε ζάχαρη και οι γυναίκες, συγκριτικά μιλώντας, αμμοχάλικο.

Ναι, και;
Είχα το προνόμιο να διαβάσω το πρώτο δοκίμιο συνέντευξης της γνωστής ακτιβίστριας Πάολας Ρεβενιώτη (ναι, της τραβεστί), ξέρετε, της αντεξουσιάστριας που κυνηγούσαν οι ζυθοπότες αντεξουσιαστές άντρες (σχεδόν υπήρξα μάρτυρας μιας τέτοιας φάσης, πήγαινα Γυμνάσιο νομίζω, πάνε και κάτι δεκαετίες). Δε θέλω να πω πολλά για τη συνέντευξη πριν βγει. Απλώς λέω ότι η τύπισσα είναι μεγάλη μορφή. Φαίνεται άνθρωπος «παλαιού τύπου», να το πω κι έτσι: από τους ανθρώπους που έκαναν επανάσταση κι ακτιβισμό γιατί πρωτίστως ήτανε βαθιά φχαριστημένοι αλλά και με τσαγανό. Άνθρωποι με μίνιμουμ απαιτήσεις από τον κόσμο γύρω μας (τον κάλπικο ντουνιά κι έτσι) αλλά με μάξιμουμ διάθεση να περάσουνε καλά, να γλεντήσουν, να το φχαριστηθούν. Άνθρωποι που δεν φοβόντουσαν να φάνε ξύλο (καλή ώρα σαν κι εμάς), γιατί ήξεραν ότι λ.χ. ο ρόλος του μπάτσου εν Ελλάδι είναι να ρίχνει ξύλο κι όχι να πιανει κλέφτες, καταχραστές, φονιάδες. Άνθρωποι που δεν πίστευαν ότι η ζωή τούς χρωστάει και άρα δε θεωρούσαν ότι πρέπει να πέσουν να πεθάνουν και να κλαίγονται στερεοφωνικά εάν η ζωή (που μας χρωστάει, και καλά) δεν πληρώνει τακτικά. Η Πάολα Ρεβενιώτη μου φάνηκε μορφή αξιοπρέπειας, όχι σαν τις ντεκάφ κλαψομαρίες (άντρες, γυναίκες, γκέι, στρέιτ, μπάι, φτωχούς, αριστερούς, διανοούμενους, μη-γαύρους — για όλους μιλάω) που είμαστε εμείς σήμερα.  Μου φάνηκε τελικά φχαριστημένος άνθρωπος και γι’ αυτό γενναίος. Όχι από νεύρωση και ακτιβιλίκι.
Και για να το κάνω φραγκοδίφραγκα: η επάνασταση, η εξέγερση, η αντίσταση, η αντίδραση πιάνουνε καλύτερα τόπο έτσι: όχι όταν πας να διεκδικήσεις «αυτό που σου στέρησαν» (κλαψ-σνιφ) αλλά όταν πας να διεκδικήσεις αυτό που σου αξίζει και δικαιούσαι. Και πάλι, δεν εννοώ το ‘δικαιούσαι’ σαν καθεστωτικός συνδικαλιστής αλλά σαν άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος. Άνθρωπος, πολίτης κι εργαζόμενος που είναι περήφανος και για τα τρία και τα φχαριστιέται το κατά δύναμιν.

Της αντοχής τα υλικά

Ξεκινάμε με τη φτώχεια, με αφορμή αυτό.

Για κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια έζησα φτωχικά, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Φτωχικά σημαίνει ότι τα φράγκα έφταναν ίσα-ίσα για το μήνα, με πολύ περιορισμένα μέσα, πολλή προσοχή και εγκράτεια που μου έχει μείνει σχεδόν κουσούρι. Φτωχικά σημαίνει ότι είχα 20 ευρώ (και τίποτε άλλο) για τις τελευταίες 10 μέρες του Αυγούστου. Φτωχικά ήτανε που είχα για χρόνια δύο πανωφόρια, που δεν είχα χρήματα να αγοράσω δώρο επετείου, που δεν έπινα ποτέ πάνω από δύο ποτά (μπύρες δηλαδή), που δεν είχα λεφτά να πάρω το τρένο να πάω μέχρι την Οξφόρδη (ποτέ δεν έχω πάει) ή να σε κοροϊδεύουν που είσαι τσιγκούνης γιατί δεν τρως έξω κάθε βδομάδα κτλ. κτλ. Δε μιλάμε για πραγματική φτώχεια, δε μιλάμε για τον εξευτελισμό της φτώχειας, δε μιλάμε να κλαις στον καμπινέ γιατί δεν έχεις να πάρεις δώρα στα παιδιά σου, δε μιλάμε για μενού ζυμαρικών 3 φορές τη βδομάδα, δε μιλάμε για αυτά που έρχονται για τους πολλούς και που οι περισσότεροι που διαβάζουν αυτά που λέω θα περάσουν ξώφαλτσα. Στο σπίτι στην Αθήνα δεν πολυάναβαν τα καλοριφέρ πέρυσι, για οικονομία και γιατί παραπονιόντουσαν οι άλλοι ότι δεν έχουν να πληρώνουνε πετρέλαιο. Τα Χριστούγεννα τουρτουρίζαμε. Ούτε που θέλω να σκεφτώ τι θα γίνει φέτος.

The mess we are in

Ενώ το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που μας έδωσε αυτό το φαιό και φαιδρό παράνομο κυβερνητικό συνονθύλευμα ήτανε σε εξέλιξη ήμουν κολλημένος στο τουίτερ. Οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν τη συνταγματική εκτροπή όπως οι γονείς και οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους τη Χούντα των συνταγματαρχών: με χιουμοράκι, ενίοτε επιθεωρησιακό — φαρμακερό στις καλύτερες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούν δε, όπως τότε, διάφορες σεξουαλικές μεταφορές, λες και το να έχεις φασίστες στο υπουργικό συμβούλιο που προέκυψε άνευ εκλογών είναι το ίδιο λ.χ. με το να το κάνεις a tergo και να ζοριστείς λίγο παραπάνω…

Θα ακουστώ γραφικός στην εποχή του γενικευμένου κυνισμού, της τάχα μου στωικής παραίτησης και της μηντιακής προπαγάνδας επισημαίνοντας δύο πράγματα:

Πρώτον, οι αγορές (το κεφάλαιο, οι πολυεθνικές) είναι εχθρός της δημοκρατίας. Ναι, αυτηνής: της ‘αστικής’ δημοκρατίας. Τα νεοφιλελεύθερα κουτορνίθια, οι σταλινικά τυφλωμένοι ιδεολόγοι του 21ου αιώνα, είναι (εκόντες-άκοντες) εχθροί της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Τελεία. Και μόνον ότι έχουνε μια απάντηση για όλα, και μόνον ότι οι θεωρίες τους και οι υποθέσεις τους δεν επιδέχονται διάψευση (όπως ακριβώς της αστρολογίας ή της καφετζούς), και μόνον ο εκνευρισμός τους για την πραγματικότητα που δεν ακολουθεί τις φαντασιώδεις νομοτέλειές τους, τους καθιστά επικινδυνότερους από τους πιο επικίνδυνους σταλινικούς, αφού αυτοί είναι κατ’ επίφαση θιασώτες της ελευθερίας.

Δεύτερον, έχουμε πάλι κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Μια κυβέρνηση που όμως δεν προέκυψε από εκλογές, με πρωθυπουργό έναν εξωκοινοβουλευτικό «τεχνοκράτη» (όπως απαιτούσαν σοφοί και βαθιά ψημένοι δημοσιογράφοι), μια κυβέρνηση ενισχυμένη με υπουργούς από ένα υπερδεξιό-καιροσκοπικό κόμμα, το οποίο δεν υπήρχε ανάγκη να συμμετέχει αλλά το προσεταιρίστηκαν για να μαζέψουν την «παλαβή Αριστερά» (κατά τον γνωστό μεταπράτη ημιμάθειας, κοινής λογικής και  αυταρχισμού). Από αυτό το κόμμα συμμετέχουν ένας τραμπούκος για υπουργός και ένας πανθομολογουμένως καραγκιόζης (πώς να περιγράψει κανείς κλινικά κι ακαδημαϊκότερα την περίπτωσή του;) για υφυπουργός αρμόδιος του μεγαλύτερου πλουτοπαραγωγικού τομέα της χώρας. Επίσης υπάρχουνε και κάτι ανύπαρκτοι αναλώσιμοι από τη ΝΔ. Αυτό το καθόλου ευέλικτο και πολυπληθές κυβερνητικό τάγμα  έχει αναλάβει να μας οδηγήσει σε εκλογές (χάχα) ενώ ο κόσμος καίγεται κανονικά. Επόμενος σταθμός: κατάσταση έκτακτης ανάγκης και αναστολή άρθρων του Συντάγματος. Όπως ορίζει και το Σύνταγμα, η απάντηση στο τερατουργηματάκι του οποίου ηγείται ο κύριος Παπαδήμος είναι μία: ο πατριωτισμός των Ελλήνων.

Αγώνες τώρα. Τα υπόλοιπα είναι σαχλίτσες.

Το κάζο της Αριστεράς

Εδώ πια τι να πει κανείς. Ό,τι και να πεις λίγο είναι. Και, Μιχάλη, πες του Αλέξη ότι αυτές οι μαλακίες με τους Μόντυ Πάιθον και οι λοιπές εξυπνάδες που λέει είναι για το μπλογκ του Πιτσιρίκου κτλ., όχι πολιτικός λόγος σε ώρες ανωμαλίας. Επίσης, Θανάση, πες στην Αλέκα ότι μπορούν στον Περισσό κάλλιστα να ξανακηδεμονεύσουν το λαϊκό κίνημα και να μας πατρονάρουν καταπώς ξέρουν καλά αφού ρίξουν αυτή την κυβέρνηση βγάζοντας τον κόσμο στους δρόμους και αφού προκηρυχθούν εκλογές. Μέχρι τότε να κρατήσουν τις παραισθήσεις μεγαλείου κι επανάστασης για πάρτη τους. Τέλος, ανώνυμε αναρχικέ φίλε (που είσαι ανώνυμος γιατί μας διαβάζει και η Ασφάλεια), εξήγησε στους συντρόφους της υπογκρούπας μέσα στην οποία μιλιέστε ακόμα ότι οι κάλπες είναι σκουπιδοντενεκέδες αλλά ότι είναι μάλλον καλύτερες οι εκλογές από την έλλειψή τους και από την ανοχή σε φασίστες υπουργούς και σε μη εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Ομορφιά, έρωτας

Όχι, δεν είναι τρόποι να ξεφύγουμε. Τώρα που και η γενιά μας απέκτησε το πολιτικό-εθνικό τραύμα της, το 1922, το 1944, το 1974 της, ξέρουμε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αυταρχισμό και τη φτώχεια: το ξέρουν όσοι έχασαν τα νιάτα τους μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα στην Επταετία, το μαθαίνουμε κι εμείς. Κανείς δε θα γλυτώσει. Όμως η ομορφιά και ο έρωτας θα γίνουν μέρος της αντίστασης και της (πιθανής) ανατροπής: αυτά που θα μας κρατήσουν ανθρώπους. Κι ίσως και να μάθουμε ότι η ομορφιά δεν αγοράζεται, ότι ο έρωτας κάνει ό,τι θέλει και μας ξεπερνάει, ότι η αγάπη δεν έπεται κανενός όρου. Ίσως.

Οργή

Guy Debors is coming to town

Ας τα πω συνοπτικά για όσους, σαν εμένα, είτε δεν μπορούν να διαβάζουνε πολλά, είτε κουράστηκαν από τους ποταμούς λέξεων.

Η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου:
α) με σαφή πολιτική της απόφαση έστησε το έλλειμμα σαν τοτέμ στη μέση της ελληνικής πολιτικής ζωης. Υποθέτω ότι αυτό είναι μέρος ενός γενικότερου παγκόσμιου ντου σε κάθε είδους πλούτο που δεν ελέγχουν ακόμα οι «αγορές» (αυτό που την περασμένη δεκαετία λέγαμε πολυεθνικές), αλλά δεν έχει πια σημασία. Παράλληλα,
β) με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους αφάνισε και αφανίζει εισοδήματα μικρών και μεσαίων στρωμάτων καταδικάζοντάς τα στη φτώχεια και στην πραγματική εξαθλίωση και
γ) αλώνει Υγεία, Παιδεία και Πολιτισμό ενώ
δ) αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιώδη μεταρρύθμιση (η οποία ήταν, υποτίθεται, ο απώτερος σκοπός της κυβέρνησης) πέραν όσων ονειρεύονται νεοφιλελεύθεροι μαθητευόμενοι μάγοι και
ε) δεν έχει θίξει ούτε κατά τι τους προνομιούχους. Εντωμεταξύ
στ) χρησιμοποιεί επανειλημμένα, συντριπτικά και αδίστακτα χυδαία και φονική κατασταλτική βία μαζί με
ζ) έναν πρωτοφανή καταιγισμό προπαγάνδας ο οποίος αποσκοπεί να πείσει τον ελληνικό λαό για τη συλλογική του ευθύνη και (ακόμα πιο επικίνδυνα) στηλιτεύοντας το πολιτικό σύστημα και όχι την ποινικά κολάσιμη φιέστα άνωθεν διαφθοράς εδώ και δύο δεκαετίες (τουλάχιστον). Σε αυτό
η) έχει τη συνδρομή των προνομιούχων, πολλών συνδικαλιστών και των πολιτικών που προετοιμάζονται να αναλάβουν τα πράγματα στη διάδοχη κατάσταση (μέχρι και στην Κατοχή έτσι γινόταν).
θ) Στο μεταξύ, βεβαίως, έχει εκχωρήσει εθνική κυριαρχία στους ερασιτέχνες της Τρόικας και
ι) έχει επιδείξει μνημειώδη αδεξιότητα και αμηχανία στη διαπραγμάτευση μαζί της, χαϊδεύοντας τις τράπεζες
ια) οι οποίες κάθονται πάνω στα λεφτά που ρουφάμε από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους και τα κλωσσάνε ενώ η οικονομία ζαρώνει κι εξαχνώνεται, μαζί και οι ζωές μας.

Συνοπτικά: η ώρα της Εξέγερσης έχει προ πολλού έρθει. Δε μιλάω για αίμα: το αίμα φέρνει αίμα και το αίμα φέρνει (ακρο)δεξιούς για να μας σώσουνε: γκιλοτίνες-Ναπολέων, Εμφύλιος-δεξιά, «Ανένδοτος» (η αβελτηρία πάει βασίλειο)-Χούντα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο κόσμο, όχι του Μπιρσίμ για τον Αντρέα, αλλά ένα εκατομμύριο μπρελόκ (σαν αυτά που «ξεκούφαιναν ενοχλητικά» τους κομμουνιστές στην Πράγα το 1989), μιλάω για ένα εκατομμύριο ροκάνες. Ούτε αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, ούτε τσαντήρια, ούτε πάρλες, ούτε τίποτα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο φωνές (όσο έχουμε ακόμα) που θα πείσουν ακόμα και τον αδίστακτο Σαμαρά (που ενδεχομένως θα ηγηθεί κάποιας επόμενης κυβέρνησης) ότι τέλειωσαν τα ψέματα, που θα αναγκάσει την επόμενη κυβέρνηση να αναστρέψει το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους που έχουνε καταφέρει οι σοσιαλιστές μας (περίπου όπως το CDU αναγκάστηκε να αναστρέψει όλες τις αντικοινωνικές, αντιλαϊκές και αυταρχικές πολιτικές του Σραίντερ στη Γερμανία — τη Μέρκελ δεν την ψήφιζαν γιατί είναι σέξι).

Mιλάω για δίκαιες δίκες και ποινικές ευθύνες. Πόσα ΜΑΤ θα ρίξουν; Πόση λάσπη θα ρίξουν; Τα μάτια όλου του κόσμου είναι στραμμενα πάνω μας. Επιτέλους να ανατραπούν οι καραγκιοζοπαίχτες, αυτό το κωμικό τημ σκακιέρας (με τους δυο χοντρούς για πύργους): κυβερνήσεις πέφτουν για πολύ λιγότερα από όσα εγκληματικά έχουν διαπράξει αυτοί.

Εξέγερση, να τελειώνουμε. Κι αν σπάσει και καμμιά βιτρίνα στο κέντρο, ας τη θρηνήσει η γνωστή δημοσιογραφική κλίκα: άλλωστε το ένα τέταρτο των μαγαζιών έχει κλείσει.

ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας (Έξοδος 20: 2)

Το ότι κάθομαι και γράφω αυτό το ποστ τώρα είναι μάλλον πράξη βαρειάς ανευθυνότητας: έχω πάρα πολλή δουλειά (και καθημερινά μου στέλνουν κι άλλη, πολύ επείγουσα κατά κανόνα). Από την άλλη, ίσως από τις λίγες φορές από τότε που άρχισα να μπλογκάρω (να ιστολογώ😉 στα ελληνικά, το κάνω με αίσθηση σχετικής ευθύνης (αστυνόμος Σαΐνης): για να βοηθήσω, ίσως, όσους ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν. Πραγματικά, ich kann nicht anders, που είπε κι ο χοντρός Μεταρρυθμιστής (εδώ βάζετε το δικό σας λογοπαίγνιο για τους δικούς μας μεταρρυθμιστές).

Το ποστ αποτελεί αντιστροφή, αντίφωνο, response στο εντυπωσιακό κείμενο της Niemandsrose Να φύγουμε, Νίκο. Όχι απάντηση, σε καμμία περίπτωση, άλλωστε όταν διάβασα το κείμενό της σκέφτηκα απλώς «αλήθεια είναι». Περισσότερο από το να απαντήσω, και τι να απαντούσα, θέλω να δώσω ακόμη μια οπτική στο θέμα.

Επέλεξα συνειδητά την ξενιτειά πριν πάρα πολλά χρόνια. Αρχικά τη Βρετανία και όταν απελπίστηκα από την ανεργία εκεί, μετά από μια οργανωμένη αλλά αποτυχημένη απόπειρα να πατήσω το Λέιντεν της Ολλανδίας, τσουβαλιάστηκα κι ήρθα στην Κύπρο πριν δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια μετά, συγγενείς, φίλοι και λοιποί με αντιμετωπίζουν λες και είχα παππού ιδιοκτήτη πλαγιάς σε αυτό που σήμερα λέμε Πολιτεία, Διόνυσο κτλ. Αναγνωρίζω ότι, πράγματι, έχω δουλειά. Πράγματι, οι περικοπές που πέφτουν εδώ δε θα με καταδικάσουν στην αναξιοπρέπεια και ίσως στην ανέχεια όπως πολλούς συναδέρφους μου στην Ελλάδα. Αλλά πίσω από την ωραία εικόνα του Σραόσα που κάθεται στη Μεγαλόνησο και λέει «Βάστα Μεσολόγγι» (ούτε αυτό δε λέει πια, λέει «εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με τον Χάρο» — ή κάτι τέτοιο) υπάρχουν, φυσικά, μια απόφαση, κάποιες συνέπειες και ένα τίμημα. Όπως συνήθως, δηλαδή.

Η απόφαση: όσες φορές μού δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω στην Ελλάδα, θα γύριζα σε μια επαγγελματική κατάσταση που για τον κλάδο μου θα ήταν αντίστοιχη με την κατάσταση που τον Οκτώβριο του 2011 επικρατεί για τους πάντες: είχα να διαλέξω μεταξύ της ανεργίας στην Ελλάδα ή του εξευτελισμού στην Ελλάδα ή της ετεροαπασχόλησης στην Ελλάδα (κάτι που δε θες να κάνεις όταν έχεις φάει τα καλύτερά σου χρόνια να μαθαίνεις την τέχνη σου). Διάλεξα κάτι άλλο. Δε μετανιώνω. Όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε το 2009, ούτε το 2007, ούτε το 2005 ούτε το 2002…

Οι συνέπειες: δεν μπορώ να πω ότι κάνω καλή ζωή στην Κύπρο. Λέω συνήθως: «δουλεύω στην Κύπρο, ζω στην Ελλάδα». Δεν είναι ακριβές αυτό, υπάρχει και στην Κύπρο χαρά, λίγη αλλά καλή, η Κύπρος μου χάρισε πολλά και πέρα από τη δουλειά (και δε λέω μόνο το ωραίο ταξίδι). Η Κύπρος δεν είναι μακράν — Αυστραλία; θα αστειεύεσθε, αγαπητή, όσο για τον Καναδά, εκεί θα πάμε όλοι, έτσι κι αλλιώς, όταν λιώσουν οι πάγοι στους πόλους: στη Βόρεια Ευρώπη να πάτε, που τους σπονσοράραμε τις επιχειρήσεις με το ευρώ μας. Όμως η Κύπρος, αγαπητοί αναγνώστες, δεν παύει να είναι ξενιτειά, και δεν το λέω με την έννοια του δημοτικού τραγουδιού, το λέω με την έννοια του ότι είναι ένας τόπος στον οποίο ζεις όχι γιατί έτυχε (κάτι που πραγματεύεται διεξοδικά η Niemandsrose), ούτε γιατί το επέλεξες, παρά γιατί εκεί βρήκες δουλειά. Επιπλέον, μετά τον πρώτο χρόνο, όπου κι αν είναι κανείς, αρχίζει να ανακαλύπτει τα ντόπια κολλήματα, την ντόπια κακοδαιμονία. Και, πιστέψτε με, σε λίγο του τη δίνουν εξίσου με της πατρίδας του. Εγώ είμαι ο πρώτος που περιφρονεί το οικείο και την προσκόλληση στην οικογένεια, σε όσα ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε — ταυτόχρονα όμως, όσο περισσότερο μένεις έξω από τα νερά σου, τόσο πολλαπλασιάζονται οι μικρές στιγμές που σου υπενθυμίζουν ότι είσαι ξένος, και δη σε μικρούς τόπους όπως η Κύπρος ή η βορειοαμερικανική σαμπέρμπια, ή τα πολίσματα της Β. Ευρώπης… Από την άλλη, αν και εραστής των μεγάλων πόλεων, αναγνωρίζω ότι εκεί δε χρειάζεται να σου υπενθυμίσει κανείς ότι είσαι ξένος, αφού σχεδόν όλοι είναι ξένοι. Εγώ το προτιμώ αυτό, άλλοι όχι.

Το τίμημα: όταν φεύγεις από εκεί που είσαι και πας κάπου όχι επειδή το επέλεξες αλλά επειδή εκεί σου βρήκανε δουλειά, βουλιάζεις σιγά-σιγά μέσα στον εαυτό σου. Μεγαλώνει η έκταση της σιωπής γύρω σου. Οι φίλοι γίνονται μακρινές φωνές μέσα από τηλέφωνα, θολές εικόνες στο σκάιπ, ιμέιλ που δε λένε να έρθουν. Αγκιστρώνεσαι στις ντόπιες συναναστροφές σου μέχρι να τις εξαντλήσεις ή να σε εξαντλήσουν. Καταλήγεις συνήθως υπέρμετρα ευσυγκίνητος: ακούς τη γλώσσα σου και αναρριγείς, ακούς Νένα Βενετσάνου και κλαις με μαύρο δάκρυ, βλέπεις τη Σαντορίνη στην τηλεόραση και νομίζεις ότι αντίκρυσες τον χαμένο σου έρωτα, τρως στα Έβερεστ και η μπουκιά που κατεβαίνει συναντάει τον μπανάλ κόμπο που ανεβαίνει, έρχεσαι στην πατρίδα και κάθε σου μέρα αποκτά υπερβολικό βάρος: δεν ησυχάζεις. Στο τέλος, και η ίδια η πατρίδα σού φαίνεται λίγο οφ, λίγο αλλόκοτη, κάπως αλλόκοτη πια. Τελικά καταλήγεις κάπως πρόωρα γερασμένος.

Θέλω να σας αποθαρρύνω από το να μεταναστεύσετε; Όχι, με τίποτα, προς Θεού: ίσα-ίσα: φεύγε και σώζου που λέει και η Φιλοκαλία (ή δεν ξέρω τι). Αλλά όποιος φεύγει για να δουλέψει, για να γλυτώσει τον εξευτελισμό και την ανέχεια, καταντάει να διαβάζει κάτι σαν κι αυτό (πάλι από το ποστ της Niemandsrose) και να σκιρτάει από συγκίνηση, λίγο ένοχη, λίγο ανώμαλη — αλλά συγκίνηση πάντως:

από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Κι αυτό σας το λέει κάποιος που «πατρίδα» αναφωνεί και στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο. Και που θα ήθελε να κάνει το Μανχάταν πατρίδα του. Ίσως.

Είκοσι χρόνια τίποτα

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να συμβάλω στον θόρυβο και στη φλυαρία για το τι γίνεται στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο ελεεινά χρόνια που διαδέχτηκαν πέντε άθλια χρόνια: να μια νέα επταετία χειμασμού κι οπισθοδρόμησης. Δεν ξέρω, πραγματικά. Αισθάνομαι ότι άλλοι τα λένε πιο καίρια από όσο θα μπορούσα εγώ. Αισθάνομαι ότι είμαι έξω από τον χορό: άλλο να πληρώνεις έκτακτη εισφορά όταν μπορείς να ζεις από τον μισθό σου, άλλο ο μαζικός οικονομικός αφανισμός των μη προνομιούχων: χιλιοειπωμένα πράγματα.

Ένα ζευγάρι Γερμανών συναδέρφων με ρώτησε τι γίνεται με τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Τους είπα. Φυσικά, είπανε σαρκάζοντας, τα πανεπιστήμια είναι σαν εργοστάσια που βγάζουνε τσατσάρες για το κάθε κράτος: πρέπει να είναι κερδοφόρα. Σκέφτηκα (αλλά δεν το είπα) ότι στην Ελλάδα, όπως έχει πει κι ο Τάλως, τα πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς άχρηστα: σκοπό είχανε να σε ετοιμάζουν για την αγορά εργασίας, αυτό πλέον δεν μπορεί να γίνει ή δε χρειάζεται, άρα τα πανεπιστήμια είναι πλέον περιττά. Ένας λόγος παραπάνω που πολλά ελληνικά πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς περιττά όπως κι αν το δει κανείς.

Αλλά το θέμα μας δεν είναι τα πανεπιστήμια. Δεν είναι να ανδρωθεί κοινωνικό κίνημα και τέτοιες αφαιρέσεις. Δεν είναι καν η ανιψιά μου που μετά από τρία χρόνια ανεργίας έφυγε για ελληνικό εστιατόριο της Βόρειας Ευρώπης να τους φτιάχνει κανα όσπριο, να εμπλουτίσουνε το μενού. Το θέμα είναι η ολοσχερής άλωση της χώρας από την Τρόικα. Δε μιλάμε πια για θυσίες χωρίς αντίκρυσμα, μιλάμε για μαζικό αφανισμό χωρίς νόημα, μιλάμε για το αντίστοιχο του τεχνητού λιμού της Ουκρανίας που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Στάλιν ή του λιμού της πατάτας στην Ιρλανδία: συγκεκριμένες και με σαφήνεια διαγεγραμμένες πολιτικές επιλογές στέλνουνε στην ανεργία και στη φτώχεια έναν ολόκληρο λαό — και εμμέσως ήδη πολλούς στον θάνατο.

Πότε θα γίνει η εξέγερση; Γιατί δε γίνεται εξέγερση; Να γίνει η εξέγερση ή να περιμένουμε μήπως εμφανιστεί το σημείο του Σταυρού πάνω από την Ορμύλια και κατεβεί από τα ουράνια ο Ανδρέας Παπανδρέου να μας παραμυθιάσει άλλη μια φορά; Δε μιλάω για κάποιου είδους επανάσταση που θα ανατρέψει το πολίτευμα και θα εγκαθιδρύσει άμεση πλατειακή δημοκρατία. Το πολίτευμα είναι μια χαρά, λυπάμαι που σας απογοητεύω. Ωραιότατο πολίτευμα. Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στην αρχή της ανώνυμης του 2000, η φωνή του λαού ήταν ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης, ο Στάθης, ο Δημήτρης Δανίκας — με ολίγη από Πέτρο Κωστόπουλο, Μαλβίνα Κάραλη και λαϊφσταϊλιές. Τι μας έλεγαν όλοι αυτοί; Ότι είμαστε τζαμάτοι, γαμάτοι και φευγάτοι, οι καλύτεροι. Θεσπέσιοι, μοναδικοί κι ανυπέρβλητοι. Οι αριστεροί (θε μου σχώρα με) εξ αυτών απλώς επέμεναν, στα πλαίσια της αριστερής μίρλας, ότι γι’ αυτό ακριβώς μάς μισούν οι ξένοι: επειδή γαμάμε ενώ εκείνοι όχι (μπαρδόν για τα γαλλικά μου). Επίσης μισούνε και τους Σέρβους (αν θυμάστε).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’10 ο λαός δεν έχει φωνή, γιατί μάθαμε ότι ο λαός (εμείς) τελικά δεν είμαστε τζαμάουα, γαμάουα, σφαιράουα-πετάουα. Είμαστε ή κοθώνια και λαμόγια, κατά τον Πάσχο τον Μέγα, ή παιδιά που πρέπει να αλλάξουμε, κατά τον Όσιο Λάκη τον Χρηστομαθή. Η συνοδεία τους αναπτύσσει διάφορες αναλύσεις περί Μεταπολίτευσης. Υπενθυμίζω σε όσους έχουνε πρόβλημα με τη Μεταπολίτευση ότι προηγήθηκε μια Χούντα. Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, παρά ότι την κάναμε τη Μεταπολίτευση και μετά τα αφήσαμε όλα στον Αντρέα και στην Αλλαγή. Από την οποία μας έσωσε το Μητσοτάκ. Και λοιπά, και λοιπά. Ακόμα και τώρα πολλοί περιμένουνε τον Σαμαρά. Ποιον; Τον Σαμαρά. Αν είναι ο Αντώνης ο επόμενος πρωθυπουργός, θα προτιμούσα τον Κωστάκη τον Νιντέντο και πάλι: καλύτερα ένας ανίκανος πολιτικός παρά ένας κατά τεκμήριο αδίστακτος και φανατικός…

Τι μας λεν όλα αυτά; Ότι πολιτική κουλτούρα δεν έχουμε στην Ελλάδα. Δε γίνεται ρε παιδιά εδώ και εικοσιτόσα χρόνια να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη εξυπνάκηδες και δοκησίσοφοι. Δε γίνεται. Γενικά δεν έχουμε παιδεία, και δεν εννοώ να διαβάζει Καντ ο ηλεκτρολόγος, εννοώ να μην είναι τόσο άξεστη η λεγόμενη άρχουσα τάξη στο σύνολό της. Εννοώ να μην είναι εφικτό να είναι γεμάτος ο τύπος από εικοτολογίες, κοινοτοπίες και απλοϊκές σαχλαμάρες. Εννοώ να υπήρχε ένα σχολείο που να μην ασχολείται με το ποιος από τους πολλούς εχθρούς μας είναι ο χειρότερος, παρά με το να σε βοηθάει να σκεφτείς κριτικά.

Απλά πράματα κι αυτονόητα αλλά ήδη στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού. Οπότε σταματάω εδώ.

Οι τεχνίτες της απόκρυψης, μέρος Β’: η Νύστα

Ήδη σχεδόν κοιμάμαι. Ούτε πείνα, ούτε αλκοόλ, ούτε επιθυμία ερωτική. Νύστα και μόνο νύστα, διαυγής νύστα. Άυπνη νύχτα, μετά μέρα όλο δουλειά και παράλληλη κούραση. Κατάφερα να βγω μόνο μια βόλτα με το σαραβαλάκι μου να πετάξω τα ανακυκλώσιμα. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, ο ουρανός συννεφιασμένος επιτέλους. Από τις εννιά νυστάζω.

Ανελέητη βδομάδα μπροστά μου. Μου το λένε συνεχώς πια οι δικοί μου άνθρωποι, το λέω κι εγώ στον εαυτό μου: σκάσε, έχεις δουλειά, τώρα θα παρακαλούσες για ιδιαίτερα. Που σιγά που θα έπαιρναν εμένα για ιδιαίτερα: μια κυρία στη Νέα Ιωνία μού είπε ήδη από το ’95 ότι ακόμα και για τα ψιλά που ζητούσα δεν κατάφερα να ανεβάσω αρκετά τους βαθμούς του γιου της.

Στέκομαι εδώ, σε αυτή την ηλικία που δεν είναι πουθενά, ούτε στη νεότητα, ούτε στην ωριμότητα. Ζω πραγματικότητες που δεν κατανοώ αλλά αλίμονο κι αν ζούσαμε μόνον όσα καταλαβαίναμε. Έρχονται θαύματα, και μετά έρχεται κι η κούραση, αλλά πάνω που πάω να γκρινιάξω (κατά το συνήθειο μου), μου λέει ο εαυτός μου: ρε μαλάκα (μου έχει θάρρος ο εαυτός μου) κοίτα λίγο το θαύμα. Μόλις σηκώσω το βλέμμα και δω το θαύμα, αυτό ήταν — πάνε όλα. Καμμιά μιζέρια δεν πιάνει.

Κάθε φορά που εργάστηκα κι εγώ προς την κατεύθυνση του να γίνω λίγο πιο κυνικός κι εγώ επιτέλους, λίγο πιο παίκτης, προς την κατεύθυνση του να αφήσω την τάχα μου άτρωτη πανοπλία (αστείρευτη πηγή αντιπάθειας, ενόχλησης και καχυποψίας) να με διαβρώσει λιγάκι προς τα μέσα, ερχόταν η ζωή και μου έβγαζε τη γλώσσα, μου έλεγε ότι οι κυνισμοί και οι αγερωχιές, τα κοφ’-το-σβέρκο-σου και τα δε-με-νοιάζει-κι-άει-πηδήσου είναι για άλλους, λεβέντη μου (με τη ζωή δεν έχουμε τόσο θάρρος μεταξύ μας), για όσους δε δένονται με ανθρώπους, για όσους δεν αγαπούν έτσι. Το έμαθα κι εγώ το μάθημά μου, κι έτσι έπαψα να προσπαθώ να μαθητεύσω στο πώς να χειρίζομαι τους ανθρώπους, να τους κάνω περιουσία μου. Όμως στο μεταξύ οι άνθρωποί μου έγιναν ο μόνος μου πλούτος.

Ούτε μπόρεσα να κινηθώ έξυπνα και να μπω σε ρόλους, να είμαι σωστός: νταξ, πέρασα όλα τα έως τώρα ορόσημα στη ζωή του ανδρός (και ακόμα πιο πολλά) εξωτερικά με τρόπο συμβατικό κι αναγνωρίσιμο, αλλά εσωτερικά κάθε ορόσημο απλώς σηματοδοτεί έναν και συγκεκριμένο άνθρωπο. Παράδειγμα: όταν συμβίωσα για πρώτη φορά, εγώ που ακόμα και τώρα αποφεύγω τη συμβίωση, ο μοναχικός και μονόχνωτος, δεν μπόρεσα να σκεφτώ «α, θα συμβιώσω, να ένα καινούργιο στάδιο, ω ρε συ θα αλλάξει η ζωή μου», μόνο τον άνθρωπο με τον οποίο θα μοιραζόμουν το δωμάτιο και το κρεβάτι μου σκεφτόμουν. Κι αφέθηκα. Και πάει λέγοντας έκτοτε: μόνον οι άνθρωποι με απασχολούν τελικά. Κι αφήνομαι.

«Και τι μας τα λες αυτά;» θα ρωτήσετε ευγενικά όσοι δε μου πολυέχετε θάρρος. Δεν ξέρω. Νυστάζω. Πάω για ύπνο, ναι, από τις δέκα και.

Η πτώση

Εδώ και είκοσι λεπτά προσπαθώ να ξεκινήσω να γράφω για το τι γίνεται στην Ελλάδα, όπου κάθε μέρα μας ξημερώνει ακόμα μια έκπληξη, ακόμα μια πιο δυσάρεστη έκπληξη. Δεν ξέρω τι να πω που να μην είναι μπλαζέ, μελό ή εξυπνάδα. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω το κουβάρι.

Για να αυτοσαρκαστώ λιγάκι, μετά από 6μισυ χρόνια για πρώτη φορά δεν εχω τι να πω.

Κι όχι, δε με απασχολούν όσοι θα χάσουν το Audi και θα πρέπει να παίρνουνε συγκοινωνία, με απασχολεί αν θα υπάρχουν συγκοινωνίες. Ούτε λυπάμαι κάποιους που θα εγκαταλείψουν το οροφοδιαμέρισμα στα Βριλήσσια και θα επιστρέψουν στο τριαράκι που τους έγραψε η γιαγιά στα Πατήσια, με προβληματίζει αν έχουν όλοι γιαγιά με διαμέρισμα και αν μπορείς να μεγαλώσεις πια παιδί στα Πατήσια. Και τα νοσοκομεία. Και τα σχολεία. Και άνθρωποι αγαπημένοι που θέλουνε να φύγουνε για Αυστραλία και Καναδά.

Και στο κάτω-κάτω, ποιος με χέζει εμένα: εγώ παριστάνω τον Ποιητή που κάθεται μάλλον ασφαλής σε κάποιο νησί κι αγναντεύει το Μεσολόγγι απέναντι να πέφτει. Βεβαίως, το μόνο κοινό μου με τον Ποιητή είναι το σουλάτσο εδώ γύρω ενός στόλου υπό την Ημισέληνο, εκεί σταματούν οι ομοιότητες.

Je crois entendre encore

Κυρίες και κύριοι, οι ευαισθησίες μας και οι συγκινήσεις μας είναι δικές μας και μόνον δικές μας. Οι σπάνιες πολύτιμες στιγμές στις οποίες τις μοιραζόμαστε με τους άλλους είναι απλώς αυτό: στιγμές.

Ευλογημένα λοιπόν τα πλάσματα που μας συντονίζουνε με τις ευαισθησίες τους. Βλέπουνε την πατρίδα τους να βουλιάζει κωμικοτραγικά κι ανεπιστρεπτί σαν σε ταινία του Γκίλιαμ, αισθάνονται τη ζωή, τη νιότη ή τον έρωτα να περνάει αφήνοντας πίσω αγάπη ή τίποτα, τους χτυπάει κατάστηθα το παιδί τους που μεγάλωσε και φεύγει ή (χειρότερα) που τους φτύνει στα μούτρα, τους μαχαιρώνει ανεπανόρθωτα ο θάνατος φίλου, παιδιού, της αγάπης τους. Και τι κάνουν κυρίες και κύριοι; τα θάβουνε μέσα τους; σε ημερολόγια; Όχι, οι τεχνίτες της απόκρυψης τα εκθέτουν υπαινικτικά μπροστά σας, σε μπλογκ κι άλλα τεχνουργήματα του διαδικτύου. Χαμηλόφωνα, σχεδόν γριφωδώς. Και μάλλον θα τα προσπεράσετε. Αλλά αν όχι, ίσως να συντονιστείτε μαζί τους. Και η στιγμή, η ευαισθησία, η συγκίνησή τους, ίσως και η διάρκεια του πόνου τους θα γίνουνε και δικές σας. Για λίγο.

Δε θέλω να ονομάσω αυτά τα πλάσματα (θα λένε πάλι ότι αβαντάρω τους ίδιους και τους ίδιους). Άλλωστε τον καθένα τον αγγίζουν και διαφορετικά πράγματα.

Από πού έρχονται όλα αυτά; Από τα σκοτεινά βάθη μας, τον σκοτεινό καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται η ψυχούλα μας, από πού αλλού; Με ποια αφορμή; Αυτό το κομμάτι που είχα να ακούσω περίπου 30 χρόνια (όχι σε αυτή την εκτέλεση). Ο πατέρας μου, τεχνικός με αγάπη για τη μουσική, έφτιαχνε σιγά-σιγά δισκοθήκη με βινύλια αλλά έτρεμε τη φθορά και τα γρατσουνίσματα. Έτσι, μόλις αγόραζε έναν δίσκο τον έγραφε σε κασέτα αμέσως, σε κασέτα χρωμίου αν ήταν κλασική μουσική και σε χρωμίου-ογδίου (δεν έχω ιδέα τι εννοούσε) αν ήτανε καλή κλασική μουσική. Και ούτε αυτές τις κασέτες με άφηνε να τις παίζω μόνος, γιατί έπρεπε πρώτα να πατήσεις κάτι κουμπάκια στο στέρεο.

Τα χάιλαϊτς από τους «Αλιείς μαργαριταριών» του Μπιζέ ήτανε γραμμένα σε μια κοινή κασέτα Technics, οπότε μπορούσα να την ακούω όσο ήθελα. Δεν την άκουγα συχνά. Όταν όμως έπαιζε το Je crois entendre encore, η ψυχή μου σφιγγόταν ανελλιπώς. Όπως τώρα, σχεδόν 30 χρόνια μετά.