Αποκάλυψη τώρα

Δεν θέλω να γράψω για αυτό το θέμα. Πρέπει να δουλέψω μέχρι αργά, αλλά και να μην έπρεπε να δουλέψω θα ήθελα να γράψω κάτι άλλο, ακόμα ένα Πορτραίτο μάλλον. Ωστόσο, από το πρωί δεν μπορώ να σκεφτώ και πολλά άλλα.

Τι μας έφερε η Μνημονιοκρατία; Προφανώς ανυπολόγιστη καταστροφή: απώλεια ζωών, αρρώστεια, θνησιμότητα, εξαθλίωση, δυστυχία. «Ε όχι και σαν πόλεμος», είπε ένας φίλος. Οι αριθμοί άλλα λένε, τα επιστημονικά άρθρα για την αύξηση των καρδιακών νοσημάτων και την έξαρση στις ψυχικές νόσους σκιαγραφούν συνθήκες πολεμικές. Η ίδια η εικόνα της καταστροφής πρέπει να είναι λαγαρά διακριτή σε όποιον δεν ζει μέσα στα προνόμια, όσο πενιχρά κι αν είναι.

Αλλά οι περισσότεροι που έχουμε την ευχέρεια να διαβάσουμε αυτό το πράμα που γράφω τώρα ζούμε μέσα σε προνόμια, απλώς σε λιγότερα και ισχνότερα προνόμια από πριν. Το λέει πικρά και ο Χάουαρντ Ζινν: οι ανατροπές δεν έρχονται όταν εξαθλιώνονται και καταπιέζονται οι φτωχοί, αυτοί πάντα ποδοπατούνται, πάντα πεθαίνουνε τζάμπα, πάντα — θα πρόσθετε κανείς — αποτελούν πρόσφορο στόχο σκοποβολής του κάθε μπάτσου. Οι ανατροπές έρχονται, συνεχίζει ο Ζινν, όταν θιγεί η μεσαία τάξη, όσοι υποστηρίζουν και υπηρετούν και θεραπεύουν τις ελίτ.

Τα τελευταία πέντε χρόνια η μεσαία τάξη χτυπήθηκε άγρια: το βιοτικό της επίπεδο αλλού έπαθε καθίζηση και αλλού κατέρρευσε, ενώ η δημοκρατία της μετατράπηκε σε μια προσχηματική τελετουργία που φρουρούν απροκάλυπτα αυταρχικές αστυνομικές δυνάμεις. Ενώ τα πρώτα δύο χρόνια φάνηκε ότι και εδώ η χτυπημένη μεσαία τάξη θα έφερνε την ανατροπή, μετά την ανελέητη κτηνωδία του Φεβρουαρίου του ’12 αναδιπλώθηκε με τρεις τρόπους. Μια πλειονότητα των νοικοκυραίων ανέθεσε τα πάντα στην επικείμενη Βασιλεία του Σύριζα. Μια επίσης μεγάλη μερίδα τους εναγκαλίστηκε με μετάνοια και ανακούφιση την παμπάλαια νεοελληνική τακτική του «σώπαινε να περάσουμε», με ολίγη από νεοφιλελεύθερη σάλτσα και σουσουδικό ευρωπαϊσμό κεμαλικού: προνόμια ας είναι, κανονικότητα τα λένε, κι ας είναι και λειψά. Άλλοι, τέλος, ξανάπεσαν στον φασισμό (ναζιστικό ή μη), ο οποίος και στο παρελθόν έχει ξελασπώσει μέρος της μεσαίας τάξης με τον άκομψο και βάρβαρο αλλά πάντοτε αποτελεσματικό του τρόπο — τρεισίμιση φορές μέσα στον εικοστό αιώνα,  με τη μισή να ανήκει στο πολιτικό μη-κομματικό κίνημα του Πάσης Ελλάδος Χριστόδουλου.

Γνωστά τα παραπάνω, λίγο-πολύ. Γνωστός ο ρόλος των ΜΜΕ, τα οποία μεταμορφώθηκαν από μέτριας νοημοσύνης, υψηλών αξιώσεων και αστάθμητης πιστότητας κουτσομπόληδες σε κλώνους του Ριζοσπάστη. Μόνον που υπηρετούν την ασυδοσία, τη βαρβαρότητα, τον ψόφο για τους αδύναμους — κι ας μην αναγράψουν ποτέ τον όρο «ψόφος» στις πολύχρωμες από διαφημίσεις σελίδες τους. Άλλωστε η λεκτική βία δεν είναι απαραίτητη όταν απλώς σου ζητείται να δικαιολογήσεις την ταξική βία, που δεν κάνει πάταγο, και την παντοειδή καταστολή.

Κι αυτά γνωστά. Πάντως, από τη 12η Ιουλίου είδαμε να πραγματοποιείται η εσχατολογική φαντασίωση χιλιάδων χιλιαστών και φανατικών: ο συριζαϊκός Μεσσίας συνθηκολογεί με τον Διάολο, καθίσται Αντίχριστος και γίνεται εγγύηση ότι κανείς δεν θα γλυτώσει. Τώρα πια και διά της εις άτοπον απαγωγής η υποτέλεια και η εξαθλίωση είναι πια μονόδρομος. Και έτσι στις 20 Σεπτεμβρίου κληθήκαμε να επιλέξουμε την κατοχική κυβέρνηση που θα μοιράσει την μπομπότα δικαιότερα ή πιο φιλάνθρωπα έστω, κρατώντας το έθνος υπερήφανο και ενωμένο, νυν και αεί υπό τα αναχρονιστικά λάβαρα των Σαλαμινομάχων και εστεμμένο με τις μίτρες των επισκόπων μας, όλοι εκ των οποίων είναι τουλάχιστον μητροπολίτες.

Η μεγάλη απώλεια των πέντε ετών, μετά τους ανθρώπους, τις ζωές, τις χαμένες ευτυχίες και τις ακυρωμένες ευκαιρίες, είναι λοιπόν ο πολιτικός λόγος της ελευθερίας.

Κοιτάξτε γύρω σας: οι κήρυκες της νεοφιλελεύθερης ασυδοσίας νιώθουνε δικαιωμένοι που δεν παρασάλεψαν από τα δόγματά τους επί πενταετία. Οι πανταχόθεν οχυρωμένοι καθεστωτικοί γραφιάδες συνεχίζουν το μισανθρωπικό κήρυγμά τους, στη χειρότερη παράδοση του χρονογραφήματος και της κάθε λογής χρηστομάθειας, ακλόνητοι και βαθιά αδιάφοροι. Οι ναζί δολοφόνοι και οι συνεργοί τους αναβαπτίζονται σε επαναστατικά υποκείμενα. Η κοσμικότατη Εκκλησία θριαμβεύει παντού. Ο αριστερός λόγος εκφυλίζεται ξανά σε ιερεμιάδες για ακόμα μία ήττα ή παραβλαστάνει σε περίπλοκες στρεψοδικίες που θα ζήλευε και ο δεινότερος ιεροκήρυκας, όταν δεν χάνεται σε σχολαστικότατες διαπραγματεύσεις ζητημάτων λίγο-πολύ μετατοπισμένων από τη σημερινή ταξική πραγματικότητα. Στον πολύ κόσμο μένουνε συνθήματα μόνο, μένει και σάτιρα ξεθυμασμένη και ατελέσφορη, διακωμώδηση σχημάτων και προσχημάτων αλλά όχι μαστίγωμα της εξουσίας.

Γίνεται λοιπόν ολοένα και πιο δύσκολο να μιλήσεις από τον Ιούλιο και μετά. Όποιον τρόπο, όποιο κειμενικό είδος και αν διαλέξεις, ό,τι και να υποστηρίξεις, είναι από χέρι χαμένη υπόθεση. Αυτό δεν οφείλεται, όπως ακούγεται, στο ότι όλα γίνονται πια πολτός στο μπλέντερ. Ίσα ίσα, κάθε τι που λέγεται πλέον διαθέτει μοναδική καθαρότητα και αξιοζήλευτη σαφήνεια, ακόμα και όταν πρόκειται για δικανισμούς και καζουισμούς ή για αναίσχυντη προπαγάνδα και επονείδιστο ψεύδος.

Δυστυχώς όμως πια δεν μπορείς να ελπίζεις ότι όσα λες και γράφεις διαθέτουν την παραμικρή ικανότητα να παρακινήσουν οποιονδήποτε να πράξει οτιδήποτε: ξαναβουλιάξαμε στη θρησκεία των βεβαιοτήτων, στο κουτσομπολιό προθέσεων, στο φιλοσοφικό λακριντί, στην ατελείωτη κωζερί για τα πάντα. Η αντίσταση και η αλληλεγγύη απογυμνώνονται κι αυτές από την δράση τους, την ουσία τους δηλαδή, καταντάνε συνθήματα και δηλώσεις καλών προθέσεων στα διάφορα φόρα.

Αργά καταβυθιζόμαστε στην άβυσσο, πετσιά άδεια από κόκαλα και μύες, όπως οι δαπανημένοι άντρες στο Under the skin.

Ανάποδα

Στο σχολείο ήμουνα μαρξιστής. Ακόμα είμαι. Διάβασα το Κεφάλαιο στη Δευτέρα Λυκείου, το Μανιφέστο το είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο. Κοντεύω τα πενήντα. Είμαι 49 δηλαδή. Όταν πήγαινα σχολείο, τα παιδιά ήτανε θεούσοι, στρατιώτες του Μακεδονικού, χαζά, βλαμμένα του Κλικ. Και κνίτες. Προσπαθούσαν να με στρατολογήσουν οι κνίτες. Μη με κερδίσει ο αριστερισμός ή ο ρεβιζιονισμός. Για τους κνίτες το σύμπαν κατοικείται από ρεβιζιόνες, από παραστρατημένους και από προδότες. Και από ακούσιους συνεργούς στις μεθοδεύσεις της αστικής τάξης. Οι κνίτες θα καταργούσανε το γαμήσι αν μπορούσαν, αφού περιπλέκει την ταξική πάλη. Τα περιπλέκει όλα. Αλλά οι κνίτες δεν έχουνε διαβάσει Ένγκελς. Εγώ τον έχω διαβάσει, ολόκληρο. Για κακή τους τύχη είχα διαβάσει και Λένιν.

Γενικά διαβάζω γρήγορα. Αυτό είναι το ατού μου. Διαβάζω γρήγορα και τα συγκρατώ. Πέρασα με ευκολία στο Πανεπιστήμιο. ΦΚΣ. Εκεί πήγαινες άμα ήθελες Φιλοσοφία, όχι ΦΠΨ και μαλακίες. Στο Ρέθυμνο. Είμαι από τας Σέρρας στην καταγωγή, μεγάλωσα στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Ορφανός αλλά εύπορος, μας άφησε ο πατέρας μου χτήματα και χτήματα. Και ακίνητα. Τσαγκάρης ήταν, με τη δουλειά του τα έβγαλε. Η μάνα μου δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ αλλά παρέμεινε τσιγκούνα και φρόνιμη. Φρόνιμη ως ο όφις, έτσι μας έλεγε να είμαστε. Σ’ εμένα και στην αδερφή μου, που στο τέλος κατέληξε να παντρευτεί τον Μαλάκα. Από την πολλή φρονιμάδα μάλλον. Τέλος πάντων, τέσσερα χρόνια Ρέθυμνο, ακόμα τα θυμάμαι. Όλες αυτές οι ευτελείς λεπτομέρειες που μας πλάθουνε.

Το ξέρω ότι ακούγομαι στοχαστικός και αυτοαναφορικός, οι περισσότεροι άνθρωποι που μπλέκουμε με τη Φιλοσοφία είμαστε έτσι. Κάπως έτσι.

Το Ρέθυμνο το σιχαινόμουν. Μέση Ανατολή. Ζέστη. Χιόνι ποτέ. Άνθρωποι ασυλλόγιστα περήφανοι. Η Κρήτη κι η Κρήτη. Ρε άει στο διάολο. Η Κρήτη έτσι κι η Κρήτη αλλιώς. Τέλος πάντων, τέλειωσα στα τέσσερα χρόνια και την έκανα, πίσω στο Παγκράτι. Είχε έρθει η ώρα να σπουδάσω Φιλοσοφία, αφού στο ΦΚΣ επιεικώς μαλακιζόμασταν. Αλλά το περίμενα ότι το προπτυχιακό ήταν ένα προστάδιο και μόνον. Πήγα φαντάρος. Προστάτης, μια χαρά. Στον Στρατό κυρίως διάβαζα. Δεν ξέρω γιατί λένε τόσες ιστορίες για τη θητεία. Εγώ καλά πέρασα, δεν με ενοχλούσανε και δεν ενοχλούσα κανέναν. Μέγα Δέρειο. Αλεξάνδρεια του Γιδά. Πεντάγωνο. Μια χαρά.

Μετά King’s College. Λονδίνο. Άλλη φάση. Πραγματικές βιβλιοθήκες. Μια εστία σαν παλάτι απ’ έξω και σαν κοιτώνας από μέσα. Το Λονδίνο: χαμός και χάος. Αλλά εγώ πάντοτε στοχοπροσηλωμένος. Στην Αγγλία κάναν Αναλυτικούς, όμως εγώ ήθελα Μπεργκσόν. Και Μαρξ. Τελικά με άφησαν να γράψω τη διπλωματική μου με αυτό το θέμα, μια σύγκριση Μπεργκσόν και Μαρξ. Δεν πήγε και πολύ μακριά αλλά ήτανε τουλάχιστον πρωτότυπη. Για διδακτορικό δεν με δέχτηκαν τελικά. Όμως βρήκα δουλειά στο BBC. Ήθελαν κάποιον να τους γράφει κείμενα για την Ελλάδα. Κάποιον που να ξέρει τα πράγματα καλά.

Βρήκα ένα καλό διαμέρισμα. Μόνος. Ναι, απίστευτο: χωρίς συγκάτοικο! Με θέα στο ποτάμι. Εντάξει, φαίνεται και το ποτάμι. Πίσω από κάτι άχαρα κτίρια, από αυτά που στο Λονδίνο βρίσκονται παντού. Από τότε κάνω τη ζωή Λονδρέζου: έγερση στις έξι και ντουζ. Τιουμπ. Δουλειά. Παμπ με τους συναδέρφους, από τις 5 και έως τις 8 και, σπίτι, τηλεόραση και βραδυνό. Ύπνος. Αυτά. Εδώ και 14 χρόνια. Τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζω Φιλοσοφία, ονειρεύομαι εκδρομές στην παραλία με γυναίκες που δεν γνώρισα ποτέ ή που είδα φευγαλέα στα σοσιαλμήντια να χαμογελάνε για άλλους. Κάποτε βλέπω βουβάλια ή άλογα στον ύπνο μου. Κάποτε βλέπω τας Σέρρας. Κάποτε την Υμηττού φρακαρισμένη. Κάποτε τίποτα, ξυπνάω απλώς στις τρεις να κατουρήσω και να απαλλαγώ από την μπύρα και αναρωτιέμαι πόση ώρα ύπνου να μου μένει ακόμη.

Η Φιλοσοφία με ενδιαφέρει. Πάντοτε. Πάθος. Όποτε καταλήγουμε στην παμπ μετά τη δουλειά, δηλαδή τέσσερα βράδια τη βδομάδα κατά μέσο όρο, προς τα εκεί την πάω τη συζήτηση. Οι δημοσιογράφοι (στο μεταξύ πήρα προαγωγές και μεταθέσεις, κοτζάμ MPhil έχω) με λένε ‘The Greek Philosopher’. Αλλόκοτη φάρα οι δημοσιογράφοι: προσπαθούνε να δημιουργήσουν το μάξιμουμ ντόρου με το μίνιμουμ διαβάσματος — ή γνώσης. Συμπληρώνουνε τα κενά της άγνοιάς τους με common sense. Κι έτσι διαμορφώνουνε γνώμες και συνειδήσεις. Γι’ αυτό και τους περνάω από τη δοκιμασία της Φιλοσοφίας. Γιατί με ενδιαφέρει. Όπως και το σεξ. Το λέω έτσι, «σεξ», γιατί αν πω «πήδημα» ή «γαμήσι» θα νομίσει κανείς πως είμαι κάπως. Αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι καθόλου.

Καθόλου όμως. Ήμουν πάντα ντροπαλός. Πριν πέντε χρόνια παλιορκούσα τη Julie. Στάνταρ δεν δούλεψε. Έκτοτε δεν ξανασχολήθηκα. Ο Πάτρικ στη δουλειά λέει ότι είμαι τεμπέλης, ότι έχω καλομάθει και για αυτό δεν είμαι κυνηγός. Ο Πάτρικ ξέρει ότι δεν έχω πάει παρά με πουτάνες και μασατζούδες. Και τον φρικάρει και άμα πιούμε λιγάκι (όχι πολύ, τρεις τέσσερις πίντες) εκεί πάει την κουβέντα. Κι εγώ τον ρωτάω πώς πάει με τον γάμο του και από πότε έχει να το κάνει. Και καταλήγουμε να μιλάμε για την Άρσεναλ.

Έχασα την παρθενιά μου σε ένα μπουρδέλο στη Φυλής εντελώς μεθυσμένος όταν ήμουν δεκάξι. Μπροστά μου περίμενε τη Βανέσσα ένας Πόντιος ντυμένος και παρφουμαρισμένος και χτενισμένος λες και πήγαινε σε συνέντευξη για δουλειά (αυτή την παρομοίωση την έκανα αργότερα). Ούτε μου άρεσε ούτε δεν μου άρεσε όταν το έκανα για πρώτη φορά. Πάντοτε είχα τον νου μου στην Ιθάκη, που λέμε, είχα τον νου μου σε εκείνη την ιδανική γυναίκα (που δεν υπάρχει) με την οποία θα το κάναμε τρεις φορές τη μέρα και που θα ταιριάζαμε και θα πηγαίναμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Στη σχολή, στην Κρήτη, ήθελα πολύ την Πόπη. Πολύ. Βγαίναμε. Δεν ήξερα πώς να της δείξω ότι την ήθελα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει πουτάνα, με τις οποίες είχα εκπαιδευτεί και είχα λαγνουργήσει μια χαρά κι ανέμελα μέχρι τότε, γιατί δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει τέτοια. Χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα ήταν ότι η εξοικείωσή μου με τις πουτάνες, που με εμπόδιζε από το να συσχετιστώ (για να το πω έτσι σεμνά) με κανονικές κοπέλες, μην τυχόν και τις κάνω να νιώσουν άσχημα. Πιο μετά, στα τριάντα και, κατάλαβα ότι κάποιες δεν θα είχανε πρόβλημα με κάτι τέτοιο, να νιώσουνε πουτάνες… στερνή μου γνώση και τα λοιπά.

Ναι εντάξει, είμαι φαλακρός από τα 22. Και χοντρούλης. Και με ατσούμπαλο σώμα, όχι απλώς χοντρούλης. Φοράω και γυαλιά. Δεν έχω πολύ θάρρος. Δεν θέλω να βλέπω φωτογραφίες μου. Η Diane, συνάδερφος που έχει αναλάβει να με κουράρει, δεν θα την πήδαγα με τίποτα, έχω πάει μόνο με καλλονές άλλωστε, ισχυρίζεται ότι έχω κακομάθει with all those tarts (δεν ξέρει ότι πάντα πληρώνω, νομίζει ότι κάνω αρπαχτές, ότι είμαι παίχτης) κι ότι δεν ξέρω what love is. Πιθανόν. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι από την Πόπη μέχρι την Julie δεν κατάφερα να τα φτιάξω με καμμία. Ποτέ. Μόνον πληρωμένο. Ξέρω ότι είμαι γεροντοπαλληκάρο πια, ακόμα και με τα δεδομένα του 21ου αιώνα. Ξέρω ότι ποτέ δεν είχα ερωτική σχέση και δεν ξέρω αν θα έχω ποτέ — μάλλον όχι. It’s an arrangement of sorts, που λένε κι εδώ.

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να τα λέω όλα αυτά. Κατά βάθος είμαι άνθρωπος απλοϊκός: θέλω να διαβάζω, θέλω να έχω κάποιον να κουβεντιάζω, να κολυμπάω στη θάλασσα, να σβήνω το μυαλό μου πάνω σε ένα κορμί (ή από κάτω του). Μου το είπε και μια model πριν δυο-τρία χρόνια, ενώ ακόμα τότε έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουνα τη Julie με κάθε γυναίκα που νοικιαζα: you wanna get turned on so as to turn yourself off, dontcha? Μήνες τη σκεφτόμουν την ατάκα.

Όταν πάω στην Ελλάδα κάθομαι στις καφετέριες και κοιτάζω τα κορίτσια. Μικρότερα από εμένα, το ομολογώ: οι σαραντάρες Σερραίες παραείναι κωλοπετσωμένες για τα παρθένα δόντια μου. Οι δε Παγκρατιώτισσσες, άσε: κατηγορία διαστήματος,. Ξέρω ότι και άλλοι μπάκουροι τις κοιτάνε και σκέφτονται πώς θα ήτανε να τις γαμήσουν. Εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Καθόλου. Καθόλου πια. Χορτασμένος είμαι. Σκέφτομαι όμως πώς θα ήταν να ξυπνάω και να τις βλέπω αμακιγιάριστες και να μυρίζουν όπως φευγαλέα έχω μάθει ότι κανονικά μυρίζουν οι γυναίκες, κάτω από σαπούνια, αφρόλουτρα και μπέιμπι όιλ. Ή πώς είναι να έχουνε περίοδο και να είναι ακατάστατες ή αφηρημένες και λίγο κουρασμένες και να μη σε περιμένουν έτοιμες.

Στα γόνατα

Ας μιλήσουμε λίγο για το να πέφτεις στα γόνατα και να γονατίζεις.

Θα πέσουμε γονατιστοί μπροστά στη γυναίκα ή μπροστά στον άντρα χάριν ευκολίας και απόλαυσης, γιατί μας καυλώνει ή γιατί θέλουμε να κάνουμε χατήρι ερωτικό. Θα ανταποκριθεί μια γυναίκα ή ένας άντρας στην προτροπή «στα τέσσερα», ή κάποια αντίστοιχη, γιατί αυτό θέλουν και οι δύο (ή όσοι είναι τέλος πάντων). Όλα όσα κάνουμε στην ερωτοπραξία ως συναινούντες ενήλικοι είναι πράξεις ιμερικές, του άγριου παιχνιδιού του πόθου και της ηδονής, της μεγάλης (συνήθως) χαράς της ζωής. Προφανή και στοιχειώδη αυτά, δεν αξίζει να γράφονται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Βεβαίως, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι αυτός που είναι. Κι αυτό χιλιοαναλυμένο. Σ’ αυτόν τον κόσμο η αναφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ιμερικές πρακτικές και ερωτικές στάσεις ή μέθοδους χρησιμοποιείται ως μεταφορά εξουσίας, υποταγής, τιμωρίας, επιβολής, καταστολής, βλάβης ή — βεβαίως — ως μετωνυμία του βιασμού. Όλες: γαμήσαμε, μαλακίζεστε, τον πήρε, έστησες κώλο, μας παίρνετε τσιμπούκι, γαμιούνται, φα’ το μουνί μου — και ούτω καθεξής. Κακώς. Προφανές και στοιχειώδες και αυτό, δεν αξίζει να γράφεται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Αυτό το στοιχειώδες και προφανές, λοιπόν: καμμία στάση μεταξύ συναινούντων ενηλίκων που ερωτοπραγούν ή ερωτοτροπούν δεν σημαίνει τίποτα, δεν έχει κάποιο «νόημα» και δεν κουβαλάει κανένα πολιτικό ή άλλο φορτίο.

Πάμε παρακάτω.

Στη δημόσια σφαίρα, η γονυκλισία και — περισσότερο — το να προχωρείς γονυπετής είναι απεναντίας δείγμα εξευτελισμού ή έστω αναγνώριση υποταγής και εξανδραποδισμού από μια αυθεντία, συνήθως από αυθεντία θανάτου όπως ο δυνάστης, ο νόμος, ο κατακτητής, ο θεός. Θυμάμαι από το σχολείο κάπου ότι οι Έλληνες κατά τον Ηρόδοτο είναι περήφανοι γιατί προσεύχονται όρθιοι. Θυμάμαι μη πειστικές εξηγήσεις γιατί κάποιοι κάνουν εδαφιαίες μετάνοιες όταν εκκλησιάζονται. Θυμάμαι την απορία μου γιατί να γονατίζει κάποιος μπροστά σε κληρονομικό μονάρχη ώστε να χρισθεί ιππότης του τάγματος της καλτσοδέτας («περικνημίδας»).

Δεν απόρησα ποτέ όμως γιατί άνθρωποι απελπισμένοι από γιατρούς, είτε γιατί δεν είχανε να πληρώσουν τους κατάλληλους γιατρούς είτε γιατί δεν υπήρχε γιατρός να τους γλυτώσει, γονάτιζαν μπροστά σε λείψανα κι εικονίσματα ή έβαζαν αλλεπάλληλες εδαφιαίες μετάνοιες κι ανέβαιναν την ανηφόρα της Τήνου γονυπετείς. Δεν απόρησα γιατί γονάτιζαν μπροστά σε χυδαίους ανθρώπους που έφεραν το σκοτεινό σχήμα του κληρικού ή του μοναχού, μόνον και μόνο γιατί εκείνοι κράταγαν στο χέρι κάποιο λείψανο, φυλαχτό ή — στην καλύτερη περίπτωση — αρτοφόριο ή δισκοπότηρο. Δεν απορούσα μικρός για τον λόγο που είναι γραμμένος στον τάφο του ψυχάκια τυράννου Κρόμγουελ: Christ, no man, is King. Όσο μεγάλωνα εξακολουθούσα όμως να μην απορώ γιατί γνώριζα καλά, και μάθαινα ξανά και ξανά, τι σημαίνει να σε σφίγγει η μέγγενη της αρθρίτιδας συνεπικουρούμενη από την οστεοπόρωση, πόσο πόνο φαίνεται να μπορεί να προκαλέσει ο καρκίνος ή και οι απλές πετρούλες στα νεφρά, έμαθα για τη φριχτή μοίρα να χάνεις παιδιά και για τις προθεσμίες των γιατρών για τη ζωή σου που θα σβήσει — και δεν θα σβήσει απότομα, παρά μέσα σε πόνο και ανημπόρια εξευτελιστική — σε μήνες ή, άντε, χρόνια. Και, λυπάμαι, αλλά τότε γονατίζεις. Αλήθεια λυπάμαι. Αλλά δεν παριστάνω ότι δεν ξέρω.

Οπότε, και το λέω ως ευχή και όχι ως μεταφορά τιμωρίας ή βλάβης, όσοι επίμονα ξινίζετε με την ανθρώπινη απελπισία που σε σπρώχνει να γονατίσεις όχι μπροστά σε πηγές ηδονής και χαράς αλλά μπροστά σε θεότητες κι αγίους τους οποίους με το στανιό σε βάζουν ο θάνατος κι ο πόνος να πιστέψεις, ε, άντε γαμηθείτε.

Κείμενα-χέρια

Ένας καλός τρόπος να χωρίσεις τα κείμενα σε κειμενικά είδη, σε genres που λέμε, είναι να προσπαθήσεις να σκεφτείς σε τι σχηματισμό του ανθρώπινου χεριού και σε τι χειρονομία αντιστοιχεί: κάλεσμα, ευλογία, μούτζα, δείξη, μεσαίο δάχτυλο,  «σταμάτα», γροθιά, παλάμη που τείνουμε για χειραψία, «σήκω», χάδι ή για αγκάλιασμα, χαιρετισμός, το «ώπα με τα βιοτικά» του Βούδα και των αγιογραφιών, ρητορικό τάνυσμα, κοίλη παλάμη για περίπτυξη, αμφίσημα πεταλουδίσματα μαέστρου ή συνθηματικά προπονητών. Δεν έχουμε ονόματα για όλα αυτά τα είδη.

Κάποια κείμενα βεβαίως περιέχουνε παραπάνω από έναν σχηματισμό, πολλές χειρονομίες. Κάποια απλώς σε βάζουν να παρακολουθείς το κειμενικό χέρι να κινείται και να αλλάζει σχήμα μαγνητίζοντάς σε. Δεν ξέρεις πάντοτε ακριβώς τι βλέπεις, αλλά δεν σε πολυνοιάζει κιόλας. Γιατί έχεις περάσει σε αυτό που λέμε χορός (να χρειάζεται κάποιας μορφής ρυθμός σε αυτές τι περιπτώσεις) ή, αλλιώς, ποίηση.

Αγγλία

δώρο γενεθλίων στον Γιώργο

Η Αγγλία, η χώρα και όχι η εποχή της ζωής μου εκεί, επανέρχεται απότομα στον νου μου σαν γκόμενα που πολύ σε παίδεψε παλιά αλλά από την οποία απαλλάχτηκες τελικά κι ησύχασες. Την βλέπω καμμιά φορά στον ύπνο μου, κυρίως το ζαβό και πλάγιο φως που την έλουζε. Σχεδόν βλέπω το Σίτυ όπως φαινόταν μέσα από το παράθυρό μου, συχνότερα βλέπω τον Τάμεση ή τα Cartright Gardens, εκεί όπου ηττήθηκα (άλλωστε αυτά τα έχω φωτογραφία πάνω στο γραφείο μου). Καμμιά φορά θυμάμαι απότομα πώς μύριζε η πίσσα και το λάστιχο στις αποβάθρες που περίμενα το τραίνο ή στις παμπ η μπαγιάτικη μπυρίλα που ποτίζει τα σανίδια. Τακτικότερα επανέρχονται οι γεύσεις, από την ισορροπία των φις εντ τσιψ και το τσάι τους μέχρι το στεγνωμένο σάλιο μου με απόγευση coronation chicken και Caffrey’s ενώ ξυπνάω αλαφιασμένος στο τραίνο γυρνώντας από τη δουλειά, μόλις μία στάση πριν τον προορισμό μου. Το The Box των Orbital, που είναι ο μόνος χρήσιμος χάρτης του Λονδίνου, το OK Computer και η ακατανόητη μουσική των διαλέκτων. Αφές πολλές, το ασάλευτο βάρος της θλίψης κι η χαρά της βροχής, η Ελλάδα που άρχισα να ξαναφτιάχνω μέσα μου εκεί με υλικά τη Νένα Βενετσάνου και τις Τρύπες.

Η Αγγλία όπως την ξέρω εγώ έχει κάτι και από τις δύο Αγγλίες που βλέπουμε στο σινεμά: την Άνω Αγγλία, ανθισμένη, καταπράσινη κι εύτακτη χαρά με σπίτια γραφικά ή τουλάχιστον με σπίτια όλο κήπους και κουρτίνες λουλουδάτες της μεσαίας τάξης και του Τζέημς Άιβορυ, και την Κάτω Αγγλία, που ζέχνει και κολλάει και στριμώχνεται από την ανεργία και από τον αλκοολισμό μέσα στα θλιβερά terraces και στην τουβλοθύελλα της μαζικής στέγασης, νωπή στο αέναο ψιλόβροχο, του Λόουτς και του Λη, του Μπίλλυ Έλιοτ και του Full Monty.

Ξέρω τους κατοίκους της μεσαίας τάξης στην Άνω Αγγλία με τη θυμόσοφη ψυχραιμία του γούστου, του πλούτου και των προνομίων, που κανονίζει τις διακοπές της δύο και τρία χρόνια πριν στην Τοσκάνη και στη Δορδόνη. Ξέρω και τους άπλυτους φωνακλάδες της Κάτω Αγγλίας, εξωτικούς μέσα στην ίδια τους την πατρίδα, άρρωστους, μπαγάσες κι άνεργους, φρικτά μπανάλ και βάρος στους ώμους των νοικοκυραίων φορολογουμένων, που κανονίζουν τις διακοπές τους δύο και τρία χρόνια πριν στην Κόστα ντελ Σολ και στο Φαληράκι.

Θυμάμαι μια χώρα όπου δεν μπορείς να πας πουθενά αν δεν ξοδέψεις πολλά λεφτά, που δεν μπορείς να φας τίποτε της προκοπής αν δεν ξοδέψεις πολλά λεφτά. Η Άνω και η Κάτω Αγγλία εξυπηρετούνται από ιδιωτικές εταιρείες γκαζιού και ρεύματος και τηλεφωνίας, οι οποίες σε αφήνουν να περιμένεις ες αεί στις χωρίς χρέωση γραμμές εξυπηρέτησης ενώ στο μεταξύ αυξάνουν ανταγωνιστικά τα τιμολόγιά τους. Στη χώρα εκείνη περπάταγες δωρεάν κι ευφρόσυνα στο Χάμστεντ, στα Κιου, στο Ρίτσμοντ, στο Χόλαντ Παρκ, στο Γκράντσεστερ και στο Ντένταμ Βάλλυ – αλλά κανείς δεν σου έφταιγε αν ήθελες να φας ή να πιεις κάτι εκεί γύρω. Στην Άνω και στην Κάτω Αγγλία πρέπει να συζητάς τι είδες στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ – απλώς άλλα βλέπει η Άνω και άλλα η Κάτω.

Η Αγγλία υπήρξε οριακά φιλόξενη και σχεδόν συναρπαστική, ενώ το Λονδίνο θα το έχω μέσα μου για πάντα σαν δεύτερη πατρίδα. Η Αγγλία μού έμαθε να μη στέργω τις γλυκειές αυταπάτες, ότι κάθε τόπος έχει την καφρίλα του και ότι μια χώρα πάει κατά διαόλου όταν ξεπέφτουν οι σιδηρόδρομοι.

Ανταποκρίσεις από την Ελλάδα

No

Όψεις ενός ταξικού πολέμου πριν και μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, όπως αποτυπώθηκαν στο φέισμπουκ:

25/6/2015
Βασική πλάνη: να νομίζεις ότι ο άλλος είναι απλοειδής ή απλοϊκός επειδή είναι φτωχός. Επίσης, εσύ που το πιστεύεις είσαι μπούλης. Όχι, δεν είναι αμένσιοτο.

*

//platform.twitter.com/widgets.js*

30/6/2015
Επί δεκαετίες ακούω τη διακριτική αγανάκτηση θυμόσοφων κεφαλών για το ότι «τρωγόμαστε για τα πολιτικά», για τον διχασμό που είναι «στο αίμα του Έλληνα» (δεν είχαμε DNA παλιά) κ.ο.κ.

Ο υπαινιγμός ήταν ότι την πολιτική έπρεπε να την αντιμετωπίζουμε σαν πατρίκιοι, στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι και της sportsmanship. Λόγου χάρη, οι προεκλογικές εκστρατείες δεν θα έπρεπε να εξάπτουν πάθη αγριότερα από αυτά που δημιουργεί μια καλή παρτίδα γκολφ. Οι απεργίες θα έπρεπε να διέπονται από τεννιστικό ήθος. Και ούτω καθεξής. Ίσως και η μετατροπη της πολιτικής σε θέαμα να βοηθήθηκε από την αντιμετώπισή της ως αθλήματος και ως συμβολικού (και μόνο) πολέμου.

Τα παραπάνω περί αθλητικού ήθους ισχύουν βεβαίως για όσους (πατρικίους συνήθως) επιλέγουν την πολιτική ως καριέρα, επωνύμως και με κολλαριστούς γιακάδες ή με κομψά ταγιέρ. Αυτό που αποσιωπάται όμως είναι ότι για πολλούς (πάρα πολλούς) και συνήθως ανώνυμους, η πολιτική είναι πεδίο αγώνων για την επιβίωση. Ως κατάσταση, περισσότερο κάτι σαν τη βάρκα του δουλέμπορου που μπάζει πριν φτάσεις στην κάθε άλλο παρά ασφαλή ακτή, παρά σαν παρτίδα γκολφ.

*

2/7/2015
Και με το όχι και με το ναι η διαπραγμάτευση συνεχίζεται. Με το ναι όμως συναινούμε σε μνημόνια σαν αυτά που μας αφανίζουν. Όσους μας αφανίζουν. Τόσο απλά.

*

Βλέπετε κι εσείς πώς η διενέργεια δημοψηφίσματος ήδη αναδεικνύει τον ταξικό χαρακτήρα της μνημονιοκρατίας; Βλέπετε τις τρελές εξελίξεις που πυροδοτεί μετά από πέντε μήνες κολοκυθιά και πέντε χρόνια υποτέλεια; Θυμάμαι έναν όρο τώρα, συνειρμικά: «λαϊκή κυριαρχία».

*

4/7/2015
Ήδη η προκήρυξη δημοψηφίσματος έκανε δουλειά: κινητοποίησε εξελίξεις και αφύπνισε συνειδήσεις. Ωστόσο ένα Ναι θα νομιμοποιήσει τη μνημονιοκρατία και την υποτέλεια. Και η τρομοκρατία του Ναι συνεχίζεται, άλλωστε μια χαρά δούλεψε το ’12…

*

5/7/2015
Ό,τι κι αν βγάλει η κάλπη: Καμμία συζήτηση βάσει αρχών δεν μπορεί να γίνεται με τους διαφημιστές («επικοινωνιολόγους» και δημοσιολογούντες) και τους καζουιστές στρεψοδίκες (αμπελοφιλοσόφους και ψευδολογίους) της Δεξιάς («φιλελευθερισμού» — my royal arse). Γι’ αυτούς η επίκληση σε λιποθυμίες πεινασμένων παιδιών και σε αυτόχειρες είναι λαϊκισμός, ενώ σε λιποθυμίες συνταξιούχων στις ουρές των ΑΤΜ επιχείρημα. ‪#‎savres

*

Και πανηγυρίζουμε για το αποτέλεσμα και χλευάζουμε τον ταξικό εχθρό, εκείνο το 5%, που χρησιμοποίησε δόλο και προπαγάνδα και τρομοκρατία για να καθυποτάξει τη χώρα με το Ναι. Καμμιά αβρότητα απέναντι σε όσους πάσχισαν να συντρίψουν και de jure τα κατώτερα και μεσαία στρώματα, τα συνήθη υποζύγια, ώστε να συνεχίσουνε τον «τρόπο ζωής» τους.

Χωρίς πρίγκηπες

Έβλεπα χτες μια ταινία για την Γκρέις Κέλλυ. Ήταν ηθοποιός και μετά πριγκίπισσα. Δεν την ήξερα την ιστορία της. Εγώ τη χαστουκίζω την κόρη μου όταν μου ζητάει παιχνίδια με πριγκίπισσες και στολίδια πριγκίπισσας. Δεν είναι πριγκίπισσα, είναι η κόρη της Τάνιας της νυχούς. Να το καταλάβει τώρα, να μην υποφέρει μετά. Δεν είμαστε πρίγκηπες. Μια φορά ο αδερφός μου, μεγάλη ψωνάρα αυτός γενικώς, αλλά στη δική του οικογένειά του ας κάνει ό,τι θέλει ο καθένας, της έφερε μια πινακίδα για την πόρτα του δωματίου της: Princess. Όχι «μια φορά», πέρσι που έκλεινε τα πέντε. Για την πόρτα του δωματίου της. Που δεν έχει μπαλκόνι. Που το μοναδικό παράθυρο κοιτάει στον ακάλυπτο, φάτσα στο διαμέρισμα της άρρωστης γιαγιάς που καμμιά φορά με φωνάζει με φωνή σαν άρρωστου γλάρου να βγω στο μπαλκόνι της κουζίνας να μου μιλήσει γιατί την τρελαίνει η μοναξιά της τηλεόρασης. Αλλά δεν ασχολούνται με αυτά οι ταινίες, είναι ηθογραφία. Έτσι λέει ο μαλάκας ο αδερφός μου: ηθογραφία. Που πήγε το ζώον και πήρε ταμπέλα Princess για την καπλαμαδένια πόρτα του δωματίου της μικρής, που δεν κλείνει, κι ας έχει λιμάρει το μέσα της κλειδαριάς ο Τάσος δυο φορές: δεν κλείνει. Πήρα κι εγώ και πέταξα στην ανακύκλωση το Princess, πριν το δει η δικιά μου και κολλήσει. Βρακί δεν έχουμε, που λέει ο λόγος, τα πριγκιπικά αξεσουάρ μάς μάραναν.

Έβλεπα λοιπόν την Γκρέις Κέλλυ, που την έπαιζε η Κίντμαν. Δράματα ο γάμος της. Πολύ θλιμμένη αυτή. Αλλά δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον άντρα της γιατί και καλά η Γαλλία θα έπαιρνε το Μονακό. Για σκέψου, μεγάλη ευθύνη. Ναι, ειρωνεύομαι. Πάντως, εντάξει, δύσκολος γάμος. Μωρέ εγώ τα ξέρω αυτά: να θες να χωρίσεις και να μην μπορείς, να σε γεμίζει μόνο θυμό ο άλλος, να πηγαίνεις να τσακωθείς και να εμφανίζεται ξαφνικά η μικρή. Και εντάξει, στο Μονακό, άμα ήθελε να βριστεί ο πρίγκηπας με την πριγκίπισσα, όλο και κάποιο δωμάτιο θα βρισκόταν: η βιβλιοθήκη, το καπνιστήριο, η αίθουσα μπιλιάρδου — κάτι. Στη Σπετσών στα 75 τετραγωνικά, πού να τσακωθείς, στο μπαλκόνι; Εκεί κι αν γίνεσαι θέατρο. Έβλεπα λοιπόν την ταινία, η μικρή μόλις είχε κοιμηθεί, ήθελε δύο παραμύθια κι εγώ πείναγα και σερνόμουν από την κούραση («εύκολα τη βγάζετε εσείς οι νυχούδες», λέει ο Δημήτρης, «κάθεστε»· καλά, εντάξει). Σκεφτόμουν, εμάς τις απλές γυναίκες που περνάμε δράματα, θα μας κάνουνε ταινία; Σιγά. Κάθεσαι να δεις μια ταινία έτσι πιο δραματική, χωρίς σκοτωμούς και ζόμπι, και οι πρωταγωνιστές είναι μουσικοί, επιχειρηματίες, αρχιτέκτονες, ο Παπακαλιάτης που πάει στη Νέα Υόρκη να του φύγει ο νταλκάς — τέτοια. Εγώ άμα θέλω να μου φύγει ο νταλκάς βγαίνω στο μπροστινό μπαλκόνι (γιατί στο πίσω, της κουζίνας, θα μου πιάσει κουβέντα η γριά) και κάνω μισό τσιγάρο. Ή κλαίω κόβοντας κρεμμύδια. Αλλά αυτά δεν ενδιαφέρουνε κανένα, αυτά είναι ηθογραφία, που λέει κι ο αδερφούλης μου, αυτά είναι λαϊκές συνοικίες και Μητροπάνος και «πώς πάει κι αυτός ο μήνας», που λέει κι η Πρωτοψάλτη. Δεν έχουμε δράματα εμείς, είμαστε νυχούδες και νοικοκυρές, την κόψαμε και την Νταλίνα, την κοπέλα τη χρυσή (που την έλεγε αλλοδαπούτα ο Χάρης) που ερχόταν δυο φορές τη βδομάδα, γιατί δεν βγαίναμε. Κι εν πάση περιπτώσει, όταν χωρίσαμε με τον Χάρη, δεν πήρε η Γαλλία το Μονακό. Δεν μας πήρε καν η τράπεζα το σπίτι, γιατί πουλήσαμε τα χωράφια και το ξοφλήσαμε. Μια ανακαίνιση τού μένει τώρα, δώδεκα χρόνια που είμαστε μέσα. Δύο μπήκαμε, δύο μένουμε. Ο τρίτος, ο Χάρης, πήγε να ζήσει τ’ όνειρο. Κοινή συναινέσει και λεβέντικα. Καλά έκανε, σούρνονται και καρκίνοι. Να ζήσει.

Έβλεπα την Γκρέις Κέλλυ. Πήρε τη μάνα της υπεραστικό από Μονακό στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής για να κλαφτεί. Μαλάκαμου, εγώ θυμάμαι που παίρναμε τη θεία στην Αμερική όταν ήμουνα πιτσιρίκα και λέγαμε «υπεραστικό» και παθαίναμε. Κόστιζε και μισό μηνιάτικο εκείνο το εικοσάλεπτο. Ή μπορεί έτσι να το έλεγε ο πατέρας μου στη μαμά, για να μην πιάνει κουβέντα με την αδερφή της στο Μιλγουόκι. Μιλγουόκι. Στου διαόλου τον σβέρκο. Πήρε λοιπόν η Γκρέις τη μάνα της και η μάνα της της έλεγε σαν γνήσια ελληνίδα μαμά να κοιτάξει τον γάμο της και τα παιδιά της πάνω απ’ όλα και τη ρώταγε αν υπάρχει άλλος (ποιος άλλος στο Μονακό, τρεις κι ο κούκος είναι όλοι κι όλοι εκεί). Και η Γκρέις τής το κλείνει το τηλέφωνο και τσακ σκάει το μικρό της και ρωτάει «μαμά, γιατί κλαις;». Θα ήτανε μελό αυτή η σκηνή αν δεν ήτανε βγαλμένη από τη ζωή. Σοβαρά μιλάω. «Γιατί κλαις;» Τι να πεις; Γιατί χωρίζουμε με τον μπαμπά και νιώθω χάλια και σκέφτομαι και λίγο πώς θα βγαίνουμε τώρα κι ας μην έμπαιναν πάνω από 350 ευρώ τον μήνα στο σπίτι από τον μπαμπά σου; «Τα κρεμμύδια», λες. Ενώ η Κέλλυ είπε «συγκινήθηκα που μίλαγα με τη μαμά μου», υπεραστικό.

Είχα έναν γκόμενο. Δεν λέω πότε, πριν ή μετά τον χωρισμό: οι άντρες έχουν ορμές, οι γυναίκες είμαστε πουτάνες — έτσι μας πάνε τις γυναίκες, όπως η τράτα τα ψάρια, κι ας λεν οι φιλάνθρωποι ό,τι θέλουν. Μου έλεγε ο γκόμενος ότι όλες οι γυναίκες που γουστάρει γουστάρουν και γυναίκες. Ψηνότανε για τρίο μάλλον. Παντρεμένος. Οι παντρεμένοι όλο μαλακίες λένε, πλάθουν αβέρτα παραμύθια και σου τα πουλάνε. Παραμύθια. Παραμύθια μαλλί της γριάς: γλυκά αλλά εξαφανίζονται μόλις αγγίξουν τη γλώσσα σου, άσε που αν πας να τα αγγίξεις κολλάνε τα χέρια σου. Εντάξει, οι παντρεμένοι να ξεφύγουνε θέλουν, όχι απλώς να γαμήσουν. Δηλαδή, καλά, όλοι οι άντρες θέλουν να γαμήσουν, απλώς όχι εσένα ντε και καλά. Το λέει κι ο Δημήτρης ο κομμωτής. Που ναι, είναι γκέι το παιδί. Γιατί άμα είσαι γκέι και με απολυτήριο Λυκείου πού θα πας να δουλέψεις; Κι αν πας, θα σε κρατήσουν; Άσε τι λένε: οι αδερφές στα γκέτο, σαν εμάς. Εκτός κι αν είναι πρίγκηπες, σαν τον γιο της Γκρέις Κέλλυ.

Οι παντρεμένοι λοιπόν αναζητάνε το διαφορετικό τους: αν είναι επιχειρηματίες, ψάχνουνε ποιήτριες, αν είναι εργάτες, ψάχνουνε κουλτουριάρες, αν είναι πανεπιστημιακοί, ψάχνουνε κομμώτριες, το Μπουρνάζι ψάχνει Κεφαλάρι και ο Γλυφαδιώτης Ακαδημία Πλάτωνος. Εμένα την νυχού με ζύγωσε φιδέμπορας. Όχι, σοβαρά, φίδια πούλαγε ο άνθρωπος. Υπάρχει αγορά για φίδια στην Ευρώπη, έλεγε. Τα έκανε εισαγωγή. Νόμιμα. Πολύ πλούσιος όμως. Πούλαγε και χαμαιλέοντες και ιγκουάνες. Αυτές είχανε γίνει και μόδα τότε με το παλιό το σίριαλ με εκείνον τον γκόμενο, το πανκιό, τον Σερβετάλη. Αλλά πρίγκηπας στους τρόπους. Κύριος. Ούτε ξενοδοχεία, ούτε μαλακίες σαν κάτι φτωχομπινέδες πιτσιρικάδες (σαν κι αυτούς που έχω μπλέξει τώρα): σπίτι του. Μέχρι που με βαρέθηκε κι άρχισε να μου λέει για τη γυναίκα του. Πρίγκηπας αλλά μαλάκας, σαν τον Ραινιέ. Φιδέμπορα δεν θα τον έλεγα πάντως. Κι ας ήτανε κατ’ επάγγελμα.

Εν πάση περιπτώσει, οι παντρεμένοι δεν ψάχνουνε μόνο να είναι διαφορετικές οι γκόμενες, ψάχνουνε να τις έχουνε και υπό: θέλουνε να το παίζουνε μέντορες και να τις δασκαλεύουν για τη ζωή τους. Τη βλέπουνε καθοδηγητές. Όλο νουθεσίες. Ίσως γιατί τους κυβερνάει το στεφάνι τους ή (χειρότερα) το Πεθερικό. Ίσως έτσι να γίνονται και καλά τρυφεροί χωρίς να πατάνε πολύ το στεφάνι τους. Αυτό το έζησα με τον άλλο μου τον παντρεμένο γκόμενο, τον καθηγητή. Δίδασκε σε Λύκειο. Κάργα παντρεμένος αυτός, τον έβλεπα στη χάση και στη φέξη. Και την είχε δει δάσκαλος. Αυθεντία. Να μιλάω αργά, μου έλεγε. Να ντύνομαι κομψά (αυτός πάλι κυκλοφορούσε σαν παρωδία του Χάρη Ρώμα). Να μην αμολάω κοτσάνες. Να μη γίνομαι μελό. Να μην διακόπτω. Μετά κάτι άλλα: να καταλάβω τη θέση του και τη δική μου θέση στη ζωή του, ότι αυτός είναι φτασμένος κι εγώ μια ανώριμη που παριστάνω τη μαμά του. Σιγά μην παρίστανα τη μαμά του, πενήντα χρονών γάιδαρος. Αλλά εντάξει, τα είχε κι αυτός τα θεματάκια του, παρ’ όλα αυτά εγώ δεν είμαι καμμιά καριόλα να τα βγάλω στη φόρα. Α, ναι: «στα φόρα» είναι το σωστό, με διόρθωνε. Βέβαια. Και «κατ’ αρχήν», όχι «κατ’ αρχάς». Ή το λέω ανάποδα; Να κι εγώ, δηλαδή.

Καμμιά φορά σκέφτομαι ότι έτσι ένιωθε κι ο Χάρης, ο δικός μου. Ότι διαβάζω τις σκέψεις του, ότι δεν έχει μισή γωνιά μυαλό δική του. Είναι λίγο βάρβαρος ο γάμος αν δεν είσαι πρίγκηπας, να έχεις τα ιδιαίτερα διαμερίσματά σου, λίγο χώρο. Κι έχουνε γίνει κι οι γάμοι μας αμερικάνικοι: να τα λέμε όλα ο ένας στον άλλο, να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς. Κι αυτή είναι η ρίζα του κακού. Όταν με εκνεύριζε που κυκλοφορούσε άπλυτος (είμαι πολύ της καθαριότητας, νυχού είμαι, αν ήμουνα βρωμιάρα έστω και λίγο…) του το έλεγα στα ίσα. Ιδίως άμα πλάκωνε τους παστουρμάδες. Ειλικρίνεια λοιπόν. Αμεσότητα. Ε, προσβαλλόταν ο άνθρωπος. Στράβωνε. Το έβλεπα. Δεν έλεγε τίποτε αλλά πέταγε λίγο το μάτι του. Ενώ θα μπορούσα να του πω «μια πελάτισσα μαλάκω», «ο ΟΑΕΕ», «κάτι δικά μου». Αυτή η αμερικανιά μάς έφαγε: όλα να τα μοιράζεται το ζευγάρι. Να πάτε σε σύμβουλο γάμου. Να τα κουβεντιάζετε ανοιχτά. Έτσι ήμασταν. Έτσι ήτανε και ο Χάρης. «Βαρέθηκα, θέλω να χωρίσουμε», είπε μια μέρα. Το εννοούσε. Κι όχι δεν υπήρχε άλλη. Βαρέθηκε ο άνθρωπος. Και μου το είπε στα ίσια. Κι εγώ είχα βαρεθεί. Αλλά όταν μου το είπε, έτσι, έπινα μεταξύ των ραντεβού μου. Και οι πελάτισσες άρχισαν τα «Τάνια μου κομμένη σε βλέπω». Αμεσότητα.

Η γιαγιά μου όταν είχαμε παντρευτεί είχε άλλη γνώμη. Ήρθε μετά στο γλέντι και με πήρε παράμερα, με φίλησε. Με σταύρωσε. Έβγαλε στο επιτόπου και μου έδωσε ένα δαχτυλίδι της, αυτό εδώ που φοράω τώρα. Αυτό. Και μου λέει μετά: «Ο άντρας σου να σε γνωρίζει από τη μέση και κάτω μόνο». Εγώ είχα μεθύσει και τη ρώτησα «Μα να μη δείξω στον Χάρη τα βυζιά μου;». Με κοίταξε λίγο όπως κοιτάω εγώ κάτι πελάτισσες που μου πουλάνε μυαλό ενώ δεν τους φτάνει ούτε για ζήτω. Σοβαρά πάντως, τη συμβουλή της δεν την κράτησα, δεν την τίμησα: δυο φορές χωρισμένη η γιαγιά. Σιγά. Που θα δώσει και συμβουλές. Αλλά είμαι σίγουρη ότι και ο Ραινιέ ελάχιστα γνώριζε την Γκρέις Κέλλυ.

Από την άλλη, είπαμε, αυτές δεν είναι πραγματικές σχέσεις. Πραγματικές σχέσεις είναι ο Χάρης που έβγαζε λιγότερα από την γυναίκα του την Τάνια τη νυχού, που βαρέθηκε, που την άφησε μετά από δέκα χρόνια γάμου με ένα τετράχρονο. Που ήμασταν μέσα σε ένα σπίτι παλεύοντας με τους εαυτούς μας και ο ένας με τον άλλο και μαζί εναντίον της ειλικρίνειας και της αμεσότητας και του να τα λέμε όλα. Που δεν μας φτάνουνε για πολύ πολύ αλκοόλ ή χάπια και καθόλου για καμμιά κόκα. Κι αυτές τις ιστορίες κανείς δεν τις γράφει. Ούτε εγώ μπορώ γιατί, όπως έλεγε και ο καθηγητής Λυκείου, είμαι λειτουργικά αναλφάβητη. Το πολύ πολύ να βγει κανα τραγούδι για τη Μαίρη Παναγιωταρά ή για το σίδερο με ατμό, τέτοια.

Τατού

Ίσως να μιλήσω για κάτι που υπάρχει, μπορεί και όχι. Ενδεχομένως θα πω για κάτι πρόσφατο, ή για κάτι μάλλον μακρινό. Άλλωστε, το μόνο πρακτικό εργαλείο για να ταξιδεύουμε στον χρόνο, έστω και στα ψέματα, είναι η μνήμη: προχτές μου θύμισαν κάτι το οποίο το είχα δεκαετίες ξεχασμένο, απόψε δεν θυμάμαι τι.

Είμαι από αυτούς που σκέφτονται κανα μήνα πριν πούνε κάτι. Πρόκειται για μια τακτική που καλλιέργησα με καρτερία κι επιμέλεια. Όταν ήμουν μικρότερος άνοιγα το στόμα μου και μίλαγα και μίλαγα, παρασυρμένος από την ομιλία μου, όπως κοιτάς χαύνος δύο νήματα που πλέκουν δυο βελόνες να βγάζουνε ρούχο που θα φορέσεις. Αυτό με έκανε να τρέμω μην ακουστώ γελοίος, να μη σκεφτούν οι άλλοι πως ίσως είμαι καραγκιόζης. Οι γύρω μου πάντως επιμελώς απέκρυπταν για χρόνια το λυπηρό γεγονός ότι πιο εύκολο είναι να ακουστώ βαρύς κι ασήκωτος και στομφώδης, παρά γελοίος. Παράλληλα, είχα υποστεί στο μεταξύ όλες τις σχετικές παραινέσεις ξανά και ξανά, όπως και την κάπως χανιμπαλεκτερικής εμπνεύσεως «να βουτάς τη γλώσσα στο μυαλό σου». Πλέον τη μαρινάρω κανονικά, λοιπόν. Αρκεί να μη με πετύχεις άυπνο, ευάλωτο ή πεινασμένο, αρκεί να μη με προσβάλεις. Αλλά δύσκολα προσβάλλομαι πια, αν και είναι εφικτό.

Μου φαινόταν αδιανόητο να χαράξεις κάτι ανεξίτηλα πάνω σου. Ειδικά κάτι αναπαραστατικά, κάτι πορτραίτα, τοπία, ονόματα. Ονόματα, ρε συ. Γιατί;  Αν πεθάνεις πρώτος, γιατί να φέρεις τα ονόματα των ζώντων πάνω σου; Αν πάλι πεθάνουν εκείνοι ή άμα σε ξεχάσουν, θα έχεις ανάγκη ακόμα οξύτερη οδύνη και πιο διαρκή από την ανάμνησή τους; Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω για κάποιο σχέδιο που θα με αντιπροσώπευε ακόμα και στο αδιανόητο μέλλον — για μένα το μέλλον πάντοτε υπήρξε αδιανόητο, ήμουνα πάντα με την άποψη του Χλάντνικ στο Μυστικό θαύμα του Μπόρχες: αν μπορώ να το διανοηθώ, δεν πρόκειται να γίνει.

Για χρόνια ολόκληρα δεν έβρισκα τίποτα να χτυπήσω, τίποτε με εχέγγυα διαχρονικότητας. Κατόπιν για ένα διάστημα ξέχασα τελείως την υπόθεση τατού, υπήρχαν άλλα, πολύ πιο στοιχειώδη και δύσκολα θέματα, που συνοψίζονταν στα βασικά βιοποριστικά. Όμως ενόσω ασχολείσαι με τα επείγοντα, με τα βαριά και ανθυγιεινά, τα άλλα, τα μακράς διαρκείας, βρίσκουνε τον τρόπο να ζυμώνονται και να ωριμάζουν. Τουλάχιστον, αυτό ελπίζεις: ότι τίποτε δεν θάβεται ποτέ.

Μετά λοιπόν ήρθε μια ωραία φωτεινή εποχή, με φως όπως το θέλουνε τα μάτια μου: λοξό, διάχυτο, φως που σέβεται το χρώμα και χωρίς σκληρούς ίσκιους. Και είδα σε αυτό το φως ότι η ζωή αφήνει πάνω μας πολλά, και κυρίως το ποιοι είμαστε. Μας χαράζει και μας πλάθει και μας ζυμώνει και μας σφυρηλατεί. Άρα δεν χρειάζεται να διανοηθείς κάτι που δεν θα σου φέρνει αμηχανία στο μέλλον: αν ο εαυτός σου δεν σου φέρνει αμηχανία πια, αρκεί να προσθέσεις πάνω σου, εκούσια, κάτι που μιλάει για τον εαυτό σου.

Το σχέδιο το αποφάσισε λοιπόν η πείρα. Την απόφαση να το χτυπήσω την έδωσε η συγκυρία: το θαυμάσιο απροσδόκητο, ζωογόνο και απαραιτήτως χαμογελαστό, αυτό που σε ξεπερνάει και γι’ αυτό σε τραβάει μαζί του και σου λέει: «ζήσε λίγο ακόμα, μια βδομάδα, εξι μήνες, δέκα χρόνια, μισόν αιώνα ακόμα, μήπως μεγαλώσεις κι άλλο και με φτάσεις». Και το μέλλον δεν είναι πια αδιανόητο, γιατί ζεις εντός του και είναι πια παρόν και ποσώς δεν σε ενδιαφέρει να το διανοηθείς, τελικά: μόνον να το εξαπλώσεις πασχίζεις.

Η μάνα σου η Δανέζα

‘Jens’ είναι ο Γιάννης στα δανέζικα. Όμως όταν ο Γιάννης (ή Jens) γεννήθηκε στο Ούνσε (που εμείς λέμε Οντένσε ή Όδενσε), η ελαφρώς παχύσαρκη ληξίαρχος δεν ενδιαφέρθηκε για αντιστοιχίες, άλλωστε δεν της επέτρεπε ο Νόμος να ασχοληθεί με αντιστοιχίες και την ετυμολογία των ονομάτων. Οι γονείς του νεογέννητου δεν ήτανε παντρεμένοι και ήτανε και οι δύο παρόντες. Ο πατέρας είπε «Γιάννης» (από τον μπαμπά του) και η μαμά είπε «Jens» (γιατί είχε νταγκλάρει από την επιλόχια κατάθλιψη και, μάλλον, και από το ελάχιστο μαυράκι που έκανε και σαν λεχώνα, που την έπιανε πολύ). Και έτσι έμεινε, είτε είχε υπάρξει συνεννόηση (όπως η μάνα του Γιάννη, η κυρία Helle, ισχυρίζεται), είτε όχι. Πάντως η ληξίαρχος έγραψε Janis Jens Makris στις 4 Μαΐου 1993. Η μητέρα του αργότερα θεώρησε ότι το παιδί θα μπορούσε να ενταχθεί καλύτερα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία αν το έλεγαν απλώς και μόνο Jens. Ο πατέρας δεν είχε αντίρρηση.

Γενικά, ο πατέρας του Γιάννη δεν είναι ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Εκτός από το ότι έδωσε στον πρωτότοκό του το όνομα του πατέρα του. Και εκτός από το ότι πήδηξε στην Ίο μια Δανέζα το 1992 πίσω από μια βάρκα στον Μυλοπότα. Την οποία και γκάστρωσε στο επιτόπου, ή την επόμενη βραδιά στη Χώρα, σε ένα από ενοικιαζόμενα κοντά στο κλαμπ Arjuna. Κατά τα άλλα δεν ήταν ο Έλληνας που έχεις συνηθίσει. Ήταν ήδη τριαντάρης το ’92 και ξέμεινε στην Ίο γιατί είχε απαγορευτικό για Σαντορίνη. Επίσης ήτανε τρομακτικά καλλιεργημένος (έτσι τον λέει ο Γιάννης: «τρομακτικά καλλιεργημένο»). Ακολούθησε μάλιστα την κατά δύο χρόνια μικρότερη Helle στη Δανία και ανέλαβε τις ευθύνες του. Από κάτι φωτογραφίες (σε χαρτί, παρακαλώ!) φαίνεται ότι η κυρία Helle ήτανε μία συγκλονιστικά θεοτική μουνάρα («θεοτική μορφή» τη λέει ο Γιάννης) τότε, αλλά και η πνευματική επικοινωνία με τον πατέρα του φίλου μου δεν πρέπει να στάθηκε δύσκολη υπόθεση: το καυλάντισμα (‘καμάκι’ το έλεγαν τότε) ξεκίνησε στη βάση της Χώρας, εκεί όπου οι Ιταλοί χειρονομούσαν λιάρδα στο μεθύσι ζητώντας πίπες και πισωκολλητά από όλες τις περαστικές, με θέμα τον Κίρκεγκωρ. Στο Ούνσε βρήκε γρήγορα τι να κάνει με το άχρηστο και πρόσφατο διδακτορικό του στον στριμμένο Δανό με το παράξενο επώνυμο «Νεκροταφείο»: του έδωσαν μια θέση λέκτορα για να διδάσκει, αυτός που και Έλληνας ήταν και μόλις μιάμιση δημοσίευση είχε. Τουλάχιστον ήτανε ξανθός, σκέτο τυρί ξανθός, από τα ψηλά της Θεσσαλίας. Έμειναν λοιπόν εκεί, στην αγκαλιά του κράτους προνοίας μέχρι που ο Jens γιόρτασε τα ένατα σημαιοστολισμένα γενέθλιά του: όλες οι γιορτές, ως και τα Χριστούγεννα, είναι σημαιοστολισμένα στη Δανία, άλλωστε το Dannebrog δεν είναι και καλά έμβλημα εθνικισμών αλλά η παλιότερη σημαία στον κόσμο, λάβαρο αναστάσιμο. Μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, αφού η μάνα του Γιάννη βρέθηκε κάπως να συμμετέχει στην διοργάνωση των Ολυμπιακών του 2004.

Ο Γιάννης ή Jens ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα. Δηλαδή ήταν ένα αλλόκοτο πλάσμα όταν τον γνώρισα στη Σχολή το ’12. Ήταν ένας κανονικός άνθρωπος, αν και πανύψηλος, χωρίς την ελάχιστη σκιά προφοράς. Παρότι είχε κάποια χαρακτηριστικά στο πρόσωπο που έφερναν σε καλοσυνάτη φώκια, συνεισφορά των σκανδιναβικών γονιδίων, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι από την Κυλλήνη (σαν εκείνη τη Δέσποινα που με βασάνιζε στο Λύκειο) ή από τα βουνά της Κρήτης — το μυαλό μου δεν πήγαινε στα Τρίκαλα, από τα οποία καταγόταν κατά το άλλο ήμισυ. Κάναμε παρέα, βγαίναμε, τα γνωστά. Εντάξει, έμαθα ότι η μάνα του ήτανε ξένη, αλλά σιγά.

Και κάποια στιγμή βγήκαμε για καφέ με την ξαδέρφη του την ξένη, τη Δανέζα, που είχε έρθει για διακοπές. Και ξαφνικά ο Γιάννης μεταμορφώθηκε σε Jens, ή μάλλον: βγήκε από μέσα του ο Jens όπως οι εξωγήινοι ξεντύνονται την ανθρώπινη στολή τους στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Μίλαγε δανέζικα με την ξαδέρφη, μίλαγε αυτή τη γλώσσα που δεν είχα ξανακούσει, τέλεια όμως, μια γλώσσα χωρίς σύμφωνα, που ακούγεται σαν συνεχόμενος πνιγμός με θαμπά μεταβλητά φωνήεντα, μια γλώσσα σαν να στραβοκαταπίνει μεθυσμένος. Και ο Jens ήταν ένας άλλος άνθρωπος, πρόδηλα ξένος, που απλώς έμοιαζε φτυστός ο Γιάννης. Ο άνθρωπος ήτανε δύο άνθρωποι.

Φαγώθηκα να καταλάβω πώς και τι. Ο άνθρωπος έμοιαζε σαν να έχει δυο μητρικές γλώσσες. Μου είπε ότι μίλαγε δανέζικα με τη μάνα του και παντού στο Ούνσε, αλλά ότι ο πατέρας του του μάθαινε γραφή κι ανάγνωση και στα ελληνικά, άσε που του μίλαγε μόνον ελληνικά και του διάβαζε Τριβιζά, Κόμιξ και Ζωρζ Σαρρή — ώσπου έμαθε κι εκείνος να διαβάζει ελληνικά. Τα καλοκαίρια πήγαιναν από τα δύο του στην Ελλάδα. «Και τι μίλαγαν με τη μάνα σου;» «Μόνον αγγλικά, τα δανέζικα του πατέρα μου είναι ακόμα χάλια, και στο πανεπιστήμιο στα αγγλικά δίδασκε.» Μετά ήρθανε μόνιμα στην Ελλάδα. Αλλά πλέον πήγαινε πίσω στη Δανία τα καλοκαίρια για κανα δίμηνο («Δεν παλεύεται η ζέστη εδώ, ρε φίλε.»), ώσπου η εφηβεία τού αποκάλυψε και αυτουνού τα θέλγητρα των νησιών.

Ο Γιάννης / Jens, ο άνθρωπος που είναι δύο άνθρωποι, παραπονιότανε συχνά για την γκαντεμιά του, που και οι δύο άνθρωποι που είναι είναι επαρχιώτες. «Χάθηκε να την έπεφτε σε καναν αμερικάνο; / Χάθηκε να την έπεφτε σε καμμιά αγγλίδα;» Πάντως θεωρεί τους Δανούς σαφώς πιο επαρχιώτες από εμάς: όλοι τούς ξέρουν όλους και παριστάνουν ότι δεν ασχολούνται μαζί τους. Κονφορμιστές και μάλλον δειλοί. Το κεφάλι που προεξέχει το κόβουν, για όποιο λόγο κι αν προεξέχει. Για όλα φταιν οι Γερμανοί. Μετά με άρχιζε για τους Έλληνες: νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, δεν βλέπουνε πέρα από το σπίτι τους κι από το σόι τους. Παρτάκηδες. Για όλα φταιν οι Τούρκοι.

Πανεπιστήμιο αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα γιατί ο χειμώνας στη Σκανδιναβία δεν παλεύεται. Ούτε και το φαγητό. Και γιατί η Αθήνα είναι μεγάλη και ζωντανή πόλη και μπορείς να πιεις χωρίς να καταχρεωθείς — και ας βρωμάει, και ας σου «διακορεύει το νευρικό» ο θόρυβος. Πάντως μπορεί να το παίξει δίπορτο: ο πατέρας του ζει πια στο Ούνσε με μια πιτσιρίκα Ινδή δεύτερης γενιάς, που μιλάει καλύτερα δανέζικα από τον ίδιο, ενώ η κυρία Helle ζει στο Κουκάκι και δουλεύει στο Δανικό Ινστιτούτο στην Πλάκα και «γενικώς καλοπερνάει».

Τις προάλλες τον ρωτάω αν αισθάνεται ότι ανήκει και στις δύο χώρες. «Αν ήμουν ευρωπαϊστής, θα σου έλεγα ότι είμαι Ευρωπαίος, αλλά γαμιέται η Ευρώπη, η κοιτίδα της βαρβαρότητας και της αποικιοκρατίας, γαμιέται και η ΕΕ.» «Τώρα μιλάει η Δανία μέσα σου», του είπα και τον ξαναρώτησα αν λοιπόν αισθάνεται ξένος και στην Ελλάδα και στη Δανία. «Εξαρτάται: αν έχω πιει, πατρίδα κι εδώ, πατρίδα κι εκεί. Αν πεινάω, είμαι ξένος.» Πολλές φορές, άμα λέει τέτοια, νομίζω ότι με δουλεύει που δεν έχω ξεμυτίσει, που ο κόσμος μου είναι η Αττική, η Πάτρα και ο γύρος της Ιταλίας που έκανα με ιντερέιλ. Άλλες φορές λέει ότι η γλώσσα είναι η μόνη μας πατρίδα και ότι, τζα!, αυτός έχει δύο. Καμμιά φορά είναι τρελοκομείο ο Γιάννης.

Γενικά είναι περίεργος τύπος. Μυστήριος. Και εδώ και αλλού. Ο ίδιος μού είπε ότι φταίει το δανέζικο χιούμορ, που είναι υπόκωφο, στεγνό και βραδύκαυστο. Από την άλλη, δεν μοιάζει να έχει φίλους στη Δανία, όχι πάντως κολλητούς. Εδώ κάνει παρέα μ’ εμένα — αλλά δεν καταλαβαίνω πώς — και με ένα παλιό συμμαθητή του. Είχαμε πάει για ποτά, μπύρες πίνει, και τον ρώτησα. Μου είπε ότι δεν έχει φίλους, ότι προτιμάει να κάνει παρέα με γυναίκες. Εκεί λίγο με ξένισε. Τον ρώτησα γιατί. «Με τις γυναίκες μπορείς και να το κάνεις και να πεις και καμμιά κουβέντα της προκοπής. Με τους άντρες τίποτε από τα δύο. Δηλαδή όχι τόσο ωραία.» Με δουλεύει; δεν ξέρω. Ώρες ώρες νιώθω ότι δεν είμαστε συνομήλικοι αλλά ότι μιλάω με κάποιον σαραντάρη και βάλε. Μάλλον φταίει το χιούμορ: με την ξαδέρφη του γέλαγαν κάμποση ώρα επειδή ο Jens έκανε μια παντομίμα ότι τάχα προσπαθεί να φτύσει μια τρίχα χαμογελώντας ταυτόχρονα, μουνότριχα δηλαδή. Δεν ξέρω, θα φταίει το χιούμορ. Πάντως με γυναίκες τον έχω δει, τον περιμένουνε συνήθως όταν το διαλύουμε, εκεί κατά τις 10 και. Πάντα με κάτι γκόμενες να λιποθυμάς κυκλοφορεί, κάτι τύπισσες κι εγώ δεν ξέρω πώς να τις πω και πώς να τις περιγράψω.

Εκεί που τρώγαμε κάτι σουβλάκια και περπατάγαμε τις προάλλες άρχισε ξαφνικά να μου λέει, εκτός θέματος, για κάτι δανέζικες εφημερίδες, που είναι «σκέτες φυλλάδες». Σκατόφυλλα χειρότερα από την Εσπρέσσο. Μου έλεγε για τις Δανέζες, που ξεσαλώνουνε στη Μεσόγειο αλλά ξαναγίνονται παρθενοπιπίτσες όταν επιστρέφουνε στον Βορρά. Για τη βασίλισσά τους που καπνίζει, τον γκέι Γερμανό άντρα της, για το πόσο μαλάκες είναι οι Κοπεγχαγινοί. Τέτοια. «Τι μου τα λες αυτά;» «Δεν ξέρεις τι προνόμιο είναι να τρως πιτόγυρο περπατώντας» μου είπε, «να στάζουνε τα λίπια και τα τζατζίκια μέσα από τη λαδόκολλα στο πεζοδρόμιο». Όχι, δεν ξέρω. Μετά μου εξήγησε ότι εκείνη την ώρα σαν να του έλειπε το Ούνσε, σαν να ένιωθε μακριά από παντού: και από την Αθήνα, που την περπάταγε εκείνη την ώρα, και από το Ούνσε, την πόλη όπου μεγάλωσε. Τον ρώτησα τι του ‘ρθε και λέει τέτοια, αν είναι ερωτευμένος. Μου απάντησε πως δεν χρειάζεται να είσαι ερωτευμένος για να σου φέρνει μια γυναίκα χαλασμό.

«Γιατί όλο λες ‘γυναίκα’; Γκόμενες τις λέμε.»
«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο, ρε μαλάκα. Έλεος.»

Ψάρεψε ένα κρεμμύδι μέσα από τη λίγδα τους εκμαγείου της λαδόκολλας και καταπίνοντας την μπουκιά του είπε:

«Kvinder, ρε συ, kvinder eller kaos.»

Μου το μετέφρασε και μου το έγραψε στο κινητό, γιατί αλλιώς γράφεται κι αλλιώς προφέρεται αυτή η γλώσσα.

Με τον Jens, τον Γιάννη, δεν μιλιόμαστε εδώ και δυο τρεις βδομάδες. Τον έκανα και μπλοκ στο φέισμπουκ. Ναι, οκέι, ξέρω, αυτά τα κάνουνε τσαντισμένες γκομενίτσες αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Είχα πάει με μπύρες στο σπίτι του να δούμε το Μπαρσελόνα-Τσέλσι, αλλά έβγαλε κάτι σναπς. Ε, γλυκόπιοτα είναι αυτά, ήπιαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας μέχρι να λήξει το ματσάκι και μετά παραγγείλαμε πίτσες και το ρίξαμε στη μαυροδάφνη: ο Γιάννης επέμενε ότι αν πίναμε μπύρα θα μας χάλαγε κανονικότατα. Του είπα κι εγώ τα γκομενικά μου, για την Κική το βάσανο δηλαδή, αν και με δυσκολία: δεν μου αρέσει να κουβεντιάζω τέτοια πράματα. Του είπα λοιπόν τα γνωστά, ότι την αγαπάω κι ότι κι εκείνη λέει ότι με αγαπάει. Εκεί με έκοψε και με ρώτησε αν δεν είμαστε λίγο μικροί να μιλάμε για αγάπες ακόμα, εγώ τον είπα μαλάκα και τον έστειλα να πα να γαμηθεί και συνέχισα. Του είπα λοιπόν ότι την αγαπάω την Κική κι ότι με αγαπάει, ή τεσπά έτσι λέει. Με ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημά μου. Του είπα ότι είμαι σίγουρος ότι με απατάει.

«Εννοείς ότι πηδιέται και με άλλους;», με ρώτησε γελώντας, και μάλιστα γελώντας κάπως επιτηδευμένα.
«Ναι ρε μαλάκα. Εξαφανίζεται. Δεν απαντάει και στο κινητό.»
«Μαζί σου πώς είναι όμως ρε συ;»
«Όνειρο. Με κάνει ευτυχισμένο. Μόνο μαζί μου είναι όταν είναι μαζί μου. Με κάνει να νιώθω τρελή χαρά και φαίνεται χαρούμενη και η ίδια.», είχαν αρχίσει να μιλάνε το σναπς κι η μαυροδάφνη και δεν μπορούσα να αρθρώσω τα λόγια μου: όσο έτρεχαν τα λόγια στο μυαλό μου, τόσο σκόνταφταν στο στόμα μου.
«Αν σε αγαπάει και το νιώθεις ρε μαλάκα, ρε μαλακισμένε, τι σε νοιάζει τι κάνει όταν δεν είναι μαζί σου; Αφού σε αγαπάει.» είπε ο Jens και με κοίταγε ειρωνικά, που οκέι, δεν πειράζει, αλλά και με συμπόνοια, όπως κοιτάμε παιδί που σκούζει γιατί του πήρανε το παγωτό. Αγρίεψα.
«Άντε και γαμήσου ρε μαλάκα.»
«Νταξ, γαμιέμαι. Θενξ.»
Τα πήρα άγρια. Ο μαλάκας ο ξένος. Το σκανδιναβό το ξενέρωτο. Που δε μασάει:
«Γαμιέται η μάνα σου, ρε μαλάκα.»
«Ναι, γαμιέται. Η δικιά σου, πάλι, όχι.»

*

Αναδημοσίευση από ΤΟ ΠΑΡάΘΥΡΟ, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων.

Φωτογραφία: «On the Beach» (1951) του William Mortensen

Εναντίον του γάμου

Ο Χάουαρντ Ζινν περιγράφει τον θεσμό της οικογένειας ως την «κατεξοχήν φυλακή ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της». Ώρες αφού διάβασα αυτό το απόσπασμα, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι δεν πρόκειται για φυλακή, παρά για σέχτα, για εταιρεία, για κόμμα — για ένα  αποκλειστικό κλαμπ με πολύ περιορισμένο αριθμό μελών.

Σε μια λίγο-πολύ μόνιμη σχέση η ιδιοκτησιακή νοοτροπία στον έρωτα, όσο και αν μου είναι απεχθής, δεν παύει να είναι κάτι πολύ βαθιά ανθρώπινο στο κάτω κάτω. Ωστόσο, αν πρόσεχα λιγάκι περισσότερο τι συμβαίνει γύρω μου, θα είχα διαπιστώσει νωρίτερα ότι οι οικογένειες λειτουργούν ως στεγανοί οργανισμοί, ως μια μονάδα με εσωτερικούς κανονισμούς, πειθαρχία και — κυρίως — ενιαίο προφίλ προς τα έξω, περίπου όπως τα εταιρικά προφίλ. Γι’ αυτό και δεν θα έλεγα την οικογένεια «φυλακή», παρά σέχτα, εταιρεία, κόμμα ή ένα κλειστό κλαμπ.

Υποθέτω ότι εύκολα αναγνωρίζουμε αυτή τη λειτουργία της οικογένειας. Δεν λέω για το πόσο ισχυροί είναι οι οικογενειακοί δεσμοί στη Μεσόγειο, μιλάω για το πώς η οικογένεια παγκοσμίως συμπεριφέρεται και ως κλειστή μονάδα και ως ένας μικρο-οργανισμός που επιβάλλει ομερτά στα μέλη της, επιβεβλημένη αλληλεγγύη και συνενοχή. Κάθε οικογένεια είναι μια μικρή Μασωνία.

Βεβαίως, υπάρχουν ιστορικοί, κοινωνικοί, ανθρωπολογικοί και βιολογικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό. Με μια καίρια διαφορά: όταν η «οικογένεια» είναι κλαν, φάρα, σόι, τότε η ομερτά, η αλληλεγγύη και η συνενοχή έχουν κάποιο νόημα — λειτουργικώς αν όχι ηθικώς. Εκεί μεν υπάρχει μια εσωτερική ιεραρχία που επιβάλλεται αλλά ενίοτε γίνεται αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, εκεί άλλωστε έχουμε να κάνουμε με μια πολύπλοκη ιεραρχία που περιλαμβάνει πρωτότοκους και δευτερότοκους, πεθερές και νυφάδες, ad hoc μητριαρχίες και άτυπα συμβούλια αδελφών κ.ο.κ. Σε μια εκτεταμένη οικογένεια υπάρχουν οι ίδιες σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης που υπάρχουν και στην πυρηνική οικογένεια του σήμερα, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν περισσότερα κελλάρια και πατάρια μέσα της για να κρυφτεί κανείς, περισσότεροι και πιο ρευστοί ρόλοι, αν μη τι άλλο.

Η τυπική πυρηνική οικογένεια, δυο γονείς με μάξιμουμ τρία, συνήθως δύο, παιδιά, αποτελεί την μικρη κι ευέλικτη, και κάπως μηχανοποιημένη, εκδοχή αυτού του θεσμού. Βεβαίως, τυπικά, δεν πατριαρχείται πλέον: δεν είναι πια ο σύζυγος-πατέρας ο κύριος κι αφέντης και ο στύλος της οικογένειας. Αλλά η κατάργηση της απόλυτης μοναρχίας, όπως ξέρουμε, δεν συνεπάγεται κατάλυση κάθε καταπιεστικού στοιχείου. Διότι η οικογένεια παραμένει οικογένεια και εξακολουθεί να συγκροτείται κατόπιν μιας «δικαιοπραξίας πανηγυρικού χαρακτήρα» (όπως έμαθα πρόσφατα), δηλαδή του γάμου. Διότι η οικογένεια επικαλείται την αγάπη για να επιβάλει εσωτερική πειθαρχία ή μάλλον, και χειρότερα, οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων — ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν. Έτσι θεμελιώνει την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η πυρηνική οικογένεια δεν είναι πια απλώς φυλακή, σέχτα, εταιρεία, κόμμα και κλειστό κλαμπ. Αποτελεί κλειστοφοβική φυλακή, γίνεται συνωμοσία, τριανδρία, συμμορία. Το μεν ζευγάρι λογοδοτεί για τη δράση του, τις αποδόσεις και την επιτυχία του προς τα έξω χωρίς καμμία εσωτερική βοήθεια, χωρίς έμπιστους εντός: ο ένας με τον άλλο, άντε και με κάποιον από τους κάθε είδους θλιβερούς συμβούλους γάμων. Γι’ αυτό και πρέπει να παρουσιάζει αρραγές μέτωπο, χωρίς περιθώριο για αμφιβολία, για αυτοσχεδιασμό ή για λιγάκι μπάχαλο. Τα δε παιδιά είναι υφιστάμενοι κι υποτελείς υπό τη σχεδόν αποκλειστική εποπτεία των γονέων, ενώ η συναναστροφή τους με συνομηλίκους ελέγχεται από τους γονείς, που από τη φύση τους θα προσπαθήσουν να τα προστατεύσουν και να τα ποδηγετήσουν, είτε ως «φίλοι» είτε ως δεσπότες. Οι γονείς παράλληλα λειτουργούν σαν προπονητές των παιδιών: αν τα παιδιά αποτύχουν, υπήρξαν άχρηστοι, αφού μόνον αυτούς, άντε και ένα-δυο αδέρφια, είχανε τα παιδιά για καθοδήγηση.

Ναι· και ο γάμος χωρίς παιδιά; Και πάλι, ελλείψει μιας ευρύτερης οικογένειας που θα απορροφούσε το «άκληρο» ζευγάρι ως θειους και θειάδες, το άτεκνο ζευγάρι καταλήγει ένα στροβιλιζόμενο γιν-γιανγκ, παγιδεύεται σε ένα παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων το οποίο περιορίζουνε μόνον η πατριαρχία και ο σεξισμός — που αποτελούν και τη βάση πάνω στην οποία συνήθως επιλύονται οι διαφορές και διευθετούνται οι κρίσεις, με τις γυναίκες να δείχνουν κατανόηση (μονομερώς), τους άντρες να συγκαταβαίνουν κτλ. Αυτά όταν διευθετούνται οι κρίσεις δηλαδή, και όταν δεν καταλήγουν οι δύο του ζευγαριού στην αλληλοφαγία ή (στην καλύτερη περίπτωση) στο διαζύγιο.

Και λοιπόν, τι πρέπει να γίνει; Επιστροφή στην εκτεταμένη οικογένεια, στο κλαν, στο σόι, στη φάρα; Όχι βέβαια, δεν θα λύσουμε λ.χ. τα εργατικά ζητήματα επιστρέφοντας στην γήινη και χειροπιαστή φεουδαρχία. Ίσως λοιπόν να πρέπει να μάθουμε να ζούμε μόνοι, όπως γίνεται όλο και περισσότερο στη Βρετανία; Ούτε: ο μοναχικός βίος είναι βαρύς και, από ένα σημείο και μετά, αβάσταχτος (και αυτό το λέει ένας κατεξοχήν μονήρης άνθρωπος).

Ίσως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αποϊεροποιηθεί η οικογένεια: η μητρική αγάπη, η πατρική στοργή και η αφοσίωση των τέκνων στους γονείς είναι ιερές από μόνες τους, όταν υπάρχουν, και δεν χρειάζονται θεσμούς για να τις καλλιεργήσουν. Αν αποϊεροποιούνταν η οικογένεια, ίσως να μεγάλωναν οι ενήλικοι τα παιδιά τους χωρίς να πρέπει και να είναι τέλειοι (γιατί δεν είναι) και χωρίς ντε και καλά να τα αγαπάνε (γιατί δεν συμβαίνει πάντοτε). Ίσως έτσι και τα παιδιά να αποκαθήλωναν κάπως, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, αυτούς στους οποίους χρωστούν την ύπαρξη ή και την επιβίωσή τους. Προς την κατεύθυνση της αποϊεροποίησης θα βοηθούσε και το σύμφωνο συμβίωσης για όλους. Όλους όμως. Και όποιος θέλει τα περαιτέρω, ας πάει στην εκκλησία, στο τζαμί, στη συναγωγή ή όπου αλλού.