Μισογυνισμός

Στη χριστιανική ασκητική, όπως καταγράφεται στη γραμματεία της και στην προφορική παράδοσή της, το γυναικείο σώμα γίνεται αντιληπτό ως υποψήφια σκόνη, στάχτη και σποδός, ως όργανο εκπειρασμού των ανδρών και ως ένα ξενοδοχείο έτοιμο να ανοίξει για να υποδεχθεί σκουλήκια την ώρα του θανάτου. Τα αντρικά σώματα πάσχουν, αμαρτάνουν, θα τρωθούν και θα ασθενήσουν, θα γίνουνε κι αυτά σκόνη καθαρή — όμως τελικά θα αναστηθούν.

Το γυναικείο σώμα στους καθόλου ασκητικούς αλλά εντελώς πουριτανικούς καιρούς μας, που θεωρούνε το στριπτίζ μετωνυμία του σεξ και τα σεισοπυγικά βίντεο κλιπ συνεκδοχή της ερωτοπραξίας, αποτελεί πάντοτε σκεύος — συνήθως όμως όχι ηδονής. Αλλά και για ηδονή μιλώντας, δεν θες, λέει, να περάσεις από γυναικείο σώμα από το οποίο πέρασαν άλλοι πρόσφατα και, αν τελικά έτσι προκύψει, δικαιούσαι να το περιφρονείς. Άλλωστε, οι άντρες περνουν, μαμά. Ο κόλπος είναι αποστειρωμένο δοχείο για εξέταση· άπαξ και έχει ανοιχτεί, ε. Και είμαι βέβαιος ότι μερικοί αναγνώστες διαθέτουν και κάποιου είδους επιχείρημα, μάλλον εξελικτικής ή γενικότερα βιολογικής φύσεως, για να δικαιολογήσουν αυτή την αντίληψη.

Εγώ λέω πάλι ότι όλα αυτά, οι παραβατολογίες και οι ασκητισμοί και οι επιστημονισμοί και οι υγιεινισμοί, είναι προφάσεις μισογυνισμού. Η γυναίκα δεν πρέπει, δεν μπορεί, να αυτενεργεί και να επιθυμεί και να αποφασίζει. Ούτε καν να συναινεί ρητά δεν χρειάζεται — σιωπή γυναικί κόσμον φέρει. Τη γυναίκα τη διακόπτεις όταν μιλάει, της εξηγείς γιατί αισθάνεται έτσι (οι γυναίκες αισθάνονται μόνο, δεν φρονούν), την ερμηνεύεις. Έτσι πρέπει. Άλλωστε, η γυναίκα παρασέρνεται κι υστεριάζει, άντε να απολαμβάνει στην καλύτερη περίπτωση. Επίσης, όσο αυξάνεται η αυτενέργειά της, είτε τόσο πιο πολύ αντρίζει, είτε τόσο πιο πολύ πουτάνα είναι. Ή άρπυια, σκύλα κι ευνουχίστρια. Μην πάτε μακριά: οι άντρες ολοκληρώνονται μέσα από το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς τους, οι γυναίκες από τη χθόνια διακόρευση και από τη μητρότητα, αλλά κι αυτή ως χθόνιο γεγονός και ως διαδικασία — ενώ είναι το μόνο μυστικό κι αλλόκοτο θαύμα που υπάρχει έξω από τη ντίσνεϋλαντ των θρησκειών.

Κοινοτοπία: μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. Παρ’ όλα αυτά, μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε. Το έχω δει στους αντιδιανοούμενους, που φθονούν το διανοητικό κεφάλαιο, το μόνο που δεν μπορείς να κλέψεις. Το έχω δει στους πουριτανούς και στους εθελούσια στερημένους που φθονούν την ελευθεριότητα και την ανέμελη χαρά της. Το έχω δει στους ομοφοβικούς, που δεν φοβούνται παρά μισούνε και φθονούν. Το βλέπω στους μισογύνηδες που φθονούν τις γυναίκες επειδή δεν θέλουν να τους αφεθούν. Ή κι επειδή δεν τους θέλουν οι γυναίκες.

Αλλά κι αυτή η κοινοτοπία όζει ψυχολογισμό και ίσως μερική εξιλέωση. Το ζήτημα δεν είναι γιατί κάποιος είναι μισογύνης, όπως το πρόβλημα δεν είναι γιατί κάποιος έχει ρατσιστικά αντανακλαστικά. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν μεταφράζεις τον μισογυνισμό σε πεποιθήσεις, σε αξιολογικές κρίσεις και σε ιδεολογία. Πολύ περισσότερο, όταν τον αφήνεις να καθοδηγεί τη συμπεριφορά σου και να διαμορφώνεται τελικα σε πολιτική.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

Φως ιμερικό

Καθόλου δεν αντέχω την υπερφωτισμένη πορνογραφία, να παρακολουθώ γαμήσια μέσα στην άπλετη φωτοχυσία χειρουργείου που καίει τις σκιές με εκτυφλωτικούς προβολείς στούντιο. Ίσως να ταιριάζει αυτή η φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινής, στη φάση «όλα στο φως» της αμερικάνικης εποχής μας. Ίσως πάλι το χειρουργικό φως να είναι προϊόν εντελεχών ερευνών αγοράς, ίσως έτσι να καυλώνει το λεγόμενο μέσο αρσενικό, άλλωστε άντρες είμαστε: θέλουμε να βλέπουμε — και μάλλον στο πόσα και στο πώς να διαφέρουμε τελικά.

Επίσης μου είναι πολύ αντιπαθείς οι ψευδοαισθαντικές λήψεις στην πορνογραφία όπου η βαζελίνη πασαλείβεται στον φακό ώστε να φτιάχνεται το κατάλληλο φλου, ένα φλου που με τη σειρά του γίνεται μεταφορά της ιμερικής μέθης, της καυλωμένης θολούρας, της τυφλοβδομάδας (που λέγαν οι παλιοί). Όπως ο υπερφωτισμός ανήκει στον θάλαμο βασανιστηρίων, η θολούρα ανήκει στην μνήμη και στην ανάμνηση, είναι προνομιακός χώρος της ποίησης. Κι από ποιητισμούς έχουμε χορτάσει.

Τέλος, ίσως χειρότερο από όλα στην τσόντα είναι το κιαροσκούρο της καψούρικης εξιδανίκευσης. Εδώ πάλι έχουμε να κάνουμε με υποκρισία: όχι, δε βλέπεις αυτό που βλέπεις για να καυλώσεις, παρά γιατί είναι κάτι πολύ αχβάχ και βαθύ — και με τρόπους άλλους από τους πορνογραφικά προφανείς. Αυτές οι τσόντες με το πολύ και δήθεν κιαροσκούρο, όπως και οι φλου σε βαθμό σεβεντίλας, υποτίθεται ότι προορίζονται για γυναίκες. Τι να πω, ενδεχομένως έτσι να λέν οι έρευνες αγοράς.

Φυσικά, οι αντιρρήσεις μου δεν είναι αισθητικές, για τσόντα μιλάμε στο κάτω κάτω: από τα ελάχιστα genre με χειροπιαστό σκοπό και αποτέλεσμα (ένα δεύτερο είναι το μελό και ένα τρίτο το genre που περιλαμβάνει το Slumdog Millionaire). Υποθέτω λοιπόν παρακολουθώντας δύο (και τρεις και βάλε) ξένους κι άγνωστους ανθρώπους να λαγνεύονται, έως και να ξεσκίζονται άγρια κάθιδροι και μούσκεμα στα σάλια τους και σε όλα τ’ άλλα, ότι τελικά ψάχνω και το φως από δικές μου αναμνήσεις και από δικές μου φαντασιώσεις.

Οι φαντασιώσεις μου πάντως αφορούν γυναίκες που γνωρίζω. Γενικά, δεν ξέρω να πλάθω χαρακτήρες, τουλάχιστον όχι για να πηδηχτώ μαζί τους κατα φαντασία. Επίσης, δεν διαθέτω ούτε πολλή φαντασία ούτε σκηνοθετικές ικανότητες. Όσο για άγνωστες γυναίκες, ω μα θα ήταν απρέπεια και, κυρίως, ματαιοπονία να κάθομαι να φαντάζομαι ότι κάνουμε κάτι μαζί: οι άγνωστες γυναίκες δεν μου λένε πολλά. Όμως, εν πάση περιπτώσει, ποιος νοιάστηκε για τις δικές μου σεμνές φαντασιώσεις; Απλώς λοιπόν λέω ότι και οι φαντασιώσεις μου φωτίζονται με τον τρόπο των αναμνήσεών μου.

Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις, εκεί μάλιστα. Σε κάθε δωμάτιο, αυτοκίνητο ή χώρο υπαίθριο το φως είναι βεβαίως διαφορετικό, αν και γενικά προτιμώ να τείνει προς το σκοτάδι. Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις μου είναι άλλοτε λοξό από σούρουπο, ή δροσερό και πρωινό. Άλλες φορές μόλις που ξεχειλίζει πίσω από χαραμάδες και αμέσως αραιώνεται μέχρι να γίνει μεσημβρινό ημίφως κλειστού χώρου. Θυμάμαι περιορισμένη φωταγώγηση από φανοστάτες της πόλης ή του χωριού, θυμάμαι και φωτισμό περίκλειστου παραδείσου, άλλοτε το ημίφως που παρέχει κάποιο τάχα ξεχασμένο πορτατίφ. Κάποτε το φως είναι διάχυτο γιατί εκπορεύεται από τους δρόμους της πόλης και τρυπώνει μέσα από ανοιχτές μπαλκονόπορτες, κάποτε γιατί το κόβουν και το φιλτράρουν βαρειές κουρτίνες.

Τα ερώτικα σώματά μας είναι αφή και φως. Η αφή αποχωρεί μαζί με τα σώματα, τη στερούμαστε όταν το ερωτικό σώμα απουσιάζει, η ανάμνησή της ξεθυμαίνει γρήγορα. Το φως που τα φωτίζει όμως μας εντυπώνεται, είναι η συντροφιά μας και η προσμονή μας.

Στην τιμή και στη συνείδησή μου

Είμαι πολιτικά ανερμάτιστος. Δεν έχω διαβάσει τα βασικά και δεν έχω βγει στους δρόμους ούτε όσο θα έπρεπε ούτε όσο θα ηθελα. Οπότε μπορείτε να διαβάσετε ό,τι ακολουθεί με συγκατάβαση και μεγαλοψυχία — όπως λ.χ. ότι μόνο Συνασπισμό και ΣΥΡΙΖΑ έχω ψηφίσει στη ζωή μου, εκτός από το κοψοχέρικο 2004, που το έριξα ΠΑΣΟΚ για να μην έρθει ο «βλάκας». Ή να υπομειδιάσετε με το οτι από περίπου το 1998 έχω ενστερνιστεί ένα αναρχικό ιδεώδες: κριτική κάθε θεσμού, αποδόμηση ιεραρχικών δομών, κοινωνική αυτοοργάνωση, σοσιαλισμό κι ελευθερία μαζί.
Είμαι όμως άνθρωπος στριφνός, κερδίζομαι πολύ δύσκολα. Δακρύζω δύσκολα αλλά δακρύζω πολύ, ενώ παραμένω αλεπού (η μάνα μου με λέει έτσι, κάτι θα ξέρει). Υπερβολικά τρυφερός, ενθουσιώδης, κυκλοθυμικός. Νωθρός σαν γάτος αλλά σκυλί ανήμερο αν χρειαστεί.
Ανέλαβε λοιπόν η κυβέρνηση. Πάρα πολλοί δείχνουν να ξέχασαν ήδη ποιοι μας κυβερνούσαν μέχρι λίγες ώρες πριν. Γιατί αν θυμόντουσαν, θα έβλεπαν πελώριες διαφορές, σε πάρα πολλά. Δε θα απαριθμήσω τις εξαγγελίες και τις αποφάσεις που ακούμε εδώ και τρεις μέρες — είναι πολυάριθμες, συγκλονιστικές και επί της ουσίας.
Βεβαίως, ακούμε ότι οι κινήσεις αυτές είναι συμβολικές. Διαβάζουμε και πάλι για τη γνωστή «στάχτη στα μάτια», ότι λ.χ. η επίσκεψη στην Καισαριανή ήταν επικοινωνιακό αντίβαρο στη συμμετοχή των Καμμένων ως κυβερνητικών εταίρων. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί μάλλον κνίτικο αντανακλαστικό: οι κνίτες, που ξεκινούν κάθε πολιτική συζήτηση με απαξίωση και μηδενιστικό οίστρο, μου θυμίζουν ζηλωτές χριστιανούς που στα πάντα βλέπουν τη ματαιότητα «του κόσμου», το φάσμα της αμαρτίας και του θανάτου. Ιδίως αν πρόκειται για κάτι όμορφο κι ανθρώπινο. Από την άλλη, ένας σοβαρός άνθρωπος του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου έγραφε σήμερα για την κατάθλιψη της συμβολικής χαράς σε σχέση με το ξήλωμα της μάντρας μπροστά από τη Βουλή. Και οι καθαρίστριες που δικαιώνονται (κάνοντας εμένα, τον αφελή, να κλάψω); Και το πάγωμα του γενικευμένου ξεπουλήματος; Και η επαναφορά του κατώτατου μισθού; Η αποκατάσταση της Κυριακής αργίας; Συμβολικά όλα;

Για άλλη μια φορά, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου αδυνατεί να χαρεί· όπως έγραφα πριν οχτώ χρόνια: «έβλεπε σινεμά στις μάντρες του ’60 και στηλίτευε την απουσία κοινωνικής κριτικής και επαναστατικών μηνυμάτων, ερωτευόταν τη δεκαετία του ’70 (αφάνα τα εφηβαία, φούντα οι μασχάλες) και τη χάλαγε η μπουρζουάδικη ροπή των περισσότερων σεξουαλικών πρακτικών, εξεγειρόταν το Πολυτεχνείο και τη φαγούριζε η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, έπεσε η Χούντα και θρηνολογούσε την παλινόρθωση του αστικού κράτους, πήγαινε στις ντίσκο και τις έβρισκε απολιτικές». Έτσι: γι’ αυτούς η χαρά πρέπει να δικαιωθεί εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Όμως η χαρά είναι σαν την επανάσταση, που λέει κάπου ο Μπένιαμιν: γίνεται με αφορμή το παρελθόν, και τον πόνο του, και όχι γιατί υπόσχεται ένα μέλλον και την τρυφή του.

Και έτσι, τώρα που έχουμε μια κυβέρνηση που δείχνει αποφασισμένη, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου μυκτηρίζει τη σύνθεσή της, παρότι θα μπορούσε να είναι τρισχειρότερη αν συμπεριλάμβανε το μουλωχτό πολιτικό Τίποτα των εργολάβων, ενώ θα μπορούσε να είναι δυνατότερη ίσως αν την υποστήριζε το ψυχοπλακωτικό κι αυτιστικό σανατόριο που λέγεται ΚΚΕ. Και δεν μπορεί να χαρεί αυτό το μέρος γιατί η κυβέρνηση αυτή δεν είναι γνησίως αριστερή. Γιατί δεν θα πουλήσει το σκοινί στον καπιταλισμό για να πάει να κρεμαστεί οικειοθελώς κι αυτοβούλως.
Κι ας έχει εξαγγείλει μέσα σε 2-3 μέρες η κυβέρνηση αυτή όσα προσδοκούμε εδώ και τέσσερα χρόνια. Κι ας δείχνει ότι θα πράξει όσα καμμιά κυβέρνηση από το 1974 και μετά προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της προστασίας των αδυνάτων, της ελευθερίας και της ισότητας. Κι όλα αυτά απέναντι στις εγχώριες λυσσασμένες πολιτικές μαϊμούδες, στις άρπυιες των μεγαλοεργολάβων, στις σαύρες των τραπεζών, στους ύπουλους ποταμίσιους φρύνους, στις ύαινες του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού.

Είναι μαξιμαλιστές όσοι δε θέλουν να χαρούν, όσοι γκρινιάζουν: θέλουν ρήξη κι επανάσταση τώρα. Είναι μέσα στη μίρλα γιατί τα θέλουν όλα. Και καλά κάνουν. Μαξιμαλιστές είναι. Μα δεν ξέρουν ότι μαξιμαλισμός νοείται μόνον στον έρωτα: εκεί εκπληρώνονται οι επιθυμίες στο έπακρο, εκεί σου χαρίζεται κάποτε κι ένας κόσμος πέρα από τις επιθυμίες σου. Αλλά και στον έρωτα μια φορά στις δεν ξέρω πόσες.

Του έρωτα μέγα καλό

Ό,τι νιώθω και ό,τι είμαι μου το έχει διδάξει ο έρωτας.

Ο έρωτας μού έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και μου έμαθε ότι έρχεται σ’ εμένα επειδή είμαι ο εαυτός μου και όχι κάποιος άλλος.

Ο έρωτας μού εξήγησε ότι αξίζω τη χαρά της ζωής, που είναι και ο έρωτας.

Με δίδαξε να μην υπεραναλύω και να παίρνω τη ζωή όπως μου έρχεται, κατά το εμπειρίκειο, όσο μπορώ.

Με εκπαίδευσε στο να μη φοβάμαι, εγώ ο κατά βάση δειλός. Με ξανάπλασε σχεδόν γενναίο.

Με απελευθέρωσε από ό,τι βάρος δεν ήτανε δικό μου και το έστησε απέναντί μου για να το αντικρύσω με ψυχραιμία κι επιείκεια.

Ακόμα και στον πόνο υπήρξε μεγαλόψυχος: δεν τον έφερε μάταια.

Ο έρωτας με πήγε πολύ πιο μακριά και από βιβλία και από ταινίες και από την ίδια τη φαντασία μου, έχτισε κόσμους αδιανόητους πριν, κόσμους που εξερευνώ και περιδιαβαίνω σαν αρχάριος με ψυχή μαγεμένη.

Ο έρωτας εγκέντρισε μέσα μου την ομορφιά και το γέλιο.

Ο έρωτας με ντρεσάρισε να μη φοβάμαι τον χρόνο, παρά να χαίρομαι τη στιγμή σαν παιδί και την ανάμνηση σαν γέροντας.

25th Hour (Εξορκισμοί)

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που κρίνεις πάντοτε εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς τους πάντες και τα πάντα, έτοιμε να σκοτώσεις για τα χρηστά ήθη και για το τι θα πει ο κόσμος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, βικτωριανέ, με την ηθική του αλισβερισιού και της αλλαξοκωλιάς σε όλα, που είσαι με τους θύτες και τους δυνατούς.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που βάζεις πάνω απ’ όλα την οικογένεια· που μεγαλώνεις τα παιδιά σου με γνώμονα τι θα πει για αυτά ο κόσμος και που τρέμεις μη γίνει ο γιος σου θρασίμι ή πούστης και μη γίνει η κόρη σου τσούλα — που δε σε νοιάζει μην καταλήξουν ελεεινοί παλιάνθρωποι και σκατόψυχοι.

Άντε γαμησου, μέσε Έλληνα, που κλαις και τραγουδάς τη δική σου φτώχεια και την προσφυγιά των προγόνων σου, γαμήσου που ζεις δίχως χαμόγελο και περηφάνεια, αλλά μισείς και σιχαίνεσαι τον φτωχό που είναι ξένος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα ορθόδοξε, σκώληκα της ευσέβειας όταν θα δεις τα σκούρα, αντίχριστε στην πράξη που φιλάς εικόνες και ράσα και πιστεύεις σε μάγια και λείψανα και σύμπαντα και θεούς που ασχολούνται μαζί σου ή που σε εγκατέλειψαν — αρκεί να μη φταις εσύ για τίποτα.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που περιφρονείς «τα πολιτικά», που είσαι στωικός και θυμόσοφος, που «τίποτα δε θ’ αλλάξει», που μουτζώνεις τους μαυρογιαλλούρους, που τους ψηφίζεις και μετά τους προσεγγίζεις για εξυπηρέτηση.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, που δεν έχεις χαρά στη ζωή σου και σκιρτάς με τον πόνο των άλλων και με τις ψόφιες κατσίκες τους, που δεν ξέρεις τον δημόσιο χώρο (εκτός όταν τον μπαζώσεις), που περιφρονείς την αλληλεγγύη έξω από την οικογένειά σου, ζωάκι κρυμμένο σε λαγούμι.

Άντε και γαμήσου, μέσε Έλληνα, που δίνεις δίκια σε όποιον γραφιά και όποιον τζουτζέ του κουτιού θα σε πείσει ότι εσύ δε φταις για τίποτα, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, που θα σου εξηγήσει ότι υπάρχει ανωτέρα βία και που θα σου πει ότι δεν είσαι λαός και ότι δε θα μάθεις ποτέ, παις αεί κι αρχίδια μάντολες.

Ναι: άντε γαμήσου. Γαμήσου μπας και χαρείς.

Ο κώλος του Θεού

στην επί δώδεκα συναπτά έτη φίλη Μερόπη Μ.

 Σε πολλά είμαστε κότες, σε ακόμα περισσότερα η εποχή μας είναι αφόρητα ανιαρή και μη-μου-άπτου. Ατολμία. Συναίνεση. Να μην προκαλούμε, για να πάει το μήνυμά μας παραπέρα. Πού; Τεσπά.

Τον κώλο του Θεού τον πρωτοείδα το 2008. Ενοχλείστε που τον λέω έτσι, άλλωστε είναι και η εποχή μας της ευπρέπειας: του «αιδοίου», του «μαμησιού», των χαζών αποσιωπητικών και των πληθωριστικών εισαγωγικών. Ενοχλείστε που λέω «ο κώλος του Θεού», πού να τον βλέπατε κιόλας δηλαδή.

Μπαίνω λοιπόν στην Καπέλλα Σιξτίνα το 2008 και τα χάνω: πολύ ψηλοτάβανη, απελπιστικά μακριά το ταβάνι. Με δυσκολία βλέπεις τι γίνεται εκεί πάνω: τις μπουτς Σίβυλλες, τις βιβλικές ιστορίες και τα τσίτσιδα τεκνάκια του Μιχαηλάγγελου. Και μετά διακρίνω τον ξεγυμνωμένο κώλο του Θεού. Ζωγραφισμένο μεταξύ 1508 και 1512. Ψηλά, πάνω από καρδινάλιους και πάπες, όχι να εκτίθεται σε καμμιά Biennale κρατικοσπονσοραρισμένης πρωτοπορίας και λελογισμένης πρόκλησης.

Και όχι, τότε ο φλωρεντινός αρσενοκοίτης δεν ήταν ακόμη ο γίγαντας της δυτικής τέχνης, για να κάνει ό,τι γουστάρει και να του τα σκάνε: δεν ήτανε παρά ένας φλωρεντινός αρσενοκοίτης γλύπτης. Που ανέλαβε να διακοσμήσει ζωγραφικά (ο άσχετος) το παρεκκλήσι των παπών, κι όχι να στορίσει κανα χειρόγραφο με λατινικές ερωτογραφίες κανενός καυλιάρη δούκα. Και βέβαια, διακόσμηση, εντάξει: δεν το λες αυτό το παμπόνηρο πανόραμα ούτε διακόσμηση, ούτε ραφαηλίτικη χαρά. Μόνο με το ροκοκό και τους μαλακοπίτουρες τους βικτωριανούς θα ξανασηκώσει κεφάλι το διακοσμητικό στοιχείο και η τέχνη ως διακόσμηση, ώσπου να μας πατήσει κάτω τελικά και να μας πνίξει στη γλυκόζη, στη μελάσα και στον μούστο.

Προσπαθώ να σκεφτώ παράλληλα τολμήματα πιο κοντά στην εποχή μας. Κάπως πρόχειρα, μού έρχεται ο Ντιέγο Ριβέρα με τον Λένιν μέσα στο κτίριο Ροκεφέλερ, και πάλι σιγά: ο Ροκεφέλερ μπορεί να σου ακυρώσει το συμβολαίο γιατί τον ζοχάδιασες, όχι να σε στείλει στην αιώνια Κόλαση γιατί έργω βλαστήμησες — κι ο Μπουοναρόττι την πίστευε την αιώνια Κόλαση, όσο να ‘ναι.

Σε ατέλειωτες συζητήσεις για τα εικαστικά που πάω και μπλέκω, ανακύπτει κάποια στιγμή η έλλειψη τεχνικής στη σύγχρονη τέχνη. Πρόβλημα, λέει. Άλλοτε ακούω το παραπόνο ότι οι σύγχρονοι θέλουν να σοκάρουν και τίποτε άλλο. Όμως όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο μού φαίνεται ότι ακόμα και η πρόκληση στην τέχνη (λ.χ. ο Τελευταίος Πειρασμός του Σκορσέζε, η υποψία ότι η Τρέισι Έμιν έχυσε στο σεντόνι που εκθέτει) εντάσσεται στα πλαίσια του «παίζω τις κουμπάρες»: η ‘πρόκληση’ της σύγχρονης τέχνης πολλές φορές είναι ομόλογη μιας πολιτικής που λ.χ. δε θα ζήταγε την κατάργηση της δουλείας, παρά καλύτερες συνθήκες για τους δούλους στις φυτείες και το δικαίωμα να παντρεύονται μεταξύ τους.

Αν δεν μπορεί η τέχνη μας να είναι παμπόνηρη, σαν του Μιχαηλάγγελου, θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι οργισμένη; Ή μας έχει βαλσαμώσει η ευπρέπεια κι η ψυχραιμία;

Οι πόλεις που έχω πάει. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε 2-3 αράδες

Μόνο πόλεις που έχω μείνει ή όπου έχω περάσει πάνω από δίωρο. Καθαρά υποκειμενική παρλάτα.

Αθήνα: η πατρίδα μου, το κέντρο του κόσμου. Το σκηνικό χαράς. Βρώμικη και παρατημένη αλλά ζωντανή και πολυπρόσωπη, σε τυραννάει, σου ξεφεύγει και σε ξαναγητεύει απρόσμενα, κι αναίτια ίσως.

Βόλος: η πιο όμορφη επαρχιακή πόλη. Πόλη λέμε, όχι γραφική κωμόπολη που παραφούσκωσε. Ελευθέρια, με τσιπουράδικα, παλιά εργατούπολη (άρα και με αστούς), με ζωή και τσαμπουκά.

Λάρισα: κόσμος αγενέστερος από Αθήνα, το χειρότερο κλίμα στην Ελλάδα. Μόνον αν θες να περάσεις καλά, ή αν είσαι αναρχικός στα σκαλάκια του Δικαστικού Μεγάρου.

Θεσσαλονίκη: εμένα μ’ αρέσει. Υπερβολικά βυζαντινόφρων πια για τα γούστα μου, αλλά έχει ωραίες γυναίκες. Και πολλά μπερεκέτια κρυμμένα, σαν την Αθήνα, άρα οι καλύτεροι περίπατοι στην Ελλάδα — εκτός Αθήνας (άχαχαχα).

Ηράκλειο: ατίθαση και ζωντανή, αν και κακάσχημη. Ζωή και τσαχπίνικη διάθεση.

Χανιά: Οβρέικα. Παλιό λιμάνι. Φιρκάς. Αυτά.

Πάτρα: μάλλον πρέπει να τη ζήσεις. Επίσης, όπως οι γλασκωβέζοι, όταν σου λεν οι πατρινοί για τις ομορφιές της Πάτρας, εννοούνε μια ζώνη σε ακτίνα 70 χμ.

Κέρκυρα: LFE.

Λευκωσία: οθωμανική πολιτεία που ήπιε το φίλτρο του κύριου Χάιντ, όπως το Ηράκλειο. Το Ηράκλειο έπαθε παροξυσμό, η Λευκωσία ελεφαντίαση. Θεαματικά άσχημη, επίσης.

Λεμεσός: σαν Τελ Αβίβ μείον τον κόσμο του και τη διάθεση για πάρτυ. Είχε πολλά κωλάδικα μέχρι πρόσφατα, βεβαίως, και περνιόταν για γλεντζεδούπολη. Από τότε που απέκτησε πανεπιστήμιο, άρχισε να εξανθρωπίζεται.

Λάρνακα: ένας λεκές. Πανάρχαιος μεν, λεκές δε.

Παρίσι: μια απέραντη βιτρίνα, μέσα-έξω. Πατάς το πόδι σου εκεί και ξυπνάς. Απ’ όλα έχει.

Ρεν: μία κουκλίστικη επαρχιακή πόλη. Κουκλίστικη και για καλό, κουκλίστικη και για κακό. Με εγγλέζικο κλίμα, εισαγωγής.

Νάντη: απόλαυση. Χωρίς να μπορώ να πω γιατί. Όλη η γεύση, μηδέν λιπαρά. Και ας τα φτιάχνουν όλα με βούτυρο.

Όσλο: Παλάτι, Στόρτινγκετ, Όπερα. Υπέροχο κρύο, στεγνό — αν δε ζυγώσεις τη θάλασσα. Τσιμέντο και τούβλο. Τρώτε νωρίς και ψάρι, πίνετε με ρέγουλα γιατί κοστίζει.

Τροντχάιμ: σκανδιναβική Ντίσνεϋλαντ, ξύλινο, γλυκούλι, πράσινο, με τα φιορδ του. Όλη η φτώχεια, όλα τα ΙΚΕΑ κτλ., κρυμμένα πίσω από τον λόφο.

Νόβι Σαντ: Σερβική Μεσευρώπη. Γυναίκες με μυθικά καπούλια. Ρακή που σκοτώνει, φαΐ που περιορίζεται σε κρέας και τυρί και λάχανο, νερό ποτέ από την βρύση (παθός). Όμορφη πόλη.

Άμστερνταμ: μακριά από το Damrak, μια επίσκεψη στα κόκκινα φανάρια και μετά η υπόλοιπη πόλη. Από τις πιο όμορφες και συναρπαστικές της Ευρώπης. Μεγάλος έρωτας.

Ρότερνταμ: ζωντανό, πολυεθνικό, με εκείνη τη σούπερ πινακοθήκη. Ως εκεί, μια χαρά.

Ουτρέχτη: υπερκουκλίστικο και κάπως πεθαμένο κέντρο, υπερκατάθλα περίχωρα.

Ντόρντρεχτ: έχει κάτι αυτή η πόλη. Θυμάμαι τριανταφυλλιές και λιακάδα. Και τις τρεις φορές. Μάλλον τυχερός θα ήμουν.

Λέιντεν: πανεπιστήμιο. Κανάλια. Και πού να φας;

Αϊντχόβεν: Φίλιπς.

Ντελφτ: η παλιά πόλη μουσείο, η καινούργια…

Μπρυζ: μεσαιωνική Ντίσνεϋλαντ και τουρισμός, κι από κάτω από την επιφάνεια τρελή φλαμανδιά.

Βρυξέλλες: καταπληκτικά μπαρ, μια ακατανόητη ταλάντευση μεταξύ κοσμοπολιτισμού, επαρχιωτίλας και περασμένων αποικιακών μεγαλείων. Σοκολάτα. Φαΐ. Κόμιξ.

Γάνδη: πιο ζωντανή από την Μπρυζ. Με γνήσια όμορφες γωνιές και κόσμο χαλαρό.

Βερολίνο: το Λονδίνο των πραγματικά ανήσυχων, η μητρόπολη της εναλλακτίλας αλλά και του αλλιώς. Διαρκής μαγεία και ασίγαστο μπαζ, που κάποτε εκφυλίζεται σε άγχος. Πριν αλωθεί από το τζεντριφικέισο, πόλη να πας να τη ζεις. Μόνον παραλιακή δεν έχει.

Μάρμπουργκ: του κουτιού. Πανεπιστήμιο και τέλος.

Κολωνία: το σύμβολο του σεξ. Νυχτερινή ζωή. Ημερήσια ζωή. Ζωή. Βιβλία. Τέχνες. Μουσική. Μπαρ. Πουτάνες. Όλα. Και ο Ρήνος. Και χαλαρότητα. Και αριστερή πόλη.

Στουτγάρδη: μπλιαχ: στερεοτυπική Γερμανία. Πλήξη απολιθωμένη σε πόλη.

Μόναχο: φράγκα, ευταξία, καθαριότης. Πληκτική και κομιλφώ σχεδόν σε επίπεδα Στουτγάρδης. Τους φτωχούς θα τους κρύβουν κάπου, ποιος ξέρει πού.

Πράγα: Α! Πράγα! Πώς να μην την αγαπήσεις; Σούντεκ, Κάφκα, βασιλείς κι επαναστάτες. Τσέχικες μπύρες. Μουσική παντού.

Κωνσταντινούπολη: η αυθεντική κοσμόπολη. Αδιανόητη. Ασύλληπτη. Πάλλεται από νεότητα και παθαίνει κυκλοφοριακά εμφράγματα. Θησαυρός της ανθρωπότητας. Κόβει την ανάσα με κάθε αφορμή. Μόνο με τη Νέα Υόρκη συγκρίνεται.

Ανκόνα: όμορφη, όχι απλώς λιμάνι. Έχει μια πλατεία σαν θεατρική σκηνή.

Ρώμη: υπέργηρη βιτρίνα. Βατικανό. Ποτάμια οι τουρίστες. Συγκοινωνίες του Τσάκωνα. Μεγαλείο παντού. Παντού. Στο τέλος σιχαίνεσαι το μεγαλείο.

Σιένα: πεθαμένα πράγματα.

Φλωρεντία: στανταλίσμο, και λίγο σου πέφτει. Αρχιτεκτονική. Φαΐ. Τέχνη. Όλα. Τουρίστες παντού.

Ουρμπίνο: Μάρμπουργκ ιταλικό.

Βενετία: μία είναι. Τέλος. Αλλά για τέσσερις μερούλες μάξιμουμ.

Πάδουα: δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως. Παλιό και νέο μαζί. Μερέντα με όλα. Ομίχλη και μνημεία. Και Τζιόττο. Και νεολαία. Και μπαρ. Και σπριτς. Χαμός.

Βαρκελώνη: η μεσογειακή πόλη που όλοι θα θέλαμε. Θέλω να την παντρευτώ: πολυκατοικίες, ζωή, θαλασσινά, ελευθεριότητα, μεγάλοι δρόμοι…

Λισαβόνα: λυρική και εσωστρεφής. Όμορφη. Η πόλη, όμως, και μόνο.

Δουβλίνο: μας έδωσε τον Οδυσσέα, ήτανε πολύ τυχερό το καημένο.

Λονδίνο: υπέροχο, πανάκριβο, παράλογο, πολυπρόσωπο. Τα έχει όλα. Είναι χαοτικό αλλά δεν το διαλαλεί.

Κόλτσεστερ: η παλιότερη πόλη της Βρετανίας: Έλληνες φοιτητές, φαντάροι και γιάπηδες. Και δεκαεφτάχρονα με τα κουτσούβελά τους.

Καίμπριτζ: πανεπιστήμιο.

Ρέντινγκ: γιατί;

Σαουθάμτον: δε θυμάμαι τίποτα.

Πρέστον: σα θεματικό πάρκο με τίτλο «το βδέλλυγμα της ερημώσεως που έφερε η Θάτσερ και ο Μπλαιρ».

Μάντσεστερ: Θεός φυλάξοι.

Μπέλφαστ: κατάθλα, παντού κατάθλα, με κάθε τρόπο.

Νόριτς: συμπαθέστατο. Αλλά γιατί να πάει κανείς μέχρι εκεί;

Ίπσουιτς: η τυπική εγγλέζικη πόλη. Για καλό το λέω.

Νιουκάσλ: η πρωτεύουσα του βρετανικού Τρίτου Κόσμου: φτώχεια που φαίνεται, μαθαίνεις τι εστί εργατική τάξη στη Βόρεια Αγγλία. Και μετά δε θες να ξαναπάς. Ποτέ. Πιάνεται η ψυχή σου.

Εδιμβούργο: μαγική πόλη. Μαγικός κόσμος. Μαγικά μπαρ. Ακόμα και ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι αξιοθέατο, εκεί που είναι. Ζωντάνια.

Γλασκώβη: όταν δε φοβάσαι, λυπάσαι. Δε βοηθάει και η νεκρόπολη πάνω στον λόφο που δεσπόζει, ή η πέτρα μαυσωλείου η γκρίζα με την οποία χτίσανε την πόλη.

Νέα Υόρκη: το κέντρο του κόσμου.

Σικάγο: ουρανοξύστες, η λίμνη, το Chicago Art Institute. Λάιβ μουσική. Και ουρανοξύστες, πολλοί.

Βοστώνη: χωρίς καρποσταλικές θέες και γωνιές για φωτό τουριστικές. Σαν Λονδίνο συμμαζεμένο, σαν να μη μένουν άνθρωποι. Εκτός από τη Νότια Βοστώνη, που είναι ο ασυμμάζευτος και σχεδόν γκέτο. Θα υπήρχε η πόλη χωρίς τα πανεπιστήμια;

Φιλαδέλφεια: συμπαθέστατη, με καλό φαΐ.

Ιερουσαλήμ: η δυτική είναι σαν εγγλέζικη πόλη στη Μέση Ανατολή. Η παλιά, μια κανονική πόλη της Μέσης Ανατολής. Παντού παπάδες, μοναχοί, μοναχές, ραββίνοι, χασιδιστές, ιμάμηδες, μουλάδες — παντού. Και τάφοι. Σε πνίγει η θρησκεία αμέσως.

Ελοΐζα

Χτες έφαγα ολόκληρη τη μέρα μου τακτοποιώντας λογαριασμούς και χαρτιά. Είχα χαρτιά χύμα από το 2012, για δύο χρόνια τα πέταγα απλώς μες στο συρτάρι όπως έρχονταν. Γύρω στις δέκα το βράδυ, που τελείωσα, ήταν όλα μαζεμένα πια: ένα ντοσιέ ταυτότητες και πιστοποιητικά, ένα ντοσιέ απολυτήρια και πτυχία, ένα τα φορολογικά και τα ασφαλιστικά, ένα τα ιατρικά, ένα οι λογαριασμοί.

Βρήκα μέσα στα χαρτιά της Αγγλίας (φορολογικά, λογαριασμός τηλεφώνου για να αποδεικνύω διεύθυνση κατοικίας, αποχαιρετιστήριες κάρτες) ένα άλμπουμ. Δε θυμόμουν καλά καλά την ύπαρξή του. Περιέχει φωτογραφίες τραβηγμενες 1992 με 1997. Τις κοίταζα με απορία: δεκαετίες μετά, σχεδόν τα ίδια πράγματα τραβάω, περίπου με τον ίδιο τρόπο: μια συγκριτική ματιά στο άλμπουμ μου ονλάιν με έπεισε. Μόλις πρόσφατα, μετά το 2008, άρχισε να εμπλουτίζεται η θεματολογία μου. Επίσης με προβλημάτισε που κιτρινίζουν σιγά σιγά οι χαρτονένιες σελίδες του άλμπουμ και που μου αρέσουν ακόμη εκείνες οι προς το παρόν άθικτες φωτογραφίες — κάποιες από τις ασπρόμαυρες τις είχα τυπώσει ο ίδιος στον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο του Tόλη, άλλες στην εστία που έμενα στο Λονδίνο.

Βρήκα επίσης κάτι φωτογραφίες από το Παρίσι το ’98, είχαμε πάει ένα πούλμαν φοιτητές με πακέτο ταξιδιωτικού πρακτορείου: οδικώς από την Αγγλία και διαμονή σε γαμιστρώνα στην Πιγκάλ. Είχα πάει στο Περ Λασαίζ όχι για τον Μόρρισον αλλά γιατί «έπρεπε»: όλη η Γαλλία, λέει, ήτανε θαμμένη εκεί. Βεβαίως χάθηκα αλλά όχι προτού δω έναν να τρώει σάντουιτς καθισμένος στον τάφο του Αβελάρδου, που τον έχουνε δίπλα στην Ελοΐζα. Αναστατώθηκα και συγκινήθηκα, «κοίτα ρε συ», της έλεγα της αλληνής, «δίπλα δίπλα τους έχουν οχτακόσια χρόνια μετά». Ήξερα και το άσμα των Damned και φανταζόμουν έκνομα και καταδικασμένα πάθη μεταξύ μοναχού και μοναχής κατά τον κακό Μεσαίωνα. Αφού χάθηκα κανονικά μέσα στο νεκροταφείο και κατέληξα να βρω μόνον τον οιονεί συλημένο τάφο του Τζιμ του Μόρρισον, φεύγοντας τελικά είδα ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο πάνω στον τάφο της Ελοΐζας. Ε, μεταρσιώθηκα. Ήθελα να τους φωτογραφίσω κιόλας αλλά ντράπηκα να βεβηλώσω τη στιγμή, αυτή τη μεταφορά για τον αιώνιο έρωτα.

Πέρσι διάβασα την αλληλογραφία τους. Η εισαγωγή ήτανε σοκαριστική: ο Αβελάρδος, ένας Ζίζεκ του σχολαστικισμού, διανοητής όλο λιλιά και χάντρες, αλλά και αποφασισμένος να γίνει φωστήρας και σχολάρχης λιμπίστηκε την Ελοΐζα. Τη γλέντησε, επίτηδες το λέω έτσι, της έκανε κι έναν γιο, τον Αστρολάβο, και την παντρεύτηκε, αλλά κρυφά για να μη χαλάσει την καριέρα του. Το σόι της Ελοΐζας άρχισε να διαδίδει τα του γάμου, ο Αβελάρδος την έκλεισε σε μοναστήρι, το σόι της τον ευνούχισε. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένο και απελπισμένο λαβ στόρυ δυο αστροκαμμένων εραστών, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας κιετς, δηλαδή. Απομυθοποίηση. Αλλά θέλω πολύ να το δω αυτό, που έτσι κι αλλιώς βασισμένο στα γράμματα της Ελοΐζας μοιάζει.

Διαβάζοντας την αλληλογραφία Αβελάρδου κι Ελοΐζας, τις επιστολές μετά τον ευνουχισμό του Αβελάρδου, σοκαρίστηκα. Όχι από το πόσο μαλάκας, αν και κυριολεκτικώς άμπαλος, ήταν ο θεολόγος: οι άνδρες ανέκαθεν υπήρξαμε μαλάκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ζωάδια περιδεή και χαϊδεμένα, πεπεισμένα ότι ο κόσμος μάς ανήκει: όσο πιο μαλάκια, τόσο πιο πεπεισμένα και χταποδοπερήφανα (έχετε δει swag που έχουν τα χταπόδια;).

Απεναντίας, με άγγιξε και με καταεντυπωσίασε η ρώμη του χαρακτήρα και το σθένος της προσωπικότητας της Ελοΐζας. Γυναίκα τρυφερή και απαλή, αλλά ακομπλεξάριστη και με παρρησία, χωρίς μεταμέλειες και παπαριές. Της γράφει ο Αβελάρδος για τον Κύριο που τους έχει κάνει αδέρφια εις τους αιώνας, του τα χώνει δεόντως. Όταν τον ρωτάει περίπου αν την αγάπησε ποτέ, ο χαντούμης λέει ότι τη θεωρεί φίλη, amica. Κι εκείνη του απαντάει I don’t wanna be friends έτσι: Carius mihi et dignius videretur tua dici meretrix quam illius (= Augusti) imperatrix: Προσφιλέστερο και πιο αξιοπρεπές θα μου φαινόταν να με λένε πόρνη δική σου, παρά αυτοκράτειρα με τον Αύγουστο. Κι ο (τέως) παπάρας συνεχίζει τον χαβά του.

Και τόλμησαν να τη θάψουνε δίπλα του. Γυναίκα ακομπλεξάριστη και ευφυέστατη, που γράφει απροσδόκητα ελευθέρια κι ελευθεριακά και οξύτατα κριτικά, ενώ ο άλλος της αραδιάζει τσιτάτα, παραθέματα και επικλήσεις σε αυθεντίες. Γυναίκα βαθιά πρακτική και ισορροπημένη αλλά και γενναία, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει στον ευνούχο ότι δεν υπάρχει λόγος το μοναστήρι να τους εμποδίσει να είναι εραστές.

Αχ ρε Ελοΐζα!

Ξεκωλιάρες

Μέσα στον ειδυλλιακό κόσμο της πατριαρχίας, όπου κάθε μορφή βίας, αυθεντίας και καταπίεσης εις βάρος των γυναικών έχει ψευδοβιολογική εξήγηση, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι βεβαίως σκάνδαλο. Όταν δεν αποτελεί διαταραχή προσωπικότητας ή σύμπτωμα αδυναμίας να αφοσιωθείς, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι «ευνουχιστική» για τους άντρες κτλ. κτλ. Λες και αφοσίωση και καύλα ταυτίζονται, λες και το τέλος του έρωτα συνεπάγεται σώνει και καλά απαξίωση του άλλου, λες, λες, λες… Χιλιοειπωμένα πράγματα που κανένας δεν ακούει πια, μέσα στη νέα χρηστοήθεια του καιρού, όπου οι γυναικες οι σωστές πρέπει να είναι δυνάμει μάνες, κατά βάθος πριβέ μας πουτάνες, αλλά πρωτίστως μάνες — και τίποτε άλλο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η γυναικεία ερωτική ελευθερία συνοδεύεται σχεδόν απαραίτητως είτε από σκληρότητα (για την οποία ρε σεις μέχρι κι ο Μπουκόφσκι κλαψούρισε) είτε από αφέλεια, μόνο που η αφέλεια αυτή είναι βεβαίως πολλές φορές προσποιητή. Η σκληρότητα σε προστατεύει από τον κάθε πληγωμένο αντρικό εγωισμούλη, που το έχει πολύ εύκολο να σου πετάξει το «πουτάνα» στα μούτρα αν δεν έχει προλάβει να δαπανήσει το πάθος του πάνω σου και μέσα σου. Αντίστοιχα, η προσποιητή αφέλεια χορηγεί το ακατολόγιστο, δικαιολογεί την «πουτανιά» σου: άμα πήξει το μυαλό σου και στρώσεις, θα φρονιμέψεις και θα γνωστέψεις. Και θα γίνεις μάνα. Μετά ίσως γίνεις μιλφάρα, που θα ορμάς στην ψύχρα και θα τα κάνεις όλα, αλλά τότε θα δικαιολογείσαι από κάτι κιλάκια, χαλαρώσεις και ραγάδες, κάτι ψωμάκια, πανάδες και ρυτίδες.

Κανείς δεν είναι κανενός

 σ’ εσένα που δεν με διαβάζεις

Υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στην ιδέα της κτήσης ανθρώπων. Είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι το «η γυναίκα μου» δεν συνεπάγεται ιδιοκτησία, αλλά σχέση με τη γυναίκα ― όπως άλλωστε και «το παιδί μου» δεν προϋποθέτει κτήση αλλά μοναδική σχέση και ευθύνη απέναντί του. Αλλά δεν μας ανήκουν οι άνθρωποί μας.

Ναι, ξέρω ότι ο έρωτας κατακεραυνώνεται ή υμνείται ως κτήση ή ως αδυναμία κτήσης· ότι γίνονται κουβέντες για γυναίκες που δίνονται αλλά δεν παραδίνονται ή, χειρότερα, που παραδίνονται και (γι’ αυτό) δεν δίνονται· ότι κουβεντιάζονται ατέλειωτα οι άντρες, που είναι ζωάκια του σεξ αδάμαστα και περιπατητικά, που δεν εξημερώνονται παρά αλυσοδένονται με τιβί κι ιμάμ μπαϊλντί, με χόμπι, καφενέ και μερεμέτια.

Οι άνθρωποι όμως δεν είναι πράγματα. Οι γυναίκες δεν είναι πόλεις που λιγουρεύεται ο κάθε πολιορκητής, ούτε οι άντρες ατίθασες ή κατοικίδιες μαϊμούδες (όχι όλοι). Τα παιδιά δεν είναι έπιπλα. Η κτήση ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι βαθύς παραλογισμός, είναι προϊόν της εξιδανίκευσης της ζηλοτυπίας και της ιδεολογικοποίησης του πάθους. Στην περίπτωση των παιδιών, η φαντασίωση κτήσης τους προέρχεται από την ανάγκη να τα προστατέψει ο γονιός ή και να ξεπατικωθεί πάνω τους ο δικός του φαινότυπος.

Αλλά η ιδιοκτησία ανθρώπων είναι παραλογισμός. Αν περιοριστούμε στον έρωτα, ναι, η ερωτική πράξη συνοδεύεται από την πλήρη ιδιοκτησία του άλλου και από την απόλυτη κυριαρχία πάνω στον άλλο ― στις καλές τις φάσεις, τουλάχιστον. Όμως, ό,τι και αν φαντασιώνεται ο ζηλότυπος εραστής, ο άλλος συνεχίζει να υπάρχει και μετά το όποιο πέρας της ερωτικής πράξης, ως ελεύθερος άνθρωπος όλος πολυπλοκότητα. Ναι, ποθώντας κι αναπολώντας και κάνοντας όνειρα, αλλά ελεύθερος. Ο έλεγχος των πιο κρυφών κυττάρων και η διερώτηση πού είναι ο νους του άλλου όταν κοιμάται (ή τρώει ή διαβάζει ή εργάζεται ή ονειροπολεί ή αφοδεύει…) είναι φαντασιώσεις. Και μόνο.

Ο άλλος (το παιδί, ο εραστής ή ερωμένη, ο φίλος ή η φίλη) είναι δικός μας επειδή έχουμε σχέση κάποιας μορφής και ενός άλφα σθένους μαζί του, όχι επειδή είμαστε ιδιοκτήτες του. Η δε αποκλειστικότητα είναι η αναγωγή αυτής της φαντασίωσης σε κάποιου είδους μονοθεϊστικό ντελίριο.

Προσωπικά φρονώ ότι και η ιδιοκτησία του άλλου και η αξίωση της αποκλειστικότητας είναι βαθιά ανήθικες στάσεις (δεν θέλω να χρησιμοποιήσω διασταλτικά την κατηγορία του πολιτικού εδώ). Ναι, όταν είμαστε μαζί με κάποιον καλό είναι να είμαστε μαζί με κάποιον: να είμαστε εκεί όταν είμαστε μαζί. Ναι, ωριμάζουμε δίνοντας από τον εαυτό μας, και μάλιστα δίνοντας μαθαίνουμε πώς να φτιάχνουμε πολλές και διαφορετικές σχέσεις, προσφέροντας στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Ναι, η ανθρώπινη εμπειρία έχει χώρο για αποκλειστικότητες, και για τον κάπως απέλπιδα και Μωσαϊκό λυρισμό τους, αλλά είναι ανήθικο να τις επιδιώκει ως τάχα ιδανικές.

Η ανηθικότητα της ιδιοκτησίας του φίλου, παιδιού, συντρόφου προκύπτει από την αντιμετώπιση του άλλου ως κάποιου κατά πολύ απλούστερου από εμάς, που μπορεί κι οφείλει να καλύπτεται (συναισθηματικά, σεξουαλικά ή ― σπανιότερα ― διανοητικά) από εμάς και μόνον από εμάς: εδώ λοιπόν υπάρχει ένας βαθύς και συνήθως ανομολόγητος πατερναλισμός. Επιπλέον, η αξίωση της αποκλειστικότητας αντιμετωπίζει τον άλλο, τον άλλο άνθρωπο, ως απλοειδές αντικείμενο: γιατί να μοιράζομαι την εσπρεσσιέρα μου, όταν μπορεί ο άλλος να πάει να πάρει μια δική του; Δεν θα μοιραστώ τη γυναίκα μου όπως δεν θα μοιραστώ την εσπρεσσιέρα μου. Γιατί όμως; Μήπως επειδή «την αγαπώ»;

Υπάρχει ηθική αξία στην άσκηση να πάμε από την ιδιοκτησία, και τα όποια δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν, στη σχέση. Υπάρχει ηθική αξία να απορρίψει κανείς την αποκλειστικότητα και να εναγκαλιστεί την πολλαπλότητα των αναγκών και την ίδια την πολυπλοκότητα του άλλου. Υποπτεύομαι ότι μόνον έτσι μπορεί κανείς να έχει διαρκείς, ουσιαστικές και βαθειές σχέσεις (ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές) με όλη τη μαγεία και την ταραχή που συνεπάγονται, με τη δυσκολία και την έκπληξη, με όλον τον πόνο και τη δόξα, με όλη τη βουβή ποίηση που κάποτε παράγουν καίγοντας την καθημερινότητα για καύσιμο.