
Όταν κανείς έχει γράψει από το 2005 1619 κείμενα (με αυτό 1620) είναι αδύνατο να μην έχει τη διαρκή κι ενοχλητική σαν εμβοή αίσθηση κάθε φορά που ξαναγράφει ότι επαναλαμβάνεται ξανά (και ξανά).
Όσο και αν καταφεύγει κανείς στην επικαιρότητα ή σε κάθε λογής νεωτερισμούς, ο άνθρωπος είναι ένας, εάν δηλαδή δεν αλλάζει θρησκεία κάθε 7-8 χρόνια όπως κάτι Αμερικάνοι φίλοι μου. Συνεπώς παραμένει λίγο-πολύ ο ίδιος άνθρωπος, ίσως λίγο πλουσιότερος βιωματικά, ίσως λίγο πιο κουρασμένος αλλά πάντως ο ίδιος άνθρωπος.
Με άλλα λόγια τι καινούργιο να πει κανείς μετά από 1619 κείμενα (με αυτό 1620), εκτός βεβαίως και αν παραδοθεί υποτακτικά και ταπεινά στη νοσταλγία ― Θεός νὰ μὴν τὸ κάμῃ νὰ γειν’ ἀληθινό!
Ποιος τελικά θέλει να διαβάσει ακόμα μια θρηνωδία για την εντελώς μακροπρόθεσμη πια καταστροφή της Ελλάδας, μια διαδικασία που ξεκίνησε το 2010 και όχι το 1974 όπως θα ήθελαν κάτι καθωσπρέπει γνωμοδότες και αφυψηλάτορες κεντρώοι άρα ψύχραιμοι φίλοι.
Κανείς δεν θέλει να διαβάσει ακόμα μια ανάλυση για το πόσο θεαματικά έχει χάσει την μπάλα οτιδήποτε δεν ανήκει στη ληστρική Δεξιά της χώρα μας; Προσέξτε δεν λέω καν «Αριστερά» διότι ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι πριν μερικά χρόνια ο όρος ισοδυναμεί με κακόγουστο κρύο αστείο, αυτά με τα οποία αναδεικνυόταν η προσωπικότητα βαρετών πλην ημιμαθών μπαρμπάδων όταν ήμουνα παιδί, βαρετών ημιμαθών μπαρμπάδων σαν και αυτούς που μετατρέπονται οι συνομήλικοι μου πια, αλλά powered by AI πλέον.
Αξίζει όμως να θυμηθεί κάνεις κάτι βαθιά απαισιόδοξο και δυστυχώς εντελώς πραγματικό (καμία νοσταλγία εδώ, μη θορυβείσθε).
Όταν ήμουν έφηβος, το 1988 είχε ξεσηκωθεί το πανελλήνιο για την ταινία Τελευταίος Πειρασμός του Μάρτιν Σκορσέζε. Η ταινία, ξεχασμένη πια, διασκεύαζε το μέτριο μυθιστόρημα του συνεπώς μέτριου Καζαντζάκη σε μια ταινία για τον (κάθε) πειρασμό, για το τι είναι να είσαι άνθρωπος και βέβαια για το τι θα συνέβαινε εάν ο Ιησούς Χριστός ήταν απλός άνθρωπος και όχι όλα όσα ορίζει η εκκλησία μας από την σύνοδο της Νίκαιας και μετά.
Η θύελλα που έχει ξεσπάσει, και μάλιστα χωρίς διαδίκτυο και ιδιωτική τηλεόραση τότε, ήταν ανεπανάληπτη με απλούς ανθρώπους (οι οποίοι δεν είχαν διαμαρτυρηθεί ποτέ για τίποτα μέχρι τότε και πιθανότατα ξαναδιαμαρτυρήθηκαν όσοι ζούσαν ακόμα μόνο για τις ταυτότητες μαζί με τον μακαριστό Χριστόδουλο το 2000) να βγαίνουν λιτανεύοντας εικόνες κι εσταυρωμένους και να τα σπάνε κανονικά, κάνοντας τα μπάχαλα τα λεγόμενα «των Εξαρχείων» να μοιάζουν με παιδικό πάρτι.
Ο λόγος που θυμήθηκα τον Τελευταίο Πειρασμό είναι γιατί ήταν για πρώτη προσπάθεια λογοκρισίας μετά τη χούντα για κάτι το οποίο αποτελούσε σχεδόν δημόσιο θέαμα. Το βασικό επιχείρημα των πολεμίων της ταινίας, από νεολαίους με καδρόνια μέχρι γριούλες που πέταγαν πέτρες η τα ελάχιστα ζαρζαβατικά που είχαμε τότε για πέταμα (εξωτικποιώ λιγάκι τώρα) έλεγαν ότι απαιτούσαν να μην προβάλλεται ο Τελευταίος Πειρασμός γιατί ήταν βλάσφημη ταινία· όταν δημοσιογράφοι τούς ρώταγαν αν την έχουνε δει την ταινία έλεγαν «όχι δεν θέλουμε να την δούμε επειδή είναι βλάσφημη».
Μιλάμε για μία εποχή κατά την οποία οι φασίστες δεν είχαν σηκώσει ακόμα κεφάλι, οπότε μπορούμε να πούμε ότι εξ ορισμού όλος ο δημόσιος διάλογος ήταν ανοιχτός σε κάθε άποψη και ότι εν πάση περιπτώσει οι απόψεις που κυκλοφορούσαν το 1988 στον δημόσιο λόγο ήταν, αν μη τι άλλο, μη φασιστικές. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό είναι κάτι με το οποίο πολλές και πολλοί θα διαφωνήσουν, και δικαίως, αλλά ας πούμε ότι ναι οι φασίστες δεν είχαν σηκώσει ακόμα κεφάλι.
Συνεπώς το 1988 οι μόνοι παράγοντες που έστεργαν τη λογοκρισία ήταν το ΚΚΕ, το οποίο ήθελε ειδικά στα πανεπιστήμια να κυκλοφορεί μόνον η ορθή σκέψη, βλέπε γραμμή του κόμματος, και φυσικά η Εκκλησία. Η Εκκλησία μάλιστα είχε μόλις βγει συσπειρωμένη κι επανεξοπλισμένη από τη διαμάχη της με τον Αντώνη Τρίτση ― άλλος αδίκως ξεχασμένος πολιτικός, που προσπάθησε ενδεχομένως με τον λάθος τρόπο να εκδημοκρατίσει την Εκκλησία, αν και βεβαίως δεν υπάρχει σωστός τρόπος να εκδημοκρατιστεί η Εκκλησία.
Διάφοροι λοιπόν παράγοντες της Εκκλησίας, όχι βέβαια η Ιερά Σύνοδος, κατέβασαν κόσμο στον δρόμο έτοιμο να παίξει ξύλο και να βανδαλίσει προκειμένου να μην προβληθεί μία ταινία την οποία δεν είχανε δει και την οποία δεν είχανε δει επειδή ήταν βλάσφημη.
Επειδή αντιλαμβάνομαι πλήρως πως ό,τι γράφω εδώ πέρα το διαβάζετε πεντακόσιοι άνθρωποι, οι οποίοι μάλλον εδώ και καιρό πάνω κάτω έχετε καταλάβει πού το πάω, απλώς σας παροτρύνω να σκεφτείτε ότι αυτή η συνθήκη που περιέβαλε το αίτημα για απαγόρευση του Τελευταίου Πειρασμού είναι η συνθήκη που επικρατεί σήμερα, περίπου 40 χρόνια μετά, σε ολόκληρο τον δημόσιο λόγο.
Το αίτημα να λογοκριθεί κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μελετήσουμε επειδή είναι ακάθαρτο φαντάζει πλέον προφανές.
Μπορεί η καθεμία σας και ο καθένας μας εδώ να προσθέσει τη δική του ή τη δική της κατακλείδα, κάτι με ελαφριά πίκρα, θυμόσοφο σαρκασμό αλλά και μια γενικότερη διάθεση παραίτησης. Επίσης θα είναι μία από τις όχι λίγες φορές που θα επαναλάβω ότι η νόσος δεν είναι αποκλειστικά ελληνική και θα υπαινιχθώ ότι η Ευρώπη είναι βαριά άρρωστη και πνευματικά και πολιτιστικά και πολιτικά ετοιμοθάνατη.
Μην ανησυχείς και τίποτε το κακό δεν έχει αυτή η επανάληψη που, όχι παράλογα, σε προβληματίζει. Η ερμηνεία νέων πραγματικών περιστατικών και δεδομένων έχει πάντοτε την αξία της, κι ας οδηγεί σε συμπεράσματα ήδη γνωστά, καθόσον η κοσμοθεωρία δεν έχει μεταβληθεί. Κι έπειτα, η επανάληψη είναι απαραίτητη όταν διαπιστώνεις ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων προκρίνει άλλες, αδιέξοδες κι αλυσιτελείς ςρμηνείες.
Τι έπος μάς θυμίζει όμως! Εκείνες οι σκηνές, με τις κουστωδίες παραεκκλησιαστικών να εισβάλλουν στις κινηματογραφικές αίθουσες και να σκίζουν το πανί της οθόνης, την ώρα που τσεμπεροφορούσες σταυροκοπιούνται ανακράζοντας «Άπιστε Σκορτσέζε!»
Σκέψου, πάντως, τι πιστεύαμε τότε. Αντιμετωπίζαμε τα έκτροπα σαν κάτι το φολκλορικό, περισσότερο πηγή γέλιου παρά προβληματισμού. Νομίζαμε ότι ήταν κομμάτι μιας Ελλάδας οπισθοδρομικής που δεν συνέπιπτε διόλου με τη δική μας. Μιας Ελλάδας που αφήναμε πίσω μας και δεν επρόκειτο να μας απασχολήσει σοβαρά στο μέλλον. Πόσο εσφαλμένα είχαμε εκτιμήσει τα πράγματα!
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο
Ακριβώς, ζούσαμε στη φούσκα μας, και μάλιστα μέχρι πρόσφατα.
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Παροράματα: «ερμηνείες»/ «μάς θυμίζεις». 🙂
Μου αρέσει!Μου αρέσει!
Φίλοι καλοί, να σας υπενθυμίσω ότι το μακρινό 1988 η ΔΑΠ έβγαινε (για πρώτη φορά) πρώτη δύναμη στα ΤΕΙ, ότι το πράσινο είχε αρχίσει να μαυρίζει, και ότι είχαν αρχίσει να ψελλίζουν ολοένα και συχνότερα στα καφενεία των χωριών «τι καλός που ήταν ο Παπαδόπουλος». Δεν άλλαξαν, απλώς δεν κρύβονται πια. Καλό σας μεσημέρι.
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο
να μη ξεχνάμε ότι κύριος υποκινητής για τα επεισόδια στον καθ’ημάς Βορρά ήταν ο μέγιστος Καντιώτης…μεγάλος μπαλαδόρος στην επί δεκαετίες καλλιέργεια μισαλλοδοξίας.
Μου αρέσει!Αρέσει σε 1 άτομο