Μαγειρεία

Ελληνικό εστιατόριο

Νομίζω ότι το μαγειρείο είναι το κατ’ εξοχήν ελληνικό εστιατόριο.

Όταν λέω «ελληνικό» έχω στον νου μου κάτι που ανήκει στον νεοελληνικό αστικό πολιτισμό. Άλλωστε εκτός πόλεως ο όρος «εστιατόριο » δεν έχει περιεχόμενο.

Πολλοί θα σκεφτούμε ότι το κατ’ εξοχήν ελληνικό εστιατόριο είναι η ψησταριά κι η ταβέρνα. Κι όμως μέχρι τη δεκαετία του ’80 η ψησταριά, η ταβέρνα ήτανε χώροι διασκέδασης και όχι εστίασης.

Ο λόγος που σήμερα θεωρούμε τις ψησταριές και τις ταβέρνες (στην εκδοχή του σχάρα-φριτέζα-μικροκύματα) τα κατ’ εξοχήν ελληνικά εστιατόρια οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: επικράτηση των ντελίβερυ, αποθέωση της κρεωφαγίας, κτλ. Ένας ακόμα βασικός παράγοντας, όπως και σε πολλές άλλες εκφάνσεις του νεοελληνικού βίου, ήταν η μετακένωση του τι θεωρούν οι δυτικοευρωπαίοι ότι είναι ελληνικό εστιατόριο. Με άλλα λόγια: Γερμανοί και Γάλλοι και λοιποί θεωρούν ότι ελληνικό εστιατόριο είναι η ψησταριά, άρα η ψησταριά είναι.

Βιτρίνες

Μαγειρείο δεν υπάρχει χωρίς βιτρίνα. Η βιτρίνα αντιστρέφει τη λογική του γαλλικού restaurant: εκεί πρέπει να μαντέψεις τι θα φας βάσει της περιγραφής στο μενού. Πρώτα το κείμενο και μετά το φαγητό, πολλές φορές ως έκπληξη.

Στο μαγειρείο βλέπεις τα ταψιά και τα κατσαρόλια πίσω από τη βιτρίνα· κατόπιν ενδεχομένως να χρειαστεί να σου εξηγήσουν τι είναι αυτό που βλέπεις (θα μιλήσω πιο κάτω για τις σάλτσες). Προηγείται η εικόνα και η μυρωδιά, αφού πολλές φορές αχνίζουν τα περιεχόμενα των ταψιών και των κατσαρολιών, και έπεται το κείμενο, συνήθως μονολεκτικοί όροι (μπριάμ, ιμάμ, στιφάδο, μπάμιες, χοιρινό με πατάτες).

Σάλτσες

Αυτό που έπρεπε να ξέρεις πριν πας να φας σε μαγειρείο ήταν ότι οι σάλτσες, τα λάδια και τα λίπια αφθονούν κι ανακυκλώνονται: από το κοκκινιστό στη μακαρονάδα, από το χοιρινό ρολό στις λεμονάτες πατάτες  (με μέτρο).

Τα φαγητά στα μαγειρεία ήταν επίσης ακαταμάχητα γιατί χρησιμοποιούσαν το ενισχυτικό γεύσης «νόστιμο», δηλαδή γλουταμινικό μονονάτριο — ναι, το MSG που ανακάλυψαν τα χιψτερόνια ως ουμάμι. Γι’ αυτό και τα φασολάκια του μαγειρείου δεν χρειάζονταν κύβο κνορ και σίγουρα υπερτερούσαν των σπιτικών: ήτανε βαφτισμένα με λίπη και πασπαλισμένα με νόστιμο.

Βεβαίως τότε ο κόσμος των μαγειρείων δεν έσκαγε για νηστείες και τέτοια.

Η προσποίηση του σπιτικού φαγητού

Η πελατεία των μαγειρείων ήταν η εργαζόμενη ή ακαμάτρα μάνα που έπαιρνε φαγητά σε πακέτο (το τέικ εγουέι της εποχής), ο φοιτητής, ο εργαζόμενος άντρας που είχε την πολυτέλεια να του δίνουν διάλειμμα για φαγητό κι έπρεπε να πεταχτεί να φάει κάπου κοντά.

Η εργατική τάξη δεν τρελαινόταν για σάντουιτς μέχρι πρόσφατα, αφού αρκετό ψωμί και ψωμοτύρι είχε στουμπωθεί, ενώ τα σουβλάκια ήτανε για βράδυ με μπύρες (μόνο στην Κάνιγγος έβρισκες σουβλάκια μεσημέρι, από γάτα και καλά, στην Αθηνάς και στο Μοναστηράκι πουρ λε τουρίστ).

Το μαγειρείο λοιπόν παρίστανε ότι σε ταΐζει σπιτικό φαγητό όπως γιουβαρλάκια, παστίτσιο, παπουτσάκια, φρικασέ, αλλά βεβαίως επρόκειτο για υπερπαραγωγή σάλτσας και νοθείας.

Κάτι που πάει πακέτο με το μαγειρείο ως τρόπο εστίασης είναι η δυνατότητα να πάρεις μια ολίγη, μαζί με μια σκέτη ρύζι π.χ., να ισορροπήσεις δηλαδή μεταξύ τσιμπολογήματος τύπου μεζέ και «κανονικού» μασαμπουκιάσματος.

Χειμώνας

Πολλοί από εκείνους στέργουν κι αποζητούν συστηματικά το καλοκαίρι τελικά έχουν ανάγκη τη στανική εξωστρέφεια που επιβάλλει το θέρος· στέργουν την αποκάρωση του καλοκαιριού και που δεν σου επιτρέπει να ξεφύγεις από την κατάσταση του έξω κόσμου, είτε είναι γεμάτος σκόνη κι υγρασία και καύμα, είτε — κατά το ιδανικό τους — είναι γεμάτος θάλασσα.

Απεναντίας το κρύο και η σιωπή του χειμώνα, η βαρειά ησυχία από εξωτερικά ερεθίσματα, η ανάγκη να προστατευτείς από τη βροχή ή από το χιόνι σε εξαναγκάζει να ακτινοβολήσεις ό,τι έχεις εντός σου. Αν εντός σου υπάρχει κάτι που δεν αντέχεις ή που σε πνίγει, ο χειμώνας σε συνθλίβει. Όμως καθόλου δεν σου φταίνε τα στοιχεία της χειμερινής φύσης, παρά η σιωπή γύρω σου που αυτά επιβάλλουν και που σε αναγκάζει να ακούσεις και να νιώσεις ό,τι έρχεται από μέσα σου.

Το θέαμα του πόνου

στον Αλέκο Μοριανόπουλο

Το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου το έχω σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Οι φωτογραφίες της είναι πάντοτε συνθετικά καθαρές και μιλούν αργά και ξεκάθαρα χωρίς να φωνασκούν νεορεαλιστικά. Επίσης, χωρίς το έργο της, τόσες δεκαετίες μετά θα πιστεύαμε ότι η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν ανεμελιά τύπου Time-Life και εκείνη η φωτό των λαμπερών Χαυτείων με τις κουρσάρες.

Αυτή η φωτογραφία λέγεται «Οικογένεια ορφανή από πατέρα», είναι του 1945 και βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη. Τώρα θέλω μόνο να σχολιάσω την πόζα του γιου στα αριστερά, πρέπει να είναι ο μεσαίος. Νομίζω ότι διακρίνω αδημονία κι αγανάκτηση. Ενδεχομένως δυσανασχετεί που τον έστησαν εκεί να τον φωτογραφίσουν ως ορφανό με τα αποφόρια και τα κοντά παντελόνια — θυμάμαι να μου λέει ο πατέρας μου πόσο κανονικός άνθρωπος αισθάνθηκε όταν πρωτοφόρεσε μακρύ παντελόνι. Ίσως νιώθει ο μικρός τέρμα αριστερά ότι αυτή η φωτογραφία θα χρησιμοποιηθεί για να συγκινήσει κάθε λογής φιλανθρώπους και ευεργέτες, ξένους και εγχώριους. Δείτε και το αριστερό χέρι της γυναίκας, σκεφτείτε ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1945: δεν ορφάνευες από κακιές αρρώστειες τότε.

Κοίταζα τη φωτογραφία όχι για να την ερμηνεύσω αλλά γιατί με μαγνήτισε — την έκφραση του μικρού την πρόσεξα πιο μετά. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο συνειρμός με έφερε στις φωτογραφίες του μικρού Αμίρ να κρατάει ένα χειρόγραφο χαρτόνι με το ισοδύναμο του Raus και να επιδεικνύει την κοτρώνα που έσπασε το τζάμι του παραθύρου του. Φωτογραφίες που αποσκοπούν στο να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη, βεβαίως, της κινής γνώμης που θέλει να δει και δεν θέλει να πιστέψει αν δεν δει, που μέσα στην ασφάλειά της σπεύδει να κατηγορεί τα θύματα ότι στέργουν τη θυματοποίησή τους, όταν δεν την προκαλούν.

Δεν πάνε και τόσα πολλά χρόνια που ήμουν 11, αν και ξένος υπήρξα πολύ αργότερα και με τους πιο κυριλέ όρους. Θυμάμαι ότι δεν άντεχα που με πήγαινε η μάνα μου σχολείο επειδή η διασταύρωση Βαλτινών και Μουστοξύδη ήτανε καρμανιόλα (όπως έλεγαν τότε). Δεν θες να ξεχωρίζεις όταν είσαι 11 χρονών αγόρι. Συνεπώς δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν να πηγαίνω σε ένα σχολείο όπου όλοι οι μικρόψυχοι επαρχιώτες του Λεκανοπεδίου με κοιτάνε με μισό μάτι κι από μακριά, στο οποίο με κληρώνουνε για κάποια τελετή τους με βηματισμούς και λάβαρα όμως μετά παίρνουνε πίσω αυτό που έβγαλε ο κλήρος, ενώ κατόπιν μου πετάνε πέτρες στο σπίτι και — στο τέλος — πρέπει να ποζάρω με πέτρες και παιδιόφραστα σημειώματα μίσους, μήπως και με λυπηθούνε. Δεν μπορώ να το φανταστώ. Αλλά νιώθω πως μέσα του ο Αμίρ δυσανασχετεί όπως ο πιτσιρικάς της φωτογραφίας, ο τέρμα αριστερά.

Friendzoned! Friendzoned?

Υποθέτω ότι οι συζητήσεις για το λεγόμενο friendzoning, το να ενδιαφέρεσαι για γυναίκα και να σου λέει «σε βλέπω σαν φίλο / φιλικά», είναι κάτι που αφορά μόνο «καλά παιδιά» και μάλιστα κάτω των 30, άντε 35 άμα μένουν ακόμα μαζί με τη μαμά.

Είμαι πρακτικός άνθρωπος όταν δεν είμαι επί της αρχής, οπότε ας το δούμε πρακτικά το ζήτημα.

Τα καλά παιδιά

Γιατί αφορά μόνον τα καλά παιδιά το friendzoning; Επιδή υποτίθεται ότι οι γυναίκες καβατζώνουν τα καλά παιδιά αποκλειστικά για παρέα, για υποστήριξη και αγνή συντροφιά, για επίδειξη εσωψύχων και για απάγκιο. Την ίδια ώρα πάνε και το δίνουν (ξέρουμε ποιο) σε κάτι μαλάκες ή ψυχάκηδες, γιατί οι μαλάκες είναι γαμιάδες ή είναι γαμιάδες και το ξέρουν κ.ο.κ. Όταν λοιπόν οι μαλάκες ή ψυχάκηδες τις πληγώσουν καταφεύγουν στο καλό παιδί που βρίσκεται στη friendzone. Και το μαρτύριο του Ταντάλου συνεχίζεται για το καλό παιδί, γιατί οι φίλοι δεν γαμούν ούτε κυριολεκτικά ούτε βεβαίως με την κακή έννοια.

Αυτό είναι το σενάριο. Το friendzone παρουσιάζεται ως φυλακή των καλών παιδιών, που ναι μεν δεν θέλουν μόνο μια ξεπέτα με την κοπέλα μα τελικά καταλήγουν να έχουνε λευκή σχέση μαζί της, αφού τη νοιάζονται βεβαίως την κοπέλα — καλά παιδιά γαρ.

Το ψέμα δεν το βλέπεις 

Πριν μιλήσουμε για το friendzone πρέπει να το ξεχωρίσουμε από την ατάκα «α, σε βλέπω σαν φίλο / σαν φίλο». Το οποίο είναι ψέμα και ξεφόρτωμα: το έχω φάει ως χυλόπιτα 4-5 φορές (πάνε και δεκαετίες, δεν θυμάμαι πια), δεν το έχω ρίξει ποτέ γιατί τέτοια ψέματα δεν λέω. Άρα, το friendzone δεν είναι η (όποια) ξήγα που εξαρχής αποκλείει το σεξ ή το σεξ με προοπτική σχέσης — άλλο το ένα άλλο το άλλο, να τα λέμε αυτά τώρα που γυρίσαμε στα φίφτιζ. Άμα σου πει «σε βλέπω σαν φίλο», λες σαν άντρας «έχω φίλους και φίλες που δεν προκαλούν, εσένα όμως σε θέλω» και την κάνεις με το κεφάλι σου ψηλά.

Συνεπώς στο friendzone το καλό το παιδί μπαίνει γιατί θέλει να μπει και με τη θέλησή του εισέρχεται και με τη θέλησή του παραμένει. Συνεταξάμην φάση. Και μπαίνει στη Ζώνη ενδεχομένως γιατί είναι σοσιαλδημοκράτης και πιστεύει ότι κύμα το κύμα η πέτρα λιώνει / το γκομενάκι αργά καυλώνει ― με καρμπονάρες και σειρές και φιλικά μασάζ. Ενδεχομένως πάλι είναι ασκηταράς και πιστεύει ότι την ταντάλεια στέρηση θα την εξαργυρώσει (σε αυτή τη ζωή) με ένα αποκαλυπτικό κι εκπάγλου δόξης πήδημα, με αυτή την προσδοκία μελλόντων αγαθών.

Γιατί λοιπόν θυμώνει το καλό παιδί που μένει με το πουλί στο χέρι ενώ βλέπει τα άλλα τραίνα (τα τσογλάνικα, τα καγκούρικα, τα μεσήλικα και αλκοολικά) να περνούν; Γιατί η σοσιαλδημοκρατία και η θρησκεία απογοητεύουν πάντοτε· άλλωστε ο κόσμος μας είναι γεμάτος απογοητευμένους οπαδούς και των δύο που τους έχει στρίψει λιγάκι.

Γιατί οι άντρες δεν βάζουνε γυναίκες στο friendzone;

Ένα καλό κορίτσι που φτιάχνει καρμπονάρες, βλέπει Νάρκοζ και σου κάνει φιλικά μασάζ το παντρεύεσαι. Επίσης, αν σε πιάσει γυναίκα για την οποία ψήνεσαι και σου πει «Βασιλάκη θα με γλείψεις λίγο;» δεν της λες «σε βλέπω σαν φίλη», παρά είτε προσκυνάς τον Γιαραμπή που σε έλουσε με μπερεκέτια είτε φεύγεις πανικόβλητος από την κάργια: Ελληνική Πατριαρχία, μέρος 1ο. Παμ’ παρακάτω.

Γιατί ρε γαμώτο ποτέ δεν κερδίζω σε τούτο το λόττο του έρωτα εγώ;

Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Γιατί εγώ, Θεέ μου; Κακά τα ψέματα, όποιος είναι άνω των 23 ξέρει καλά ότι στη friendzone δεν μπαίνεις απλώς γιατί είσαι «καλό παιδί» αλλά μπαίνεις εκουσίως όπως μπήκε ο άλλος στη Ζώνη στο Στάλκερ: πας γυρεύοντας. Και μένεις εκεί γιατί ναι μεν είσαι αρκετά ευαίσθητος ώστε να καρτερείς και να σκάβεις λίγο λίγο πίσω από το πορτραίτο της Ρίτας της Χέιγουωρθ, αλλά δεν είσαι και τόσο αδερφή για να αποδεχτείς ότι με κάποιες γυναίκες εσύ θες να παραμείνεις φίλος κι ας μην τις γαμήσεις ποτέ. Γιατί τότε θα είσαι, εεε, αυτό ακριβώς: αδερφή.

Το ερώτημα παραμένει όμως: τόσα και τόσα καλά παιδιά πιάνουν οι γυναίκες, τα βάζουν κάτω (ή κάπου, τέλος πάντων) και βγάζουνε το θηρίο από μέσα τους — γιατί τα καλά παιδιά είναι μουλωχτά και κρυπτογρρρρ. Γιατί όχι εμένα, Θεέ μου;

Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Μια γυναίκα θα σε βάλει στο friendzone επειδή:

  1. Τη γνωρίζεις, πάτε για φαΐ και μέσα σε 45 λεπτά τής έχεις πει για τον ανείπωτο πόνο που σου προκάλεσε η πρώην σου. Ότι δεν σε κατάλαβε καμμία ποτέ. Πόσα έχεις να δώσεις. Και λέει η γυναίκα «Θε μου, είναι κολλιτσίδας και είναι και ψυχ — με την κακή έννοια, όχι την καυλωτική».
  2. Τονίζεις στο πρώτο ραντεβού — σε φάση captatio benevolentiae — ότι δεν είσαι σαν όλους τους άλλους, ότι δεν είσαι της ξεπέτας και ότι είσαι ευαίσθητος. Και λέει η γυναίκα «Αμάν, θέλει στεφάνι». Οπότε friendzone. Εκτός αν θέλει στεφάνι, οπότε εμπίπτει στην κατηγορία «κάργιες που θέλουνε να σε κουκουλώσουν» κι όχι «κάργιες φρεντζονίστριες».
  3. Απλούστατα επειδή δεν την καυλώνεις αλλά θεωρεί κατά τ’ άλλα ότι θα ήσουν καλή παρέα. Αλλά αυτό θα ήταν φιλία, άρα θα ήσουν αδερφή. Και μπαίνεις στη friendzone, που εκείνη (θέλει να) νομίζει ότι είναι φιλία κι εσύ ότι είναι προθάλαμος παστάδας ή, έστω, πίπας μετά από μαργαρίτες που της έφτιαξες για να δείτε τον πέμπτο κύκλο του Game of Thrones.

Δηλαδή δεν φταιν οι γυναίκες ποτέ ρε Σραόσα;

Φταίνε που δεν ακούνε πάντοτε αρκετό Γιώργο Μαργαρίτη, Έλλα Φιτζέραλντ, Έλβις Κοστέλλο, και Lady Gaga.

Γιατί χαίρεται ο κόσμος;

Νομίζω ότι πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο φασισμός σαγηνεύει μαζικώς εκλογικά σώματα και πολιτικούς. Μάλιστα, σαγηνεύει τα εκλογικά σώματα τόσο εκτενώς, ώστε κόμματα που μέχρι πριν 20 χρόνια ευαγγελίζονταν κεντροδεξιές πολιτικές σε χώρες όπως η Δανία, η Αυστρία, η Ελλάδα, η Αγγλία — για να μην πει κανείς για την Ουγγαρία — ολισθαίνουν προς τα ακροδεξιά με σταθερό ρυθμό.

Επίσης νομίζω ότι ο μεγάλος υπεύθυνος για αυτή τη νεκρανάσταση της πιο απάνθρωπης και μισανθρωπικής ιδεολογίας που έχει γνωρίσει ο κόσμος — μαζί με την αποικιοκρατία, ενδεχομένως — είναι η σοσιαλδημοκρατία.

Το θέμα εδώ δεν είναι η ιδεολογική αμηχανία της σοσιαλδημοκρατίας, ούτε καν οι κατά κανόνα καταστροφικές πολιτικές που προκύπτουν από αυτή την αμηχανία και από την ψυχαναγκαστική προσκόλληση στη «μεσότητα» που παραγνωρίζει πραγματικές ανισότητες και πώς αυτές παράγονται. Άλλωστε, επί δεκαετίες μετά από κάθε ατζαμή σοσιαλδημοκράτη αναλάμβανε κάποιος κωλοπετσωμένος κεντροδεξιός που ήξερε ακριβώς τι φταίει για την αδικία και την ανισότητα και φρόντιζε να τις ενισχύσει ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα που εξ ορισμού υπηρετεί η Δεξιά. Αλλά φασισμός όχι έτσι, όχι φανερά, όχι λαϊκός.

Η σοσιαλδημοκρατία εξέθρεψε εμμέσως αλλά αποτελεσματικά τον φασισμό που τώρα φουσκώνει παντού όταν οι «μάζες», που δεξιοί, κεντρώοι αλλά και κάποιοι θεμουσχώραμε αριστεροί περιφρονούν εξίσου, επιτέλους κατάλαβαν ότι η και η σαρξ της σοσιαλδημοκρατίας ήταν ασθενής αλλά και το πνεύμα της βαθύτατα απρόθυμο, εγκλωβισμένο στην αταξική καλοσύνη και στη δειλή μεσότητα που δουλεύουν μόνο σε καιρούς αφθονίας και κεϋνσιανικού ελέγχου της αδηφαγίας του κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα, η σοσιαλδημοκρατία ψόφησε όταν αποδέχθηκε ότι μέρος της μεσαίας τάξης «δικαιούται» να πλουτίσει κι ότι ο πολιτικοποιημένος ατομισμός είναι μέρος κοινωνικών πολιτικών.

Και γιατί το φιάσκο της σοσιαλδημοκρατίας εξέθρεψε τον λαϊκό φασισμό; Γιατί αυτό μας έρχεται: λαϊκος φασισμός. Είναι μάλλον απλό: όταν λόγω σοσιαλδημοκρατίας και μέσα στη σοσιαλδημοκρατία ως εργάτης επανειλημμένα παραγκωνίζεσαι, περιθωριοποιείσαι, αγκομαχάς κι έχεις να ελπίζεις μόνο σε δάνεια ή και σε τίποτα, φυσικό είναι να μη θες να είσαι πια εργάτης· αναμενόμενο είναι να θες να επαναπροσδιοριστείς ως περήφανο εθνικό υποκείμενο: έτσι θα είσαι φαντασιακώς ίσος με τα άλλα εθνικά υποκείμενα και, άμα στείλετε στα ΚαΤσέτ ξένους και τίποτα μειονότητες, μπορεί και να δεις άσπρη μέρα.

Τα Βιβλία του Πρόσπερο

Απόψε θυμήθηκα απότομα τον ΛΖ ενώ πήγαινα να πάρω ψωμί. Χρόνια είχα να τον σκεφτώ.

Τον γνώρισα ως αδερφό μιας κοπέλας που μου άρεσε αλλά τα είχε με φίλο. Ξημεροβραδιαζόμουν σπίτι της με τις ώρες, κουβεντιάζαμε. Αυτό έκανε η νεολαία τότε: κουβέντιαζε. Πότε για την τέχνη, πότε για το 01, πότε για μουσική και το κλάμπινγκ των άλλων (μπατήρια γαρ), πότε για σινεμά και τη Ριβιέρα ή το Βοξ — που ήτανε της γειτονιάς γιατί ναι οι μεγάλες αθηναϊκές ιστορίες ή στον Πειραιά ή πέριξ της Καλλιδρομίου εκτυλίσσονται· κακά τα ψέματα.

Η κοπέλα λοιπόν αυτή είχε αδερφό τον ΛΖ: βιολιστή, αθλητή και αρχιτέκτονα: ήτανε ταυτόχρονα και τα τρία. Βεβαίως, όπως βεβαίωνε κι η αδερφή του και φίλη μου, ο Θεός πάντοτε κρατάει και μια καβάτζα: ήτανε κακάσχημος.

Κάποια στιγμή για ασήμαντη αφορμή τα πράγματα με την κοπέλα αυτή δυσκόλεψαν. Πριν τα κοινωνικά μέσα οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούσαν να ξεθεμελιωθούν άξαφνα κι απροειδοποίητα εξαιτίας ευτελών θεομηνιών που δεν ήξερες από πού ήρθαν και πώς έσκασαν πάνω τους: δεν υπήρχε σοσιαλμηντιακή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο, ούτε πλούσιο αρχείο αλληλογραφίας (έστω υπό μορφή ίνμποξ τύπου kavla και mwromou).

Όπως συνήθιζε η νεολαία τότε, όπως συνηθίζαμε, αρχίσαμε λοιπόν τις εκ βαθέων εξομολογήσεις. Πήγα σπίτι της, έφτιαξε καφέ και παραδέχτηκε ότι της άρεσα γιατί υπέθετε ότι θα ήμουν καλός στο κρεβάτι, ενώ εγώ παραδέχτηκα ότι και να μου άρεσε το καταπίεζα — τα πράγματα λέχθηκαν περίπου έτσι και εντελώς inter alia. Μετά μιλήσαμε για τα βάσανά μας: εγώ για τη Σχέση, που θεωρούσε δεδομένο ότι καμασούτριζα με την κοπέλα όσο εκείνη τη φρουρούσε σπίτι ο μπαμπάς της· εκείνη για την οικογένεια και τον γκέι αδερφό της, τον ΛΖ, που έφερνε άντρες στο σπίτι.

Μέσα στον γενικό συγκινησιακό χαμό εμφανίζεται στο σπίτι και ο ίδιος ο ΛΖ, εν είδει καταλυτικού παρείσακτου σε θεατρικό του 19ου-20ου αιώνα, και μας λέει σχεδόν χωρίς εισαγωγή ότι άλλο αυτός άλλο οι επιθυμίες του (του άρεσε να παίρνεται με φορτηγατζήδες στα φορτηγά) και ότι το πνεύμα του και το ταλέντο του (ναι! είπε ταλέντο) και η ζωή βρίσκονται πάνω από όλα αυτά, καθαρά και αμόλυντα. Εγώ, ημιμαθής και χαζός και εξοικειωμένος ελάχιστα με τα βάσανα των ομόφυλων ερώτων, του είπα ότι αυτό είναι δυισμός χειρίστου είδους, ότι αν δεν είναι ο έρωτας (δεν έλεγα ‘σεξ’, ‘γαμήσι’, ‘λαγνουργία’, ‘ερωτοπραξία’ τότε — ενώ ‘καύλα’ έλεγαν μόνον το πορνό, ο Δημήτρης Λιγνάδης και οι τρικαλινοί) μέρος της ζωής μας και του ποιοι είμαστε, τότε τι είναι;

Η απάντηση του ΛΖ ήταν ότι «κάποια πράγματα είναι πολύ βρώμικα για να είναι μέρος της ζωής μας κι ότι αυτά είναι απλώς αναγκαία κακά». Εγώ σκέφτηκα πως σκεφτόταν τον έρωτα (δηλαδή το γαμήσι) σαν να είναι κάτι όπως το χέσιμο και θύμωσα και ταράχτηκα. Όμως ήταν αθλητής, τριαντάρης, βιολιστής κι αρχιτέκτονας. Ήτανε και γκέι άντρας και από τότε είχα καταλάβει ότι θέλει αρχίδια (‘cojones’ τα έλεγα τότε) να είσαι πούστης — οπότε δεν θα καθόμουν να του πω για τη ζωή του. Αν και εντελώς βόιδι για 21 χρονών γαϊδούρι, μέχρι εκεί έφτανε το μυαλό μου.

Μετά πήγαμε κι είδαμε τα Βιβλία του Πρόσπερο. Μετά συζητήσαμε την ταινία περπατώντας πίσω προς τα Εξάρχεια. Μετά δεν ξαναειδωθήκαμε ποτέ.

Κύματι θαλάσσης

Κάτι που χαρακτηρίζει τη βυζαντινή εκκλησιαστική ποίηση είναι μεν η προσκόλλησή της στα διακείμενά της, ιερά και όχι τόσο ιερά, αλλά και το θράσος της επινόησης που τη διακρίνει, η ξεδιάντροπη σχεδόν ελευθεριότητα της ποιητικής φαντασίας — κάτι που την έκανε αρεστή σε κάποιους Έλληνες σουρρεαλιστές.

Δείτε αυτό, το γνωστό:

Κύματι θαλάσσης
τὸν κρύψαντα πάλαι
διώκτην τύραννον
ὑπὸ γῆς ἔκρυψαν
τῶν σεσωσμένων οἱ Παῖδες.

Τι θέλει να πει ο ποιητής, δηλαδή ο Κοσμάς ο Μελωδός ή Κοσμάς Μαϊουμά; Ότι οι παίδες των σεσωσμένων έθαψαν αυτόν που κάποτε κάλυψε με το κύμα της θάλασσας κάποιον «διώκτη τύραννο».

Και σκέφτεσαι: τον Χριστό (αυτός είναι ο κρύψας) δεν τον έκρυψαν οι παίδες των σεσωσμένων αλλά ο Ιωσήφ Αριμαθαίας. Αλλά οκέι, Επιτάφιο έχουμε δεν βαριέσαι. Εδώ λοιπόν το πού και το πότε ακούγεται ο στίχος υπερτερεί της όποιας βιβλικής αλήθειας — σχεδόν όπως τολμάμε να κάνουμε πια μόνον όταν σκαρώνουμε ερωτική ποίηση.

Μετά βάζει τον Χριστό, προφανώς ως Υιό του Θεού και δεύτερο πρόσωπο της τριαδικής θεότητας, να κρύβει μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα αυτοπροσώπως τον Φαραώ διώκτη και τύραννο. Γιατί; Γιατί μπορεί. Why not deal in absolutes if you can? Ο Υιός και Λόγος του Θεού, άναρχος, άκτιστος, αΐδιος κτλ. εκτέλεσε ο ίδιος (ομοουσίως και αδιαιρέτως) το μεγάλο γεωλογικό εφέ που έκλεισε τα νερά της Ερυθράς Θάλασσας πίσω από τους τρεχάτους ισραηλίτες του Σεσίλ ντε Μιλ. Μόνον ο Σαίξπηρ τολμάει ακόμα να κάνει τέτοια γκραν ζετέ ποιητικά. Μετά μας μπούκωσε το μέτρο, η σεμνότητα κα η ακριβολογία ή (χειρότερα) στόμφος κενός.

Μια ποίηση στρατευμένη στο παντοδύναμο Απόλυτο, όπως του Κοσμά, μπορεί να ισχυρίζεται ό,τι θέλει, να κάνει άλματα μακρινά και τρίδιπλα, να επιστρατεύσει κάθε βορειοκορεάτικο υπερθετικό και ακόμα να κυριολεκτεί, τουλάχιστον στα αυτιά των ακροατών της εφόσον είναι πιστοί. Αυτό της δίνει πρωτόγνωρη ρώμη και τόλμη.

Μωρό μου!

Η φίλη μου η Ειρήνη μού δάνεισε τους Φτωχούς του Ντοστογιέφσκι το 1997. Δεν τους διάβασα ποτέ και δεν της τους επέστρεψα ποτέ γιατί μόνασε και απαρνήθηκε τα υλικά αγαθά.

Λίγες βδομάδες αφού μου δάνεισε το βιβλίο πήγαμε και είδαμε τη Diva του Μπενέξ. Την έβλεπα για δεύτερη φορά και εμένα μου ξανάρεσε, τότε, της Ειρήνης καθόλου.

Μετά από μια βδομάδα είδαμε τη Μικρή Βέρα, που είχε κάνει πάταγο τότε καθώς τα καλόπαιδα της Ευρώπης ανακαλύπταμε όψιμα το δουλεμπόριο που οι φιλάνθρωποι φιλελεύθεροι θα ονόμαζαν «τράφικινγκ». Εκείνης της άρεσε, εμένα με φρίκαρε βαθιά.

Μετά, αφού συζητήσαμε την ταινία και την άγνωστη τότε Ρωσία,  είπαμε να πάει ο καθένας σπίτι του. Με ρώτησε λοιπόν:

«Διάβασες τον Ντοστογιέφσκι;»
«Δεν μου πολυαρέσει, ρε Ειρήνη.»
«Α δεν έχεις δίκιο…»
«Άσε που αυτά τα αιμομικτικά μανούλα και τα μανίτσα που αποκαλεί ο τύπος την γκόμενά του με ενοχλούν — πολύ ανωμαλία ρε συ.»
«Ενώ, αν το σκεφτείς, το μωρό μου είναι νορμάλ;»

Ο άλλος, 2043

he dreamed, I now realize, the impossible date on that dollar bill

Πίσω στον χρόνο δεν θα ταξιδέψουμε ποτέ, τουλάχιστον όχι όπως θα θέλαμε. Αλλά όταν θα είμαι 70, το 2043 (ούτε το 2046, ούτε το 2049) θα επισκεφθώ τον 19χρονο εαυτό μου στο όνειρό του, με τον τρόπο του Χόρχε Λούις Μπόρχες, αφού τότε θα την έχουμε αναπτύξει αυτή την τεχνολογία βεβαίως.

Αντίθετα με τον 70χρονο Μπόρχες, δεν θα του αποκαλύψω το μέλλον του: η φρίκη ενός και μόνον ενός εφιάλτη στον οποίο συναντάει τον εβδομηντάχρονο εαυτό του, τον εαυτό μου, εμένα, θα αρκούσε να τον συντρίψει: τον ξέρω καλά και τον θυμάμαι καλύτερα,
 τον 19χρονο εαυτό μου και ξέρω ότι υπέστη όνειρα που τον στοιχειώναν μήνες. Δεν θα διακινδυνέψω λοιπόν το παρόν μου τώρα ως 44χρονος ούτε το παρόν μου τότε ως 70χρονος με άσκοπες αποκαλύψεις, με την τερατωδία ενός διαυγώς μαντικού ονείρου: ακόμα κι ο Θεός παχειές και ισχνές αγελάδες έστελνε, θα κάνω εγώ φιγούρα;

Ούτε καν συμβουλές υπό μορφή χρησμών δεν θα του δώσω, όπως έκανε ο Πετεφρής πριν κλείσω τα σαράντα.

Αυτός θα κάθεται στο πεζούλι της Ρωμαϊκής Αγοράς και θα περιμένει την Α. Θα παραβλέψω πόσο κακοντυμένος ήταν και ήμουν και θα καθήσω δίπλα του. Όπως ο εβδομηντάχρονος Μπόρχες, εγώ θα βρίσκομαι στα 2043 αλλά στο μπαλκόνι μου που βλέπει μισή Ακρόπολη αν παραμερίσεις τα φυτά που ξεκίνησε να φροντίζει η μάνα μου και αναγκαστικά θα έχω αναλάβει πολλά χρόνια πριν το ’43 (κανείς δεν θα λέει πια δύο χιλιάδες σαραντατρία). Θα του πω μόνον ένα πράγμα, αυτό που μου είπαν πριν λίγα χρόνια, δηλαδή πριν πολλά χρόνια τότε στο 2043:

Είσαι πολύ καλύτερος από όσο νομίζεις. Κι αν δεν είσαι, όσο φοβάσαι τόσο σκαρτεύεις. Κάνε μου τη χάρη και κοίτα να φοβάσαι λιγότερο.

Γιατί ελπίζω ότι μέχρι τότε θα έχω τελειοποιήσει την τάχα ατημέλητη επιγραμματικότητα.

Σημειώσεις για το Blade Runner 2049

Από τις ταινίες που οπωσδήποτε πρέπει να δεις κανείς στη μεγάλη οθόνη. Όσο πιο μεγάλη, τόσο πιο καλά.

*

Από τον καιρό που είδα το Σολάρις έχω να αισθανθώ έτσι σε ταινία που μιλάει για κάποιον πιθανό κόσμο άλλο από τον δικό μας. Η ταινία με τράβηξε μέσα της.

*

Μακριά από κιουμπρικιανή αποστασιοποίηση και αλαζονεία, η ταινία ωστόσο είναι εικαστικά ανυπέρβλητη: δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο και δεν ξέρω αν ήμασταν έτοιμοι να δούμε κάτι τέτοιο. Παρά το εικαστικώς θαυμαστό αποτέλεσμα, υπάρχει μεγάλη απόσταση από τα στημένα πλάνα του Αγγελόπουλου, την πόζα του Κιούμπρικ, τα ταμπλώ βιβάν του Γκρηναγουέη (τον οποίο αγαπώ) ή τα οπτικά πυροτεχνήματα άλλων: η ταινία παραμένει αναλλοίωτα ανθρώπινη. Μυρίζεις την ανθρωπίλα διαρκώς, όχι ως αποφορά παρά ως το μόνο που έχουμε. Ταυτόχρονα, κάποιες σκηνές μού έκοψαν την ανάσα με την ανυπόκριτα έκπαγλη ομορφιά τους.

*

Η ταινία αποφεύγει ακροβατικώς να πάθει Μαντ Μαξ, δηλαδή να ασχοληθεί υπερβολικά με τον κόσμο της ως σκηνικό που δεσπόζει και σχεδόν πρωταγωνιστεί. Βεβαίως ο κόσμος του Blade Runner 2049 είναι στημένος με θαυμαστή λεπτομέρεια. Σε αντιδιαστολή με το αυθεντικό Blade Runner, στο οποίο ο κόσμος περιορίζεται σε μια φαραωνικώς τοκιοποιημένη πόλη, ο κόσμος του Blade Runner 2049, είναι πολύ πιο πραγματικός, ίσως και γιατί είναι ειδωμένος μέσα από τα μάτια των ηρώων. Επιπλέον, ακόμα περισσότερο από την πρώτη ταινία, είναι ένας κόσμος μέσα στον οποίο χώνεσαι αναπόδραστα.

*

Η ταινία αυτή έχει χαρακτήρες. Έχει και διαλόγους. Έχει και σοβαρή πλοκή. Κι αυτό το λέει κάποιος που ακόμα και τώρα έχει το αυθεντικό Blade Runner ως μια από τις αγαπημένες του ταινίες. Η σκηνοθετική ευφυία του Βιλνέβ φαίνεται στο κάθε τι, σε πολλά μικρά και σε όλα τα μεγάλα, χωρίς να μοστράρεται και χωρίς να επιδεικνύεται.

*

Το σάουντρακ με έπιασε απροετοίμαστο. Είναι εντυπωσιακό, ζωντανό: στον αντίποδα μελωδικών διακοσμήσεων Γουίλιαμς και Έλφμαν, αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της τανίας. Τέτοιο σάουντρακ έχω να ακούσω από τον καιρό που συνέθετε ο Αρτέμιεφ για τον Ταρκόφσκι. Εξαίσιο είναι — ακόμα και όταν σε κάποια σκηνή κλείνει το μάτι στον Βαγγέλη.

*

Μόλις τελείωσε η ταινία είχα την αίσθηση ότι είχα παρακολουθήσει το όνειρο κάποιου, κάποιου που ονειρευόταν τον εικοστό αιώνα. Μου ήρθε επίσης — χρόνια ξεχασμένο — το μόττο του Γεροντίου του Έλιοτ:

Thou hast nor youth nor age
But as it were an after dinner sleep
Dreaming of both.